Home > νέα > Με λαμπρότητα τιμήθηκαν οι ήρωες αγωνιστές στο Οχυρό Λίσσε Νευροκοπίου

Με λαμπρότητα τιμήθηκαν οι ήρωες αγωνιστές στο Οχυρό Λίσσε Νευροκοπίου

Η 76η Επέτειος της Μάχης των Οχυρών

Με λαμπρότητα τιμήθηκαν

οι ήρωες αγωνιστές

στο Οχυρό Λίσσε Νευροκοπίου

 

Με λαμπρότητα τιμήθηκε το πρωί της Κυριακής 9 Απριλίου, η 76η επέτειος της θρυλικής «Μάχης των Οχυρών», στο Οχυρό «Λίσσε». Η τελετή, πραγματοποιήθηκε παρουσία του Υφυπουργού Εξωτερικών κ.Τέρενς Κουικ , του Αρχηγού ΓΕΣ Αντ/γου κ. Αλκιβιάδη Στεφανή, του Αντιπροέδρου της Ν.Δ κ. Κωστή Χατζηδάκη, του Δημάρχου Κ. Νευροκοπίου κ. Βασίλειου Γιαννόπουλου, πολιτικών και στρατιωτικών αρχών του τόπου, εκπροσώπων φορέων και συλλόγων και πλήθους κόσμου.

Στην 76η επέτειο, απεδόθησαν οι οφειλόμενες τιμές στους ήρωες αγωνιστές των Οχυρών, που έδωσαν τη ζωή τους αρνούμενοι να παραδοθούν στον κατακτητή, μαχόμενοι μέχρι θανάτου για την τιμή των όπλων και την ελευθερία της Πατρίδας μας.

17799467_1594457813915277_1886744377661377705_n

Το Οχυρό Λίσσε, κατασκευάστηκε μέσα στο λόφο που υψώνεται στην πεδιάδα του Νευροκοπίου, και βρίσκεται στα ανατολικά του χωριού Οχυρό.
Οι οχυρώσεις του, αποτελούνται από τέσσερις ομάδες στοών (Χελώνες) σε όλη την έκταση του λόφου, με υπόγειες στοές που ξεπερνούν τα 950 μέτρα συνολικά. Δύο από τα συμπλέγματα στοών, επικοινωνούν με υπόγειες διαβάσεις, ενώ τα άλλα δύο αποτελούν αυτόνομες αμυντικές εγκαταστάσεις.
Το Οχυρό διέθετε πολυβολεία, εγκαταστάσεις για διαμονή και αποθήκευση, δεξαμενές νερού, ηλεκτρογεννήτριες, οπλισμό και θέσεις για στρατιωτικά οχήματα. Η δύναμη του Οχυρού Λίσσε αποτελούνταν από 12 αξιωματικούς και 457 οπλίτες.

Λόγω της απαραίτητης μυστικότητας και της ανάγκης για καμουφλάζ, οι εγκαταστάσεις του Οχυρού είναι δυσδιάκριτες από την εξωτερική πλευρά και η πρόσβαση σε αρκετές από τις εισόδους του είναι δύσκολη. Επισκέψιμη είναι μόνο μια Χελώνη.

17796812_1901234393450317_3470855654698726069_n17799278_1901235230116900_5613141331112734081_n

Η ιστορία

Το 1935 και όταν άρχισε να διαφαίνεται έντονα ο κίνδυνος ενός νέου πολέμου συστάθηκε επιτροπή στις 2 Αυγούστου, προκειμένου να υποβάλλει μελέτη οχυρωματικών έργων προκάλυψης σε αμυντικές επιχειρήσεις. Την υλοποίηση του μεγαλόπνοου αυτού σχεδίου, ανέλαβε η Διοίκηση Φρουρίου Θεσσαλονίκης, που την εποχή εκείνη αποτελούσε μεγάλο σχηματισμό. Η επιτροπή είχε ως επικεφαλής τον Συνταγματάρχη του Μηχανικού Ιωάννη Στρίμπερ, ονομάστηκε Επιτροπή Μελετών Οχυρώσεων (ΕΜΟ), και ως έργο της είχε τον καθορισμό της προτιμητέας μορφής οχυρώσεων στη ζώνη προκαλύψεως, της γενικής γραμμής χάραξης των έργων, της απαιτούμενης δαπάνης και της οργάνωση των εργασιών.

Σε αυτήν συμμετείχαν τοπογράφοι, γεωγράφοι, μηχανικοί, αρχιτέκτονες, με συμμετοχή και άλλων στρατιωτικών μονάδων, όπως Μηχανικού, αλλά και φορέων, όπως το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, πολλές βιομηχανίες Αθήνας και Πειραιά (εταιρίες του Γαβαλά, του Τριανταφυλλίδη κ.λπ.). Στρατιωτικοί και ιδιώτες, ήταν όλοι τους κορυφαίοι, την εποχή εκείνη.

Τεράστιο ρόλο, έπαιξε το Μετσόβιο Πολυτεχνείο με κορυφαίο στη συνεισφορά του τον καθηγητή του οπλισμένου σκυροδέματος Περικλή Παρασκευόπουλο. Η Επιτροπή, υπό την πίεση του χρόνου, προχώρησε στην επιλογή των σημείων κατασκευής οχυρών και όλων των απαραίτητων άλλων έργων υποδομής και υπέβαλε σχετική έκθεση προτάσεων στο Υπουργείο Άμυνας. Μετά από αρκετές συσκέψεις αποφασίσθηκε η κατασκευή του έργου, η οποία ξεκινούσε οχυρωτικά από την Ανατολική Μακεδονία (όρος Μπέλες) μέχρι την Κομοτηνή, καλύπτοντας τμηματικά μία ζώνη μήκους περίπου 300 χλμ., χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτήν οι επεκτάσεις αντιαρματικών ζωνών και άλλων συμπληρωματικών οχυρώσεων που έφθαναν μέχρι τον ποταμό Έβρο.

Κύριος σκοπός της κατασκευής της οχυρωματικής αυτής γραμμής δεν ήταν απλά η συνεχής παθητική άμυνα, αλλά η απόκρουση μιας αιφνίδιας εχθρικής προσβολής με παράλληλη εξασφάλιση προκάλυψης τμημάτων στρατού εκστρατείας. Η Επιτροπή Μελετών Οχυρώσεων μελέτησε τελικά την κατασκευή μόνο για τις ανάγκες προκάλυψης οι οποίες και ήταν: Η άμεση απόκρουση οποιασδήποτε αιφνίδιας εχθρικής εισβολής. Η εξασφάλιση των προϋποθέσεων για ταχεία και απρόσκοπτη επιστράτευση των παραμεθορίων πληθυσμών. Η εξασφάλιση ταχείας συγκέντρωσης στρατού εκστρατείας στη παραμεθόριο περιοχή. Και τέλος, η εξασφάλιση εκ μέρους των στρατευμάτων προκάλυψης μιας καθορισμένης γραμμής υπέρ του στρατού εκστρατείας.
Η επιτροπή, κατέληξε στην κατασκευή περίκλειστων αμυντικών συγκροτημάτων και άλλων έργων που θα τα πλαισίωναν. Ακολουθήθηκε το μοντέλο οχύρωσης της γαλλικής γραμμής «Μαζινώ», καθώς ο γαλλικός στρατός του Μεσοπολέμου θεωρείτο ο πιο σύγχρονος της εποχής. Τη γαλλική αμυντική γραμμή, επισκέφτηκαν επιτροπές Ελλήνων αξιωματικών, οι οποίοι υιοθέτησαν κάποια στοιχεία. Τα περισσότερα στοιχεία των ελληνικών αμυντικών έργων ήταν μοναδικά.

Το έργο, φαίνεται πως σχεδιάστηκε με προσωρινό αμυντικό και μόνο χαρακτήρα, προσφέροντας πολύτιμο χρόνο προπαρασκευής στις κύριες δυνάμεις εκστρατείας που θα αντιμετώπιζαν στη συνέχεια αποτελεσματικότερα τον εχθρό. Το 1936 τερματίστηκαν οι εργασίες της Επιτροπής ενώ δόθηκε εντολή για άμεση εκκίνηση των εργασιών κατασκευής για τα οχυρά Ρούπελ, Καρατάς, Μαλιάγκα, Περιθώρι, Λίσσε και Πυραμιδοειδές.

Οι εργασίες άρχισαν στην Κερκίνη το 1936. Μέσα στην ίδια χρονιά την αρχηγία του ΓΕΣ ανέλαβε ο Αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, ο οποίος έκανε σημαντικές προσθήκες και τροποποιήσεις στον αρχικό σχεδιασμό. Το Μάιο του 1937, η ΚΕΟ εργαζόταν στην παραμεθόριο βορείως της Δράμας και στη μελέτη αντιαρματικής τοποθεσίας μεταξύ των Οχυρών Περιθώρι και Λίσσε. Τα έργα, εκτελέστηκαν με τη διαδικασία της εργολαβίας από το 1936 έως το 1938. Για την επίβλεψή τους, διετέθη ένας αξιωματικός Μηχανικού, ένας απόστρατος αξιωματικός ή πολιτικός μηχανικός και επιστάτες διαφόρων ειδικοτήτων, καθώς και οπλίτες με αξιωματικό για τη διασφάλιση της ασφάλειας.

Με τα οχυρά ασχολήθηκαν πρώτοι οι Γερμανοί κατακτητές, οι οποίοι επί δύο χρόνια μελέτησαν τα έργα με ειδικά στρατιωτικά και τεχνικά κλιμάκια.

Από αναφορές τους, γνωρίζουμε ότι αξιοποίησαν την υποδειγματική στρατηγική και κατασκευαστική αρτιότητά τους. Κατά τη διάρκεια της κατοχής οι Βούλγαροι προσπάθησαν να απενεργοποιήσουν τη Γραμμή Μεταξά ανατινάζοντας πολλά επιφανειακά έργα. Επίσης, επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν τον πλούσιο σε χάλυβα οπλισμό του σκυροδέματος. Όμως, σύντομα διαπίστωσαν ότι το κόστος των εκρηκτικών ήταν πολλαπλάσιο του κέρδους από τον χάλυβα. Το γεγονός αυτό επαληθεύει τη διαπίστωση ότι η ποιότητα και η ποσότητα των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή αυτών των έργων ήταν εξαιρετική και υποδειγματική για εκείνη την εποχή.
Μετά την απελευθέρωση και τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, πολλά από τα έργα της Γραμμής Μεταξά παρέμειναν οχυρωματικές εγκαταστάσεις περιφρούρησης των βορείων συνόρων της χώρας.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 ο Ελληνικός Στρατός σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ, αναμόρφωσε τα έργα της Γραμμής Μεταξά, ώστε να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες μορφές πολέμου, με επεμβάσεις και προσαρμογές για τη χρήση σύγχρονων όπλων. Τα υπόγεια έργα θα αποτελούσαν και ασφαλείς χώρους επιχειρήσεων σε περίπτωση διεξαγωγής πυρηνικού ή χημικού πολέμου. Η ύπαρξη τους στα σύνορα του Δυτικού και Ανατολικού Κόσμου συνέβαλε στην θωράκιση της χώρας στον τότε επικείμενο κίνδυνο από βορρά, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.
Με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, και την συμφιλίωση των χωρών της Βαλκανικής σε ένα νέο κλίμα Διεθνών Σχέσεων και συνεργασίας, τα έργα της Γραμμής Μεταξά σιγά – σιγά έχασαν τον προηγούμενο ρόλο τους. Έκτοτε παραμένουν σημεία μνήμης και θαυμασμού ενός ηρωικού και επώδυνου κομματιού της ελληνικής ιστορίας.

Σήμερα, το έργο του Μουσείου- Πάρκου Λίσσε επιχειρεί να αναδείξει και να ζωντανέψει τα γεγονότα εκείνης της περιόδου, όχι με μία πολεμοχαρή ή εθνικιστική διάθεση. Στόχος, είναι η επίσκεψη να αποτελέσει μια δραστηριότητα βιωματικής περισυλλογής και ανάκλησης της ιστορικής μνήμης, αλλά και μιας πρωτότυπης δημιουργικής ψυχαγωγίας.