Αναμνήσεις από την συμμετοχή μου
στις επιχειρήσεις της Κύπρου τον Ιούλιο
και Αύγουστο του 1974
Του Δημητρίου Κούκουρα Ανώτατου Αξιωματικού του Πυροβολικού ε.α
Η Τουρκική εισβολή τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1974 στην Κύπρο με βρήκε νεαρό Υπολοχαγό να υπηρετώ στην 181 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού (ΜΠΠ) με καθήκοντα Διοικητού της Γ’ Πυροβολαρχίας της. Έδρα της Μονάδας η κωμόπολη Τρίκωμο με πληθυσμό περίπου πέντε χιλιάδες, γενέτειρα του στρατηγού Γρίβα-Διγενή, δεκαπέντε χιλιόμετρα Βόρεια της Αμμοχώστου, σήμερα βρίσκεται στην κατεχόμενη περιοχή.
Συμπληρώνονται φέτος πενήντα δύο χρόνια από εκείνο το καλοκαίρι της εισβολής των τουρκικών δυνάμεων στην μαρτυρική Μεγαλόνησο, που άφησε πίσω της οδυνηρές πληγές, τόσο για τον Ελληνισμό της Κύπρου αλλά και για το Έθνος ολόκληρο. Γι’ αυτό και το χρέος επιβάλλει να μην λησμονούμε όσα συνέβησαν, όχι μόνο για να αποδίδουμε τιμή σε αυτούς που θυσιάστηκαν σε εκείνους τους αγώνες και να αντλούμε δυνάμεις από το φρόνημά τους, αλλά και να διδασκόμαστε από τα λάθη μας.
Θα προσπαθήσω όσο περιληπτικά γίνεται να παρουσιάσω ορισμένα στοιχεία από την συμμετοχή μου σε εκείνη την δοκιμασία, όπως έχουν αποτυπωθεί μέσα στη μνήμη μου, χωρίς να έχουν αλλοιωθεί από τα χρόνια που πέρασαν.
Έζησα τον ματωμένο και παράφρονα εκείνο Ιούλιο και Αύγουστο του 1974 στην πρώτη γραμμή του πυρός και σώθηκα από θαύμα. Ένιωθα ότι η προστάτιδα του πυροβολικού μας Αγία Βαρβάρα πως είχε απλώσει ένα δίχτυ προστασίας για τους στρατιώτες μου και για μένα σε όλες μας τις κινήσεις μέσα σε εκείνο το πολεμικό περιβάλλον. Δύο φορές προσπάθησε η Τουρκική αεροπορία να μας προσβάλει με βόμβες ναπάλμ (εμπρηστικές) για να μας κάψει ζωντανούς και τις δύο απέτυχε. Τη δεύτερη φορά μάλιστα η βόμβα έπεσε σε όχημα της ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών που εκκινήτο πλησίον μας και αποτέφρωσε όλους τους επιβαίνοντες σε αυτό. Την εικόνα της μου την είχε δώσει ο ήρωας Διοικητής μου το πρωί της 20ης Ιουλίου όταν αναχωρούσα για την πρώτη πολεμική αποστολή που μου ανέθεσε. Την είχα συνεχώς πάνω μου κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων και δεν την έχω αποχωριστεί ποτέ από τότε.
Από τη ζωή στη γραμμή αντιπαράθεσης το χειμώνα του1974-1975 .Ο στρατιώτης που είναι στο αριστερό της φωτογραφίας είναι ο Καραγιανόπουλος Παναγιώτης από τον Πύργο της Ηλείας που τώρα μένει μόνιμα με τα παιδιά του και τα εγγόνιά του.
Έχουν γραφτεί τόμοι βιβλίων σχετικά με όσα συνέβησαν στην Κύπρο πριν από πενήντα δύο χρόνια, νομίζω ότι σχεδόν έχουν καλύψει όλες τις πτυχές των τραγικών εκείνων γεγονότων, που άρχισαν από τις 15 Ιουλίου του 1974 με το εγκληματικό εκείνο πραξικόπημα και ολοκληρώθηκαν με την παράνομη Τουρκική εισβολή που άρχισε στις 20 Ιουλίου και τελείωσε στις 16 Αυγούστου του 1974. Κάποιοι ανεγκέφαλοι τότε από το στρατιωτικό καθεστώς στην Αθήνα χωρίς ίχνος πολιτικής γνώσεως, ούτε στρατηγικής σκέψεως αλλά και χωρίς κοινή λογική, πίστεψαν ότι με την πραξικοπηματική ανατροπή του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, θα επιτύγχαναν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ήταν τέτοια η αφέλεια και η αφροσύνη τους που δεν τους επέτρεψε να σκεφτούν ότι μια τέτοια ενέργεια, εναντίον ενός διεθνώς αναγνωρισμένου ηγέτη, σε ένα κράτος του οποίου η οντότητα στηρίζεται σε διεθνείς συνθήκες, με εγγυήσεις μάλιστα τρίτων χωρών, με την παρουσία της ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών που επέβλεπαν την ομαλή συμβίωση των κατοίκων του νησιού, αλλά και σε μια περιοχή όπου συγκρούονται τα συμφέροντα ισχυρών δυνάμεων, θα οδηγούσε με βεβαιότητα την επέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο. Έτσι λοιπόν τη βίαιη ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ακολούθησε ένας πενθήμερος αδελφοκτόνος σκοτωμός μεταξύ των υποστηρικτών του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και αυτών της ΕΟΚΑ Β’ που είχε θύματα και από τις δύο πλευρές. Το χειρότερο όμως που δημιούργησε το πραξικόπημα ήταν ο αποσυντονισμός, η καταπόνηση και ο αποπροσανατολισμός των μονάδων από το κύριο στρατιωτικό τους καθήκον που ήταν η άμυνα του νησιού, καθότι αρκετές επίλεκτες μονάδες πρώτης γραμμής ενεπλάκησαν στο πραξικόπημα. Δώσανε έτσι την ευκαιρία την οποία για αρκετά χρόνια περίμεναν με υπομονή οι καραδοκούντες Τούρκοι και με βάσει το ρόλο τους ως εγγυήτρια δύναμη, εκμεταλλεύτηκαν την παραφροσύνη του πραξικοπήματος και παρουσίασαν την παράνομη εισβολή τους ως ειρηνευτική δήθεν επιχείρηση για την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας στην Κύπρο όπως καθορίζουν οι συνθήκες Ζυρίχης και Λονδίνου. Παραπλανώντας έτσι την διεθνή κοινή γνώμη η οποία εκείνη την εποχή παρέμεινε αδιάφορη και η Ελλάδα βρέθηκε απομονωμένη από το σύνολο των συμμάχων της. Γιατί η αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας έπρεπε να γίνει όπως προβλέπει η συνθήκη, με την επάνοδο του νόμιμα εκλεγμένου ηγέτη της, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Από την τελετή ενταφιασμού των οστών του στρατηγού Στυλιανού Καλμπουρτζή στη Σχολή Πυροβολικού στο Μεγάλο Πεύκο Αττικής στις 23 Ιουλίου 2021
Εκμεταλλευόμενοι έτσι οι Τούρκοι το εγκληματικό εκείνο πραξικόπημα και την αδελφοσφαγή που ακολούθησε μεταξύ των Ελληνοκυπρίων από τις 15 έως την 19η Ιουλίου, χωρίς να πειραχτούν σε καμία στιγμή οι Τουρκοκύπριοι, άρχισαν από τις απογευματινές ώρες της 19ης Ιουλίου να δείχνουν τις προθέσεις τους για εισβολή, με το ψευδές αιτιολογικό, ότι κινδύνευε η Τουρκοκυπριακή Κοινότητα της νήσου.
Έτσι από τις απογευματινές ώρες της 19ης Ιουλίου άρχισαν με πολεμικά Αεροσκάφη τους να παραβιάζουν τον εναέριο χώρο της Κύπρου κάνοντας ψυχολογικό πόλεμο πετώντας προκλητικά πάνω από την οροσειρά του Πενταδάκτυλου, δημιουργώντας πανικό στον άμαχο πληθυσμό. Ταυτόχρονα κινητοποίησαν το στόλο τους με κατεύθυνση την Κύπρο και πορεία απέναντι από το ακρωτήριο του Αποστόλου Ανδρέα. Ήταν μία παραπλανητική κίνηση, μέχρι ενός σημείου, στην προσπάθειά τους να μην φανερώνουν που θα ήταν η κύρια αποβατική τους ενέργεια, σε περιοχή της Αμμοχώστου ή της Κερύνειας; Επιπλέον, με την έλευση του σκότους τις βραδινές ώρες της 19ης Ιουλίου διεπιστώθει από σκοπούς της μονάδος μου, ότι Τουρκοκύπριοι πολίτες από κοντινά τουρκοκυπριακά χωριά επιβαίνοντες σε ΙΧ οχήματα άρχισαν να παρακολουθούν την μονάδα μας προφανώς για να διαπιστώνουν εάν βρίσκεται εντός του στρατοπέδου εκείνο το βράδυ. Την πληροφορία αυτή η μονάδα την διαβίβασε στους προϊσταμένους της για να ενημερωθούν μήπως το ίδιο συνέβαινε πιθανώς και σε άλλες μονάδες. Σύμφωνα με τις ενδείξεις που ανέφερα και πολύ περισσότερες που θα είχαν τα προϊστάμενα κλιμάκια από άλλες πηγές που διέθεταν, όπως οι στρατιωτικοί ακόλουθοι στο Λονδίνο και την Σμύρνη και ιδιαίτερα από το κλιμάκιο τότε της ΚΥΠ στην Κερύνεια, αλλά και από διεθνή μέσα ενημέρωσης τα οποία ενημέρωναν εκείνο το βράδυ με λεπτομέρειες το κοινό τους για τις κινήσεις των Τούρκων, εάν τις αξιολογούσαν σωστά θα έπρεπε να είχαν λάβει κάποια προληπτικά μέτρα. Όπως να κινηθούν οι μονάδες στους ειδικούς χώρους εκτός στρατοπέδων, που είναι γνωστοί ως Χώροι Διασποράς (ΧΔ) από τον καιρό της ειρήνης, για να μην βρεθούν με το πρώτο φως της 20ης Ιουλίου εντός των στρατοπέδων τους και προσβληθούν από την Τουρκική αεροπορία. Επίσης με δεδομένο ότι από τα μεσάνυχτα είχε αρχίσει να φαίνεται που θα ήταν η κύρια αποβατική ενέργεια των Τούρκων, καθότι ο όγκος του στόλου τους ήταν παραταγμένος στο όριο των χωρικών υδάτων Βόρεια της Κερύνειας, δεν φρόντισαν να προσανατολιστούν κάποιες κατάλληλες μονάδες προς την περιοχή της Κερύνειας, ώστε να είναι έγκαιρη και άμεση η επέμβασή τους ιδίως στην πρώτη φάση της αποβάσεώς τους. Έτσι ενώ η επιθετική ενέργεια των Τουρκικών δυνάμεων εισβολής την νύχτα της 19ης προς 20 Ιουλίου ήταν εμφανής, η στρατιωτική ηγεσία παρέμεινε αδρανής και το σπουδαιότερο την ησυχαστική αυτή λογική προσπάθησαν να την μεταφέρουν και στις πολεμικές μονάδες της Κύπρου, λέγοντας ότι πρόκειται περί γυμνασίων και δεν πρέπει να ανησυχούν. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο όταν το βράδυ της 19ης Ιουλίου αξιωματικοί από μονάδες της Λευκωσίας, βρέθηκαν στο Γενικό Επιτελείο της Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ) με σκοπό να ενημερωθούν για την κατάσταση, άκουσαν αξιωματικό του Επιτελείου να τους λέει να μην ανησυχούν και μπορούν να πάνε για ύπνο.

Ξημέρωμα 20ης Ιουλίου πλήρης αιφνιδιασμός, οι Τουρκικές αποβατικές και αεραποβατικές δυνάμεις άρχισαν τις επιθετικές τους ενέργειες λες και έκαναν εκπαιδευτική άσκηση. Καμία αντίδραση, οι μονάδες ακόμη στα στρατόπεδα. Το πλεονέκτημα το οποίο είχαμε λόγω του ότι εμείς βρισκόμαστε σε γνωστό και σταθερό έδαφος και οι μονάδες ήταν αρκετές και ικανές να αντιμετωπίσουν την κατάσταση στην πρώτη φάση της εισβολής, το χάσαμε λόγω του αιφνιδιασμού και των καθυστερημένων αποφάσεων της τότε ηγεσίας. Όταν άρχισαν το πρωί να φτάνουν οι διαταγές για κινητοποίηση των μονάδων με αρκετά μεγάλη καθυστέρηση, οι Τούρκοι είχαν αποβιβάσει τα πρώτα τμήματά τους στην περιοχή Πέντε Μίλι δυτικά της Κερύνειας, είχαν ρίξει αλεξιπτωτιστές και είχαν μεταφέρει με ελικόπτερα τμήματα ειδικών δυνάμεων πεζικού στην περιοχή που ελέγχετο από αυτούς από τον καιρό της ειρήνης μεταξύ Γκιόνελι και Αγύρτας Βορειοδυτικά της Λευκωσίας. Η αεροπορία τους έχοντας πλήρη έλεγχο του πεδίου της μάχης και σχεδόν χωρίς καμία απειλή να την εμποδίζει άρχισε να χτυπά άνετα τους προεπιλεγμένους στόχους της και τα στρατόπεδα με πρώτο εκείνο της ΕΛΔΥΚ. Άλλες μονάδες χτυπήθηκαν καθ’ οδόν προς τους χώρους τελικού προορισμού, άλλες κατά την έξοδό τους από τα στρατόπεδα και άλλες εντός των στρατοπέδων τους ακόμη, με αποτέλεσμα να υποστούν απώλειες και να μειωθεί αρκετά η μαχητική τους ικανότητα. Έτσι λοιπόν ενώ οι Τούρκοι συνέχιζαν ανενόχλητοι τις ενέργειές τους προς τους αντικειμενικούς τους σκοπούς οι μονάδες της Κύπρου με αρκετά μεγάλη καθυστέρηση εκινούντο στο φως της ημέρας σε ένα τελείως ακάλυπτο περιβάλλον κάτω από την πλήρη αεροπορική υπεροχή των Τούρκων και το σπουδαιότερο τις κινήσεις των Ελληνοκυπριακών μονάδων τις πρόδιδαν και οι Τουρκοκύπριοι που ήταν διάσπαρτοι σε όλο το νησί.
Ομιλία στη Σχολή Πυροβολικού στις 2 Απριλίου 2011 στα αποκαλυπτήρια της προτομής του στρατηγού Στυλιανού Καλμπουρτζή από τον τότε πρόεδρο της Δημοκρατίας αείμνηστο Κάρολο Παπούλια
Οι Τούρκοι ξεκίνησαν γύρω στις 05.30 της 20ης Ιουλίου τις επιχειρήσεις τους, περί την 08.00 ίσως και αργότερα πρέπει ο ήρωας Διοικητής μου Αντισυνταγματάρχης Καλμπουρτζής Στυλιανός να έλαβε την πρώτη διαταγή για κινητοποίηση της μονάδας μας. Αμέσως μου έδωσε την πρώτη πολεμική αποστολή, να κινηθώ πρώτος με την Πυροβολαρχία μου και ανεξάρτητα από την υπόλοιπη μονάδα για να υποστηρίξω τις επιχειρήσεις της Ιης Ανωτέρας Τακτικής Διοίκησης της Αμμοχώστου (ΑΤΔ). Ακόμα αντηχούν στα αυτιά μου τα λόγια του εκεί στην Πύλη του στρατοπέδου μας, τη στιγμή που αναχωρούσαμε, για ένα προορισμό που δεν γνώριζες εάν έχει επιστροφή, αποχαιρετώντας μας μου είπε : “Δημήτρη καλή τύχη η Παναγία να είναι μαζί σας και η Αγία Βαρβάρα προστάτης και οδηγός σας”. Ήταν τα τελευταία λόγια ευθύνης και από καρδιάς που άκουσα από το στόμα του γιατί τέσσερις ημέρες αργότερα ο ίδιος ταξίδεψε για το Πάνθεον των ηρώων του Ελληνισμού, μετά από ύπουλο χτύπημα των τουρκικών δυνάμεων εισβολής κατά την διάρκεια της εκεχειρίας, τις απογευματινές ώρες της 23ης Ιουλίου 1974 πάνω στον Πενταδάκτυλο. Υπόψη ότι η εκεχειρία είχε διαταχθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για να ισχύσει από την 16.00η ώρα της 22ας Ιουλίου και την οποία δεν σεβάστηκαν οι Τουρκικές δυνάμεις εισβολής.
Η εκεχειρία και ιδιαίτερα η δέσμευση των πυροβόλων από την 16.00η ώρα της 22ας Ιουλίου μέχρι την 14η Αυγούστου 1974 ήταν κατά την γνώμη μου μεγάλο λάθος γιατί εφαρμόστηκε μονομερώς, μόνο από την Ελληνοκυπριακή πλευρά. Αντιθέτως οι εισβολείς την εκμεταλλεύτηκαν, αδιαφορώντας μάλιστα και για την παρουσία της ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών και εξακολούθησαν να αποβιβάζουν ανενόχλητοι όλο τον όγκο των δυνάμεών τους σε προσωπικό και μέσα, συνεχίζοντας έτσι την προέλασή τους για την διεύρυνση του θύλακα που αρχικά είχαν δημιουργήσει, καταλαμβάνοντας το ένα μετά το άλλο τα Ελληνοκυπριακά χωριά στην περιοχή της Κερύνειας χωρίς καμία αντίσταση και στη συνέχεια στις 14 Αυγούστου, σταμάτησαν ξαφνικά τις συνομιλίες που διεξάγονταν μεταξύ των εκπροσώπων της Ελλάδος, της Αγγλίας, της Τουρκίας, των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων στη Γενεύη και παραβιάζοντας την εκεχειρία εξαπέλυσαν την δεύτερη φάση της εισβολής τους από 14 έως 16 Αυγούστου καταλαμβάνοντας την γραμμή Αττίλα όπως είναι μέχρι σήμερα.
Ομιλία που έγινε στις 23 Ιουλίου 2002 στο νέο στρατόπεδο της μονάδας του ήρωα Καλμπουρτζή, που πήρε το όνομα του στην Κύπρο, μετά από τρισάγιο στη μνήμη τον ηρωικά πεσόντων Αξιωματικών και Οπλιτών παρουσία συγγενών φίλων και συμπολεμιστών των πεσόντων.
Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα των τουρκικών δυνάμεων εισβολής ήταν η καταστροφή της μονάδος μου της 181 ΜΠΠ που έγινε στις 23 Ιουλίου, ακριβώς μια ημέρα μετά την έναρξη της εκεχειρίας. Από την ώρα που άρχισε η εκεχειρία ο Διοικητής μου αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι η μονάδα είχε αρχίσει να βρίσκεται σε δυσμενή θέση στη συγκεκριμένη ορεινή τοποθεσία του Πενταδάκτυλου που είχε ταχθεί με κίνδυνο να εγκλωβιστεί. Γιατί η προς Βορρά έξοδος μέσω Πέλλαπαϊς προς Κερύνεια είχε καταληφθεί από την προηγουμένη από τους Τούρκους, η άλλη προς Νότο μέσω χωρίου Συγχαρί προς τον πεδινό χώρο της Λευκωσίας, είχε αρχίσει να ελέγχεται με πυρά από το εχθρικό πεζικό και η κατάσταση όσο περνούσε ο χρόνος γινόταν ακόμη δυσκολότερη, καθόσον τα εχθρικά τμήματα προωθούνταν πλησιάζοντας επικίνδυνα προς την μονάδα. Το ΓΕΕΦ κατά τρόπο απαράδεκτο, παρά τις εκκλήσεις της μονάδος για έγκαιρη μετακίνησή της σε ασφαλέστερη θέση, συνέχισε να επιμένει ότι η μονάδα έπρεπε να παραμείνει στη θέση της για να υλοποιεί την γραμμή επαφής, πράγμα επικίνδυνο και αντικανονικό για Μονάδα πυροβολικού. Θεώρησαν ίσως ότι οι Τούρκοι θα εσέβοντο την εκεχειρία. Με δεδομένο όμως ότι τα χέρια του Διοικητού της μονάδας ήταν δεμένα από την εντολή “πυροβόλα δεσμευμένα”, γιατί αν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα πυροβόλα του θα τους είχε διαλύσει και δεν θα έφτανε στο σημείο να δώσει αγώνα σώμα με σώμα εναντίον οργανωμένων τμημάτων πεζικού και μάλιστα από αρκετά μειονεκτική θέση, γιατί το πυροβολικό δεν είναι εκπαιδευμένο να δίνει τέτοιου είδους αγώνα.
Μετά από αυτές τις εντολές η τύχη του Διοικητού μου και της μονάδας του ήταν προδιαγεγραμμένη. Ο Διοικητής μου σε αυτή την κορυφαία και κρίσιμη στιγμή της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας έγραψε τη δική του ιστορία, στάθηκε όρθιος με το όπλο στο χέρι, εκεί που το καθήκον επιβάλλει να είναι η θέση του Διοικητή, αντιμετωπίζοντας την ύπουλη επίθεση που δέχθηκαν μαζί με τους στρατιώτες του μπροστά και δίπλα τους, γιατί αυτό τους πρόσταζε το καθήκον και η συνείδησή τους, αποδεικνύοντας ότι τα δύσκολα είναι για τους ικανούς και η δόξα για τους γενναίους. Η φλόγα και το θάρρος της ψυχής του ήταν εκείνα που θωράκισαν το Διοικητή μου για να αγωνιστεί ηρωικά, πέφτοντας μαζί με τριανταεπτά από τα παλικάρια του. Χάρις στο υψηλό αίσθημα ευθύνης, το ήθος και την πολεμική αρετή τα οποία τον διέκριναν, είχε αντιληφθεί έγκαιρα τον κίνδυνο που απειλούσε την μονάδα του, αποδεικνύοντας έτσι και την γενναιότητά του να αγωνιστεί μέχρις εσχάτων πάνω στα πυροβόλα του και να μην ακολουθήσει το δρόμο της σωτηρίας για εκείνον και τους στρατιώτες του δεδομένης της εκεχειρίας και της καταπαύσεως του πυρός. Γιατί όπως είχε γράψει ο αείμνηστος ακαδημαϊκός Ευάγγελος Παπανούτσος: “Γενναίος δεν είναι εκείνος που δεν υπολογίζει τον κίνδυνο επειδή τον αγνοεί, ούτε ο άφοβος από μωρία ή θηριωδία. Γενναίος είναι εκείνος που και επίγνωση του κινδύνου έχει και φοβάται. Υπερνικάει όμως τους φόβους του και ρίχνεται στον κίνδυνο, όταν πρόκειται να υπηρετήσει αξίες που βρίσκονται πάνω από αυτή την ίδια του τη ζωή.”
Απόδειξη του ηρωισμού με τον οποίο αγωνίστηκαν οι στρατιώτες του αποτελούν τα τελευταία λόγια του ήρωα στρατιώτη Νίκου Ψαρά από το Παραλίμνι της Αμμοχώστου. Βαριά πληγωμένος λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή στο πεδίο της μάχης, είπε στους συμπολεμιστές του που βρέθηκαν κοντά του: “Να πείτε στη μάνα μου να μην κλάψει για μένα, εγώ πέφτω για την Πατρίδα.”
Με αυτό τον τρόπο ο Διοικητής μου με την Μονάδα του έγραψαν μία καινούργια σελίδα δόξας στην ιστορία του Πυροβολικού μας που θέλει τους πυροβολητές να αγωνίζονται μέχρις εσχάτων πάνω στα πυροβόλα τους, συνεχίζοντας έτσι την ένδοξη ιστορία του Πυροβολικού μας.
Υπόψη ότι η Γ’ Πυροβολαρχία την οποία διοικούσα δεν βρισκόταν στο σημείο της καταστροφής των άλλων δύο Πυροβολαρχιών της Α’ και Β’ που ανέφερα, καθότι με διαταγή του ΓΕΕΦ ενεργούσα ανεξάρτητα σε άλλους τομείς του μετώπου. Από την πρώτη φάση των επιχειρήσεων από 20 έως 22 Ιουλίου υποστήριζα τις επιχειρήσεις της Ιης Ανωτέρας Τακτικής Διοίκησης (ΑΤΔ) Αμμοχώστου, ενώ κατά την δεύτερη φάση που οι άλλες δύο Πυροβολαρχίες είχαν καταστραφεί συνέχισα τον πόλεμο από 14 έως 16 Αυγ.1974 υποστηρίζοντας τις επιχειρήσεις της 3ης ΑΤΔ Λευκωσίας στην περιοχή της Μιάς Μηλιάς Βόρεια της Λευκωσίας σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποτρέψουμε τα Τουρκικά στρατεύματα να κινηθούν προς κατάληψη της Αμμοχώστου πράγμα πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατον, καθότι οι Τούρκοι κατά την διάρκεια της εκεχειρίας είχαν ενισχυθεί σε προσωπικό και μέσα, με αποτέλεσμα να μειονεκτούμε σε όλους τους τομείς, αριθμητικά και ποιοτικά και το σπουδαιότερο, διέθεταν καθολική αεροπορική υπεροχή.
Δυστυχώς το έγκλημα αυτό των δυνάμεων εισβολής εναντίον της Μονάδος μου δεν έλαβε την δημοσιότητα που θα έπρεπε και δεν ανεδείχθη ως έγκλημα πολέμου, παρά την παρουσία της ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών που υποτίθεται επέβλεπαν την εκεχειρία.
Κατάθεση στεφάνου για τους ήρωες της μονάδος του στο ηρώον του νέου στρατοπέδου της μονάδος του στην Κύπρο
Δεν μπορώ παρά τα τόσα χρόνια που πέρασαν να φύγει από το μυαλό μου η αφέλεια και ο εφησυχασμός που επέδειξε η τότε στρατιωτική ηγεσία της Κύπρου, η οποία παρά τις ενδείξεις για εισβολή δεν έλαβε κανένα προληπτικό μέτρο για να την αντιμετωπίσει. Οι Τούρκοι σίγουρα με τους Τουρκοκύπριους που ήταν διάσπαρτοι σε όλο το νησί παρακολουθούσαν τις μονάδες μας εκείνο το βράδυ της 19ης Ιουλίου, για να είναι σίγουροι ότι δεν θα μας βρουν σε σημεία που έπρεπε να είμαστε για να τους αντιμετωπίσουμε.
Και τώρα σκέφτομαι, εάν είχαμε βρεθεί στους χώρους που κανονικά έπρεπε να βρισκόμαστε εκείνο το βράδυ σύμφωνα με τα υπάρχοντα σχέδια, γιατί και σχέδια υπήρχαν και αναγνωρίσεις γίνονταν τακτικά από τον καιρό της ειρήνης για τη σωστή εφαρμογή τους, θα αποφάσιζαν με τόση άνεση να πραγματοποιήσουν τις επιχειρήσεις τους; Αυτή και μόνο η κίνηση να είχε γίνει εκείνη την νύχτα που ήταν και σωστό και εύκολο, δεν θα τολμούσαν ούτε τις ακτές να πλησιάσουν γιατί γνώριζαν τι τους περιμένει. Από αυτή ακριβώς την άστοχη απόφαση της στρατιωτικής ηγεσίας πιστεύω ότι κρίθηκε και η εύκολη γι’ αυτούς εξέλιξη όλου εκείνου αγώνα.
Όλες αυτές τις ενέργειες αλλά και τις παραλήψεις της τότε ηγεσίας, σήμερα η Ιστορία μόνο μπορεί να τις ερευνήσει και να τις αξιολογήσει, ώστε να εξαχθούν και τα ανάλογα συμπεράσματα. Το κακό πλέον έχει γίνει και τις συνέπειες τις πληρώνει ο Ελληνισμός της Κύπρου αλλά και το Έθνος ολόκληρο. Για να μην έχουμε τέτοιους τραγικούς χειρισμούς οι οποίοι πολλές φορές οδηγούν και σε εδαφικούς ακρωτηριασμούς τη χώρα, θα πρέπει οι άνθρωποι που χειρίζονται τα εθνικά μας θέματα, σε στρατιωτικό επίπεδο να γνωρίζουν να διαχειρίζονται και να αξιοποιούν κατά τον ιδανικότερο τρόπο το προσωπικό και τα μέσα που διαθέτουν και σε πολιτικό επίπεδο να είναι βαθείς γνώστες της Ιστορίας και της διεθνούς διπλωματίας.
Θυμάμαι ότι αρκετά μετά τα μεσάνυχτα της τραγικής εκείνης νύχτας της 19 προς 20 Ιουλίου, μιας νύχτας φορτωμένης με απορίες και αγωνίας για το ξημέρωμα, στην έδρα της μονάδος μας, με κάλεσε ο ήρωας Διοικητής μου Αντισυνταγματάρχης τότε Καλμπουρτζής Στυλιανός στο γραφείο του και με ρώτησε σε ποιά φάση βρίσκεται η προετοιμασία της Πυροβολαρχίας μου για ανάληψη πολεμικής αποστολής εάν απαιτηθεί. Του απάντησα πως αυτή τη στιγμή είμαστε έτοιμοι να κινηθούμε και να δράσουμε σε οποιοδήποτε σημείο του νησιού εάν διαταχθούμε. Είδα τη χαρά διάχυτη στο πρόσωπό του με αυτό που του είπα. Διαπίστωσα όμως και ένα προβληματισμό που μου τον είπε αμέσως: ”Δυστυχώς δεν έχουμε διαταγή για κάτι συγκεκριμένο, εσύ να είσαι σε ετοιμότητα γιατί η μέρα που ξημερώνει δεν ξέρουμε τι μας επιφυλάσσει“. Ο Διοικητής μου είχε αφουγκραστεί τον κίνδυνο που απειλούσε την Κύπρο από τις απογευματινές ώρες της 19ης προς 20 Ιουλίου και γι’ αυτό όλη την νύχτα άγρυπνος στο γραφείο του μας έδινε οδηγίες και κατευθύνσεις, ώστε η μονάδα να βρεθεί σε ετοιμότητα για να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε κατάσταση παρουσιαστεί κάτω από τις ευνοϊκότερες συνθήκες.
Τα ηγετικά προσόντα του Διοικητού μου και την εμπειρία του διαπίστωσα επί πλέον και από το εξής περιστατικό όπως μου το μετέφερε ο στρατιώτης της Πυροβολαρχίας μου Στέλιος Ιωάννου μετά τον πόλεμο. Ο Στέλιος είναι γιός του ήρωα της ΕΟΚΑ Στυλιανού Ιωάννου που εφονεύθη το 1957 από έκρηξη νάρκης κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ εναντίον των Άγγλων στην περιοχή του Τρικώμου. Το στρατόπεδο μάλιστα της μονάδος μας στο Τρίκωμο έφερε το όνομα του ήρωα πατέρα του στρατόπεδο “ΙΩΑΝΝΟΥ,” μου είπε τα εξής: Όταν το πρωί της 20ης Ιουλίου αντελήφθη ότι η Πυροβολαρχία μας θα έφευγε πρώτη και ανεξάρτητα από την υπόλοιπη μονάδα παρουσιάστηκε στο Διοικητή και του ζήτησε να μην ακολουθήσει την Πυροβολαρχία μας και να μείνει να φύγει με την υπόλοιπη μονάδα για να είναι μαζί με τον αδελφό του που είχε παρουσιαστεί την νύχτα με τους πρώτους που είχαν επιστρατευτεί. Ο Διοικητής του απάντησε ότι πρέπει να ακολουθήσεις το Λοχαγό σου, γιατί δύο αδέλφια στον πόλεμο δεν πρέπει να είναι στο ίδιο σημείο. Δεν πέρασαν πολλές ώρες και ο Διοικητής απεδείχθη πόσο δίκιο είχε. Στους δύο πρώτους νεκρούς που είχε η Μονάδα κατά την κίνησή της προς το χώρο τελικού προορισμού στον Πενταδάκτυλο, ο ένας ήταν ο αδελφός του Στέλιου. Το όχημα στο οποίο επέβαιναν εβλήθη από ρουκέτα αεροπλάνου με αποτέλεσμα να καταστραφεί και να φονευτούν και οι δύο που επέβαιναν σε αυτό, λίγο πριν φτάσουν στο χώρο τελικού προορισμού.
Όλοι μας νέοι τότε όταν η Πατρίδα μας κάλεσε να την υπερασπιστούμε, βάλαμε στη ζυγαριά του χρέους στη μια μεριά το θάνατο και στην άλλη τη δύναμη της ψυχής μας και ορμήσαμε στη θύελλα του άνισου και άδικου εκείνου αγώνα, αποφασισμένοι να δώσουμε και τη ζωή μας ακόμα για να διατηρήσουμε την ελευθερία και την εδαφική ακεραιότητα της Μεγαλονήσου. Εξοικειωθήκαμε τόσο πολύ με την ιδέα του θανάτου που φτάσαμε στο σημείο να βλέπουμε το Χάρο να περνά από δίπλα μας χωρίς να τον υπολογίζουμε. Εμείς που διαβήκαμε ανάμεσα στα λιωμένα σίδερα, τις φωτιές και τις σφαίρες, που ακούσαμε να σφυρίζουν βασανιστικά περνώντας δίπλα μας οι όλμοι, που δεχτήκαμε ακάλυπτοι τις ρουκέτες και τις βόμβες των Τουρκικών αεροπλάνων που πετούσαν πάνω από τα κεφάλια μας χωρίς το φόβο του αντιπάλου, καταφέραμε, με την βοήθεια της Παναγίας να επιβιώσουμε. Είδαμε όμως συμμαχητές να εγκλωβίζονται, φίλους να σκοτώνονται και ανθρώπινο αίμα να ρέει ως σφάγιο στο βωμό του ψυχρού συμφέροντος των ισχυρών. Είδαμε αμάχους να εκδιώκονται από τις πατρογονικές τους εστίες ή να δολοφονούνται εν ψυχρώ και ανεξέλεγκτους βομβαρδισμούς ακόμη και με βόμβες ναπάλμ (που η χρήση τους είναι απαγορευμένη) να αποτεφρώνουν τα πάντα όπου έπεφταν.
Μπορεί η Τουρκική εισβολή να μοίρασε το νησί στα δύο, κατέλαβε παράνομα το Βόρειο τμήμα του, σκότωσε ή αιχμαλώτισε ανθρώπους που ακόμα αγνοούνται, σκόρπισε τον θάνατο, την οδύνη και το πένθος στο λαό του. Παρ’ όλα αυτά δεν μπόρεσε να κάμψει το φρόνημα, την τόλμη και τη θέληση αυτού του λαού που είναι αποφασισμένος να σταθεί και να μείνει στη γη όπου ζει και δημιουργεί για παραπάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια διατηρώντας τις πολιτιστικές του καταβολές. Γιατί όπως έλεγε ο μεγάλος ποιητής της Κύπρου Βασίλης Μιχαηλίδης: “Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζαιρη του κόσμου κανένας δεν ευρέθητζεν για να την ηξηλείψει. Η Ρωμιοσύνη εν να χαθεί όντας ο κόσμος λείψει “ Και για να γίνει πιο κατανοητό:“ Η Ρωμιοσύνη είναι φυλή από την αρχή του κόσμου, κανένας δεν ευρέθηκε για να την εξαφανίσει, η Ρωμιοσύνη θα χαθεί όταν χαθεί και ο κόσμος”.
Είμαι υπερήφανος για όλους τους Αξιωματικούς και Οπλίτες της Πυροβολαρχίας μου, της μοναδικής διασωθείσας από τις τρεις που είχε η Μονάδα μου, η ηρωική 181 Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού. Ήταν όλοι τους Ελληνοκύπριοι εκτός από δύο, ο Δημήτρης ο Στεφανόπουλος από την Πάτρα και ο Παναγιώτης Καραγιαννόπουλος από τον Πύργο της Ηλείας. Πότισαν, μέσα σε εκείνο το καυτό καλοκαίρι που οι θερμοκρασίες ξεπερνούσαν τους σαράντα βαθμούς, με πολύ ιδρώτα τα καθαγιασμένα χώματα της Κύπρου, εκπληρώνοντας με ηρωισμό και αυτοθυσία τα καθήκοντά τους, τις δύσκολες εκείνες στιγμές των επιχειρήσεων που μετακινούμαστε συνεχώς και πολλές φορές νύχτα χωρίς φώτα, από την πρώτη ημέρα για τις ανάγκες του πολέμου, από την Αμμόχωστο μέχρι τη Λευκωσία και από το αεροδρόμιο της Τύμπου, το Πυρόι όπου δόθηκαν οι πιο φονικές μάχες, μέχρι τα υψώματα Βόρεια της Λάρνακας, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αναχαιτίσουμε τα πολλαπλώς ενισχυμένα Τουρκικά στρατεύματα να μη φτάσουν στην πόλη της Αμμοχώστου. Όλες αυτές οι κινήσεις γίνονταν κάτω από την καθολική υπεροχή της τουρκικής αεροπορίας που δρούσε όπως ανέφερα ανενόχλητα, χωρίς να χυθεί ούτε σταγόνα αίματος. Τους ευχαριστώ θερμά για την προσφορά τους και να γνωρίζουν ότι τους έχω όλους στην μνήμη μου και στην καρδιά μου.
Όλους εκείνους τους αγώνες για την υπεράσπιση της Κύπρου δεν τους έχω ξεχάσει, γι αυτό όταν καλούμαι να συμμετάσχω σε εκδηλώσεις τιμής και μνήμης που γίνονται εκεί, με ιδιαίτερη συγκίνηση και αίσθημα ευθύνης ανταποκρίνομαι. Σπουδαιότερες εκδηλώσεις στις οποίες έχω παρευρεθεί όπου ήμουν και ομιλητής είναι:
Στις 23 Ιουλίου 1995 στην κωμόπολη του Παραλιμνίου στην ελεύθερη περιοχή της Αμμοχώστου όπου έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του ήρωα στρατιώτη της μονάδας μου Νίκου Ψαρά από τον τότε πρόεδρο της Κύπρου αείμνηστο Γλαύκο Κληρίδη.
Στις 23 Ιουλίου 2002 σε εκδήλωση που έγινε στο νέο στρατόπεδο της Μονάδος στην περιοχή της Λάρνακας προς τιμήν των ηρωικώς πεσόντων Αξιωματικών και Οπλιτών της Μονάδος μου, παρουσία συγγενών φίλων και συμπολεμιστών.
Στις 23 Ιουλίου 2007 σε εκδήλωση που έγινε στην Λευκωσία προς τιμήν του ήρωα Διοικητού μου Στρατηγού Στυλιανού Καλμπουρτζή από τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Εφέδρων Πυροβολικού.
Στις 23 Ιουλίου 2009 στα αποκαλυπτήρια της προτομής του ήρωα Διοικητού μου στο στρατόπεδο που πήρε και το όνομά του παρουσία του υπουργού Άμυνας της Κύπρου κ. Κώστα Παπακώστα.
Στις 23 Ιουλίου 2014 σε εκδήλωση που έγινε στην κωμόπολη του Παραλιμνίου πρός τιμήν του ήρωα στρατιώτη Νίκου Ψαρά με την συμπλήρωση σαράντα χρόνων από την ηρωική του θυσία.
Ήμουν ο κύριος ομιλητής στα αποκαλυπτήρια της προτομής του ήρωα Διοικητού μου που έγιναν στη Σχολή Πυροβολικού στο Μεγάλο Πεύκο Αττικής στις 2 Απριλίου 2011 παρουσία του τότε προέδρου της Δημοκρατίας αείμνηστου Κάρολου Παπούλια και του υπουργού Άμυνας της Κύπρου κ. Κώστα Παπακώστα.
Αποχαιρέτησα για τελευταία φορά τον ήρωα Διοικητή μου, όταν την 23η Ιουλίου 2021 μετά από σαράντα εφτά χρόνια έγινε η μετακομιδή των οστών του που βρέθηκαν στην Κύπρο στον τόπο της ηρωικής του θυσίας και αναπαύθηκαν στη Σχολή Πυροβολικού στο Μεγάλο Πεύκο Αττικής. Τιμές που άξιζαν στον Ήρωα απέδωσαν τόσο η Ελληνική όσο και η Κυπριακή Δημοκρατία με την παρουσία του τότε προέδρου της Βουλής κ. Κώστα Τασούλα.
Όλες οι εκδηλώσεις τιμής και μνήμης προς τους ήρωες της μονάδος μου γίνονται στις 23 Ιουλίου που είναι και η ημερομηνία της ηρωικής τους θυσίας.
Η Δόξα να στεφανώνει τους ηρωικά πεσόντες Αξιωματικούς και Οπλίτες της Μονάδος μου της ηρωικής 181 Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού (ΜΠΠ) που με επικεφαλής τον ήρωα Διοικητή μας παρέμειναν να φυλάνε Θερμοπύλες εκεί ψηλά στις κορυφές του Πενταδάκτυλου στην ορεινή διάβαση που ενώνει την περιοχή της Λευκωσίας μέσω του χωρίου Συγχαρί από τον Νότο με αυτή της Κερύνειας μέσω του Πέλλαπαϊς στο Βορρά. Από εκεί ψηλά ακούμε και την φωνή τους που μας υπενθυμίζει το ανεξόφλητο χρέος αλλά και τις ιστορικές μας ευθύνες, για την τόσο άδικη θυσία τους, από σφάλματα και παραλείψεις προϊσταμένων μας, ώστε να μην εφησυχάζει η Εθνική μας συνείδηση όσο η Μεγαλόνησος υφίσταται την παράνομη κατοχή.
Τιμώντας τους ήρωες της μονάδος μου θα επικαλεστώ τα λόγια της τότε υπουργού Παιδείας της Κύπρου αείμνηστης Κλαίρης Αγγελίδου που αποχαιρέτησε την ημέρα των αποκαλυπτηρίων της προτομής του στο Παραλίμνι τον ήρωα στρατιώτη της μονάδας μου Νίκο Ψαρά λέγοντας τα εξής: “Ο Θάνατός σας είναι ζωή το αίμα σας κρασί ελευθερίας.”
Τέλος θέλω να ευχαριστήσω από τα βάθη της καρδιάς μου την Παναγία και την Αγία Βαρβάρα που μας προστάτευσαν να επιβιώσουμε, εγώ και όλοι οι στρατιώτες μου μέσα σε εκείνο το πολεμικό περιβάλλον, φορτωμένοι όμως με το ασίγαστο χρέος να θυμόμαστε πάντοτε και να τιμούμε τις θυσίες των αδελφών μας στο μαρτυρικό νησί του Αποστόλου Βαρνάβα.
Ο τότε Υπολοχαγός και Διοικητής της Γ’ Πυροβολαρχίας της ηρωικής 181 Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού της Κύπρου.
Δημήτριος Κούκουρας
Ανώτατος Αξιωματικός ε.α






