Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας
και προστασία της φύσης:
τι δείχνει η περίπτωση του Μενοικίου όρους
Τσιφτσής Σπύρος
Αναπληρωτής Καθηγητής
Τμήμα Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Ανθεκτικότητας
Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή και εθνική πολιτική, η μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) αποτελεί βασική προϋπόθεση για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, η ανάπτυξη φωτοβολταϊκών και αιολικών εγκαταστάσεων δεν στερείται περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ιδιαίτερα όταν μεγάλα έργα χωροθετούνται σε φυσικές περιοχές υψηλής οικολογικής αξίας, όπως για παράδειγμα είναι οι προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην Ανατολική Μακεδονία και ειδικότερα στο Μενοίκιο όρος, όπου σχεδιάστηκαν και βρίσκονται στο στάδιο της αδειοδότησης νέες εγκαταστάσεις ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Το βουνό αποτελεί παράλληλα σημαντικό βιότοπο της Fritillaria drenovskii, ενός σπάνιου φυτού με περιορισμένη εξάπλωση στα Βαλκάνια. Στην Ελλάδα το είδος απαντά στα βουνά Όρβηλος, Φαλακρό, Μενοίκιο και Παγγαίο και περιλαμβάνεται στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τους Οικοτόπους και, ως εκ τούτου, αποτελεί είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος που υπόκειται σε αυστηρή προστασία σε ολόκληρη τη φυσική περιοχή εξάπλωσής του.
Στο πλαίσιο της έρευνάς μας χρησιμοποιήσαμε δεδομένα εξάπλωσης του είδους και μοντέλα κατανομής ειδών, ώστε να εντοπίσουμε τις περιοχές που παρουσιάζουν κατάλληλες περιβαλλοντικές συνθήκες για την παρουσία του. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε στις τέσσερις περιοχές του δικτύου Natura 2000 που αποτελούν την κύρια περιοχή εξάπλωσης του είδους στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στα όρη Φαλακρό, Παγγαίο, Μενοίκιο και Όρβηλο. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν την ιδιαίτερη σημασία του Μενοικίου όρους, καθώς σχεδόν τα δύο τρίτα της συνολικής έκτασης που εκτιμήθηκε ως κατάλληλη για το είδος εντοπίζονται στο Μενοίκιο. Επιπλέον, οι δυνητικά κατάλληλες για το εν λόγω είδος περιοχές στο Μενοίκιο όρος είχαν ενδιαιτήματα πιο κατάλληλα (με μεγαλύτερη τιμή καταλληλότητας ενδιαιτήματος) συγκριτικά με τα άλλα βουνά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση αυτών των περιοχών με τις περιοχές όπου σχεδιάζονται φωτοβολταϊκές και αιολικές εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με την ανάλυση, το συνολικό αποτύπωμα των σχεδιαζόμενων έργων επικαλύπτεται με περίπου 14,48% των δυνητικά κατάλληλων ενδιαιτημάτων του είδους στο Μενοίκιο. Η μεγαλύτερη επικάλυψη αφορά τα φωτοβολταϊκά έργα (12,05%), ενώ οι θέσεις εγκατάστασης των ανεμογεννητριών αντιστοιχούν σε 2,43%. Μάλιστα, οι περιοχές που συμπίπτουν με τα σχεδιαζόμενα έργα θα καταστρέψουν τις πιο κατάλληλες περιοχές για την εξάπλωση του είδους.
Οι παραπάνω εκτιμήσεις είναι συντηρητικές και χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία. Συγκεκριμένα, στη μελέτη εξετάστηκε το αποτύπωμα μόνο των θέσεων εγκατάστασης των ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών και δεν συμπεριλήφθηκαν οι δρόμοι πρόσβασης και άλλες συνοδευτικές υποδομές. Επομένως, το 14,48% αφορά την άμεσα εκτιμώμενη επικάλυψη και όχι το σύνολο της έκτασης που ενδέχεται να επηρεαστεί.
Ωστόσο, τα αποτελέσματα της μελέτης δεν υποδεικνύουν ότι η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η προστασία της βιοποικιλότητας είναι ασύμβατες. Αντίθετα, αναδεικνύουν τη σημασία της σωστής χωροθέτησης. Η γνώση της εξάπλωσης των σπάνιων και προστατευόμενων ειδών πρέπει να ενσωματώνεται στον σχεδιασμό πριν οριστικοποιηθούν οι θέσεις και η διάταξη των έργων. Η περίπτωση του Μενοικίου δείχνει ότι η ενεργειακή μετάβαση και η προστασία της φύσης μπορούν να επιδιωχθούν ταυτόχρονα, μόνο εφόσον οι πληροφορίες για τη βιοποικιλότητα λαμβάνονται υπόψη από τα αρχικά στάδια του χωρικού σχεδιασμού, κάτι το οποίο δεν έγινε στο πλαίσιο σύνταξης των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων των σχεδιαζόμενων έργων ΑΠΕ. Η έγκαιρη χαρτογράφηση των ευαίσθητων περιοχών, οι στοχευμένες έρευνες πεδίου και η εξέταση εναλλακτικών θέσεων μπορούν να συμβάλουν ώστε η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας να πραγματοποιείται με το μικρότερο δυνατό κόστος για τα φυσικά οικοσυστήματα και τα προστατευόμενα είδη.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε ως προδημοσίευση (preprint) στο SSRN (Tsiftsis et al. 2026).
Βιβλιογραφία
Tsiftsis, S., Mastrogianni, A. & Merou, T. 2026. Can renewable-energy development and plant conservation coexist? The case of a range-restricted plant in a Mediterranean protected-area network. Available at SSRN: https://ssrn.com/abstract=7489587 or http://dx.doi.org/10.2139/ssrn.7489587


