Παρουσιάστηκε στη Δράμα ο συλλογικός τόμος για τις απώλειες της περιόδου 1941-1944
Αναγκαιότητα να χρηματοδοτήσει
έρευνα η πολιτεία για τις πραγματικές
απώλειες της Κατοχής
► Επίκαιρο όσο ποτέ το ζήτημα των αποζημιώσεων και του κατοχικού δανείου μέσα από την ιστορική τεκμηρίωση – Μιλάνε στον «Π.Τ.» οι ιστορικοί Ν. Δορδανάς και Τ. Χατζηαναστασίου
Του Θανάση Πολυμένη
ΤΟ ΒΡΑΔΥ του Σαββάτου 7 Μαρτίου, παρουσιάστηκε στην αίθουσα εκδηλώσεων του δημαρχείου Δράμας, ο συλλογικός τόμος με τίτλο: «Η Μακρά Νύχτα της Κατοχής – Ανθρώπινες απώλειες και υλικές καταστροφές στην κατεχόμενη Ελλάδα (1941 – 1944)» σε επιμέλεια των Στράτου Ν. Δορδανά και Μενέλαου Χαραλαμπίδη.
Συνδιοργανωτές της εκδήλωσης ο Δήμος Δράμας, η Μέριμνα Ποντίων Κυριών Δράμας, οι εκδόσεις «Αλεξάνδρεια» και το βιβλιοπωλείο «Μανιφέστο». Για το βιβλίο μίλησαν ο Στράτος Δορδανάς, Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορίας ΑΠΘ, η κα. Γεωργία Μπακάλη, διδάκτωρ Ιστορίας και ο κ. Τάσος Χατζηαναστασίου, διδάκτωρ Ιστορίας.
Δορδανάς: Ελπίδες για ερευνητικό έργο από την πολιτεία
Μιλώντας στα τοπικά μέσα ενημέρωσης ο εκ των επιμελητών του τόμου κ. Δορδανάς, σημείωσε ότι η έκδοση αποτελεί προϊόν ενός συλλογικού τόμου, «επομένως μόχθος των πολλών, στο πλαίσιο της μελέτης και τεκμηρίωσης των απωλειών, ανθρώπινων και υλικών καταστροφών που υπέστη η Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου».
Όπως εξηγεί ο κ. Δορδανάς, «στον τόμο αυτό έχουν συμβάλει 16 ερευνητές, χωρίς όμως να καλύπτεται γεωγραφικά το σύνολο της χώρας. Αυτό σηματοδοτεί μια πρώτη συστηματική προσπάθεια να καταγραφούν στις σελίδες αυτού του συλλογικού τόμου οι απώλειες της χώρας. Και αυτό το σημειώνω γιατί μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει —όχι ένας συλλογικός τόμος— δεν έχει υπάρξει ένα ερευνητικό πρόγραμμα το οποίο θα καταγράψει με τρόπο συστηματικό και θα τεκμηριώσει τις απώλειες, καταστροφές και έμψυχες απώλειες που υπέστη η χώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου».
Εξέφρασε την ελπίδα, «ο συλλογικός αυτός τόμος να λειτουργήσει ως το έναυσμα, ώστε στο μέλλον να αναληφθούν κι άλλες τέτοιες πρωτοβουλίες και κυρίως να υπάρξει ένας συντονισμός και μια χρηματοδότηση ενός μεγάλου ερευνητικού προγράμματος, το οποίο θα συστηματοποιήσει την έρευνα σε αυτό το επίπεδο».
Πάντα επίκαιρη η καταγραφή των θυμάτων
Ερωτώμενος αν στην εποχή μας και μετά από τόσα χρόνια, είναι επίκαιρο το ζήτημα της καταγραφής των θυμάτων, σημείωσε: «Δεν έχει πάψει ποτέ να είναι επίκαιρο. Και αυτό γιατί η χώρα διεκδικεί να αποτελεί έναν από τους δύο συνομιλητές για αυτά τα ζητήματα, με το έτερο μέρος να είναι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η χώρα διεκδικεί και ποτέ δεν έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια αυτή για τις επανορθώσεις, επομένως για τις καταστροφές και ό,τι συνέβη στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια του πολέμου και της τριπλής κατοχής, και η χώρα δεν έχει πάψει να διεκδικεί επίσης και το κατοχικό δάνειο».
Όπως τόνισε στη συνέχεια, «οπότε, είναι επίκαιρο όσο ποτέ και θα συνεχίσει να είναι και από την άποψη ότι —για σκεφτείτε— εάν κάποια στιγμή στο μέλλον μέσω διπλωματικής οδού και της επίσημης πολιτικής η Γερμανία δεχτεί να καθίσει στο τραπέζι των συζητήσεων και διαπραγματεύσεων, η Ελλάδα πρέπει να είναι έτοιμη για να το κάνει αυτό. Κατά την άποψή μας, η Ελλάδα δεν είναι ακόμα έτοιμη να συγκροτήσει έναν φάκελο, που θα αποδεικνύει πέρα από κάθε αμφιβολία το τι συνέβη στη χώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου και της κατοχής».
Από αρ. η κα. Θεοδωρίδου πρόεδρος της Μέριμνας Ποντίων Κυριών, ο επιμελητής της έκδοσης κ.κ. Δορδανάς και Χατζηαναστασίου και η ιστορικός κα. Μπακάλη.
Η πολιτεία δεν κάνει αυτό που θα έπρεπε!
Στην ερώτηση αν τελικά η πολιτεία κάνει αυτό που θα έπρεπε για να βοηθήσει τέτοιου είδους έρευνες και ερευνητικές προσπάθειες απαντά: «Η απάντηση είναι ευθέως όχι. Η πολιτεία εξακολουθεί με τρόπο αποσπασματικό και συγκυριακό να αντιλαμβάνεται την οφειλή της απέναντι στο παρελθόν, και δη αυτό το τραυματικό παρελθόν, και την οφειλή της όχι μόνο απέναντι στην ιστορία αλλά και την οφειλή της απέναντι στους νέους επιστήμονες. Συζητάμε πάντοτε ότι θα πρέπει να συγκρατήσουμε επιστημονικό δυναμικό εντός της χώρας, αλλά με ποιον τρόπο; Όταν δεν υπάρχουν ερευνητικά προγράμματα, όταν η χώρα δεν χρηματοδοτεί ερευνητικά προγράμματα —η πολιτεία η ίδια— και κυρίως όταν δεν επενδύει σε πόρους στις θεωρητικές επιστήμες. Άρα είναι χρέος της πολιτείας και αυτή είναι, ξέρετε, μια προσπάθειά μας και μια αγωνία μας: να επισημάνουμε στην πολιτεία αυτές τις οφειλές της.
Χατζηαναστασίου: Μια φιλόδοξη προσπάθεια για καταγραφή απωλειών
Για τον συλλογικό τόμο, δηλώσεις στα τοπικά μέσα ενημέρωσης έκανε και ο ιστορικός κ. Χατζηαναστασίου. Αναφερόμενος στο βιβλίο σημειώνει χαρακτηριστικά: «Είναι μια φιλόδοξη προσπάθεια να γίνει για πρώτη φορά μετά το 1944 —σκεφτείτε— η καταγραφή των απωλειών και καταστροφών που υπέστη η Ελλάδα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η έρευνα του Δοξιάδη και τα πορίσματά της είναι δεδομένο ότι πλέον έχουν ξεπεραστεί, γιατί η ιστορική έρευνα έχει προχωρήσει. Ειδικά τα τελευταία χρόνια η ιστοριογραφία έχει αναδείξει και άλλες πλευρές του τραύματος της Κατοχής».
Αναφερόμενος στον τίτλο του βιβλίου «Η Μακρά Νύχτα της Κατοχής», τονίζει ότι, «πλέον μπορούμε να αξιοποιήσουμε αυτά τα νέα στοιχεία, έτσι ώστε να δώσουμε στο κοινό αυτή την παρακαταθήκη εθνικής μνήμης, αλλά και διεκδίκησης αν θέλετε. Διότι πάντα είναι ζωντανό το θέμα των αποζημιώσεων. Μια πραγματική εικόνα, πιο έγκυρη από την παλιότερη έρευνα η οποία βέβαια ήταν πολύτιμη το 1944 —αξιοποιήθηκε στις διεκδικήσεις της Ελλάδας τότε στο συνέδριο της ειρήνης. Αλλά πλέον τώρα, με βάση τα νέα στοιχεία, θα πρέπει να ξαναδούμε το θέμα και να αποκατασταθεί η αλήθεια και για τα θύματα και για τους πραγματικούς αριθμούς των απωλειών —ακόμα και των κτιρίων, των υποδομών της χώρας. Οπότε θεωρώ ότι έχει γίνει το πρώτο βήμα, γιατί λείπουν κεφάλαια ας πούμε για κάποιες περιοχές της Ελλάδας».
Η αναφορά στη Δράμα
Αναφερόμενος στην περιοχή της Δράμας, σημείωσε: «Έχω την τιμή, ως ειδικός ιστορικός της περιόδου της Κατοχής στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη —δηλαδή των βουλγαροκρατούμενων περιοχών— να προσφέρω το κεφάλαιο που αφορά ακριβώς τις βουλγαροκρατούμενες περιοχές, όπου βέβαια η Δράμα έχει την τιμητική της. Διότι όπως γνωρίζουμε, και εξαιτίας των γεγονότων της Δράμας του ’41, είχε τα περισσότερα θύματα».
Αναφερόμενος στο ζήτημα των τεκμηρίων και το αρχειακό και φωτογραφικό υλικό εκείνης της περιόδου όσον αφορά τη Δράμα, τόνισε: «Η τεκμηρίωση πιστεύω ότι είναι επαρκής για τέτοιου είδους γεγονότα, με την έννοια ότι έχει γίνει μια πολύ συστηματική προσπάθεια καταγραφής όλων των θυμάτων από τα αντίποινα των βουλγαρικών κατοχικών δυνάμεων για την αντάρτικη δράση και τα άλλα εγκλήματα που έγιναν σε βάρος του πληθυσμού».
Συμπλήρωσε πάντως ότι: «Όμως, σε τέτοιες συνθήκες βλέπετε ότι ακόμα και σήμερα στους πολέμους δεν μπορούμε να έχουμε ακριβή στοιχεία απωλειών —σκεφτείτε είμαστε στο 2026. Πόσο μάλλον το 1942, ’43, ’44, ’41, που δεν είναι δυνατόν να έχουμε μια απόλυτη καταγραφή μέχρι και του τελευταίου θύματος ας πούμε, ή του τελευταίου γκρεμισμένου σπιτιού. Έτσι όμως, νομίζω ότι προσεγγίζουμε πλέον πολύ κοντά στα πραγματικά δεδομένα. Οπότε τώρα έτσι προχωράει η επιστήμη. Έγινε η πρώτη δουλειά το ’44, γίνεται τώρα το 2026, και περιμένουμε νέους ερευνητές να προσφέρουν με τη δουλειά τους ακόμα περισσότερα, να πάμε ακόμα πιο κοντά στην αλήθεια και στην πραγματικότητα».


