Αναγκαιότητα να υπάρξει
διαδικασία για τον επαναπατρισμό
κειμηλίων του Παγγαίου
Η έκκληση της Δράμας προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Με αφορμή την έκκληση του Μητροπολίτη Δράμας κ. Δωρόθεου για τα ιερά κειμήλια της Παναγίας Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου
Του Θανάση Πολυμένη
Η ΠΕΡΙΟΧΗ της Δράμας, έχει μια ιστορία η οποία κρατάει πολλές χιλιετίες πίσω. Ξεκινάει πριν από τη γνωστή αρχαιότητα όπως την γνωρίζουμε σήμερα και αγγίζει τα 5.000 χρόνια πίσω, με τον νεολιθικό οικισμό που είχε βρεθεί στην περιοχή του λόφου του Αρκαδικού στις εργατικές κατοικίες.
Από τότε μέχρι και σήμερα, η περιοχή της Δράμας κατοικείται από ομάδες, άλλοτε οργανωμένες και άλλοτε όχι, με μικρά πολίσματα, οικισμούς κτλ. Ιδιαίτερα οργανωμένη κοινωνία εμφανίζεται από τους ελληνιστικούς χρόνους και αργότερα βέβαια με το Βυζάντιο, όπου μάλιστα στην πόλη της Δράμας, χτίζεται και ο πρώτος ιερός ναός, αυτός της Αγίας Σοφίας, ουσιαστικά από τον 4ο – 5ο αιώνα μ.Χ. με διάφορες αλλαγές στη συνέχεια.
Η ιστορία της Δράμας ακολουθεί μια σημαντική πορεία όλα αυτά τα χρόνια, με την υποδούλωση στην οθωμανική αυτοκρατορία στη συνέχεια, μέχρι και τους Βαλκανικούς πολέμους και τις πρώτες δύο βουλγαρικές κατοχές.
Κατά το 451 μ.Χ., ιδρύεται από τον επίσκοπο Φιλίππων Σώζων, ένας μοναστικός οικισμός στη θέση Βίγλα στο όρος Παγγαίο, πλησίον της σημερινής Μονής Παναγίας Εικοσιφοίνισσας. Πρόκειται για ένα από τα πλέον ιστορικά μοναστήρια της περιοχής, στα όρια των Νομών Σερρών, Καβάλας και Δράμας, κτισμένο στη βόρεια πλευρά του Παγγαίου και σε υψόμετρο 753 μέτρων.
Το σημερινό σημείωμα, λαμβάνει αφορμή από την έλευση του Προέδρου της Δημοκρατίας στο Δοξάτο την Τρίτη 30 Ιουνίου 2026, όπου ανακηρύχθηκε δημότης του Δήμου Δοξάτου από το Δημοτικό Συμβούλιο. Πρόκειται για την Ημέρα Μνήμης και Τιμής για το πρώτο ολοκαύτωμα του Δοξάτου, μία μόλις ημέρα πριν από την απελευθέρωση της πόλης της Δράμας, καθώς αποχωρούσαν από το χωριό Βούλγαροι και Τούρκοι στρατιώτες και προχωρούσαν σε σφαγές και φωτιές σε όλο τον οικισμό.
Η διαφύλαξη της κληρονομιάς
Με το τέλος της Θείας Λειτουργίας στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου του Δοξάτου, ο σεβασμιότατος Μητροπολίτης Δράμας κ. Δωρόθεος, αναφέρθηκε στη μαρτυρικότητα του Δοξάτου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής.
Επρόκειτο για «ένα μήνυμα σεβασμού απέναντι στη θυσία των προγόνων μας, αλλά και ένα μήνυμα υπόσχεσης και εθνικού χρέους για τη διαφύλαξη της ιστορικής μας μνήμης και της πολιτιστικής μας κληρονομιάς».
Στο πλαίσιο αυτό, ο Μητροπολίτης Δράμας κ. Δωρόθεος προχώρησε ένα βήμα παραπάνω, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στα κειμήλια και τα χειρόγραφα της ιερά μονής Παναγίας Εικοσιφοίνισσας του Παγγαίου, όπως και της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών.
Όπως τόνισε συγκεκριμένα, «με σκοπό τη διαφύλαξη αυτής της κληρονομιάς, δράττομαι της ευκαιρίας να σας παρακαλέσω ώστε να μεριμνήσετε προσωπικά για την επιστροφή των κλαπέντων από τους Βουλγάρους κειμηλίων και χειρογράφων των ιερών μονών Παναγίας Εικοσιφοινίσσης Δράμας, Τιμίου Προδρόμου Σερρών και Παναγίας Αχειροποιήτου Παγγαίου. Με αυτά τα λίγα λόγια, σας καλωσορίζω και πάλι και σας εύχομαι υγεία, μακροημέρευση και καλή δύναμη στα υψηλά σας καθήκοντα».
Τα κειμήλια της Μονής Εικοσιφοινίσσης
Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και από το 1916 έως το 1918, η περιοχή βρισκόταν υπό τη Δεύτερη Βουλγαρική Κατοχή. Ήταν μια περίοδος εξαιρετικά σκληρή για τους Έλληνες. Οι διωγμοί και οι βασανισμοί που υπέστησαν από τους Βούλγαρους ήταν μεγάλοι και απηνείς. Απώτερος στόχος ήταν ο εκβουλγαρισμός της περιοχής και η προσάρτηση εδαφών, για το όραμα της Μεγάλης Βουλγαρίας, η οποία ήθελε έξοδο στο Αιγαίο.
Ανάμεσα στις διάφορες μεθόδους που εφάρμοζαν για τον σκοπό τους εκείνα τα χρόνια, ήταν οι εκτελέσεις, η οικονομική αφαίμαξη του ελληνικού πληθυσμού, αλλά και η θρησκευτική λεηλασία μοναστηριών και εκκλησιών, που είχαν σημαντική κειμήλια, συνδεδεμένα όλα με τον ελληνισμό και την ορθοδοξία.
Στο πλαίσιο αυτό, οι Βούλγαροι κομιτατζήδες, λεηλάτησαν συστηματικά τις μονές, του Τιμίου Προδρόμου και της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας. Μεταξύ άλλων, είχαν κλαπεί χιλιάδες αντικείμενα και συνολικά 700 χειρόγραφα. Ο βουλγαρικός στρατός κατοχής, είχε βάλει στο στόχαστρό του τις δύο ιστορικές μονές, το 1917, κατόπιν εντολής του Βουλγαρικού Γενικού Επιτελείου, και μέσα από επιδρομές, κατάκλεψαν από τις δύο μονές εκατοντάδες χρυσά και ασημένια αντικείμενα, ιερά κειμήλια και ανεκτίμητης αξίας χειρόγραφα.
Οι προσπάθειες επαναφοράς
Κατά τη διάρκεια της ποιμαντορίας του στην Ιερά Μητρόπολη Δράμας, ο Μητροπολίτης Δράμας κυρός Παύλος, είχε ξεκινήσει ένα σημαντικό και μεγάλο αγώνα για τον επαναπατρισμό ορισμένων κειμηλίων που είχαν βρεθεί μετά από μια απίστευτη διαδρομή σε όλο τον κόσμο, στις ΗΠΑ.
Μετά από συζητήσεις και συναντήσεις, κατέστη δυνατό κάποια από αυτά – ελάχιστα βέβαια και μετρημένα στα δάχτυλα – να επιστρέψουν με τις ανάλογες τιμές και να τοποθετηθούν και πάλι στη μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας.
Παρ’ όλα αυτά, ένας πραγματικά μεγάλος αριθμός παραμένει σε αφάνεια. Ελάχιστα από αυτά φαίνεται να ανήκουν σε χέρια ιδιωτών συλλεκτών, που είναι αρκετά δύσκολο να αποκτηθούν. Όμως, ένας μεγάλος αριθμός – ο κύριος όγκο θα λέγαμε των κειμηλίων – βρίσκεται στη Βουλγαρία και φυλάσσεται εκεί, εν γνώσει πάντα των κυβερνήσεων που πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια μέχρι και σήμερα.
Σύμφωνα με στοιχεία που είχε δώσει επίσημα ο Ομότιμος Καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης κ. Παπάζογλου, που έχει ασχοληθεί συστηματικά με το θέμα αυτό, οι Βούλγαροι φαίνεται να κοστολογούν το σύνολο των κειμηλίων στο ένα δισεκατομμύριο δολάρια!
Οι δηλώσεις του αυτές έγιναν σε μια κοινή συνέντευξη Τύπου με τον σεβασμιότατο Μητροπολίτη Δράμας κ. Δωρόθεο στα τοπικά μέσα ενημέρωσης, στα μέσα Μαρτίου του 2024.
Η ιστορία που υπάρχει πίσω απ’ αυτή την υπόθεση είναι αρκετά μεγάλη και σημαντική. Μέχρι σήμερα πάντως, το ελληνικό κράτος δεν έχει δώσει επίσημα στοιχεία στη δημοσιότητα για το αν έχει κάνει και πότε προσπάθειες επαναπατρισμού τους από την Βουλγαρία, αλλά και ποιες είναι οι πιθανές συζητήσεις με τις βουλγαρικές κυβερνήσεις.
Πάντως, ο νυν Μητροπολίτης Δράμας κ. Δωρόθεος, είχε προσπαθήσει να κινήσει το θέμα μέσω του Υπουργείου Πολιτισμού.
Σε γενικότερο επίπεδο πάντως, οι δημοσιογραφικές πληροφορίες λένε ότι υπάρχει μια κάποια κινητικότητα και το θέμα το χειρίζεται επίσημα το ελληνικό κράτος. Είναι ένα θέμα καθαρά διακρατικό, το οποίο ενέχει σημαντικής ιστορικής αξίας και φυσικά βρίσκεται σε ένα υψηλό πολιτικό επίπεδο. Και προφανώς είναι ζητήματα τα οποία κινούνται αργά μεταξύ των διπλωματικών κινήσεων των δύο κρατών.
φωτογραφία αρχείο

