Home > Αρθρα > Ανησυχία  για τις ατέρμονες συγκρούσεις σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή Γράφει η Δρ. Ελένη Χυτοπούλου-Παππά

Ανησυχία  για τις ατέρμονες συγκρούσεις σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή Γράφει η Δρ. Ελένη Χυτοπούλου-Παππά

Ανησυχία 

για τις ατέρμονες συγκρούσεις

σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή

 

Γράφει η Δρ. Ελένη Χυτοπούλου-Παππά

 

Οι ατέρμονες συγκρούσεις στην Ουκρανία και την Μέση Ανατολή απειλούν με επέκταση του πολέμου και αποσταθεροποίηση του διεθνούς συστήματος. Η προοπτική αυτή ανησυχεί τους πάντες και βέβαια τις ΗΠΑ.

Παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ είχε δηλώσει επανειλημμένα πως δεν τάσσεται υπέρ του πολέμου, η δεύτερη θητεία του συνέπεσε με δύο μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις, τις οποίες επιχείρησε να τερματίσει, χωρίς  όμως επιτυχία μέχρι σήμερα. Αντιθέτως, με τη πάροδο του χρόνου, η κατάσταση επιδεινώνεται και η προοπτική επίλυσης των συγκρούσεων απομακρύνεται.

Η αρχική αισιοδοξία ότι ο Τραμπ διέθετε τη δύναμη να τερματίσει τη σύγκρουση στην Ουκρανία εξανεμίστηκε γρήγορα, παρά τις πρωτοβουλίες που ανέλαβε. Η εντυπωσιακή συνάντηση με τον Πούτιν στην Αλάσκα, τον Αύγουστο του 2025, απέτυχε να σταματήσει τις εχθροπραξίες και να κατευνάσει τις ανησυχίες των ευρωπαίων  εταίρων στο ΝΑΤΟ. Η Ευρώπη θεωρεί τη Ρωσία μείζονα απειλή και έχει ταχθεί στο πλευρό της Ουκρανίας —μια έντονη αντίθεση σε σχέση με τη παθητική στάση που είχε τηρήσει κατά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014. ΟΙ ΗΠΑ θεωρούν ότι ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας είναι ευρωπαϊκή υπόθεση, ωστόσο όλοι πιστεύουν ότι μόνο οι ΗΠΑ έχουν την ισχύ να διαπραγματευτούν το τέλος της σύγκρουσης με τη Ρωσία.

Οι προσπάθειες της κυβέρνησης Τραμπ να επιτύχει συνεννόηση με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου συνεχίζονται με κάποια πισωγυρίσματα, φανερά ή με μυστική διπλωματία. Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνεται η σπάνια επίσκεψη του επικεφαλής των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, Τζον Ράτκλιφ, στη Ρωσία (27/8), καθώς η πρόσκληση προς τη Ρωσία να συμμετάσχει με εκπρόσωπό της στη σύνοδο της G20 (1/9) για πρώτη φορά μετά την επίθεση κατά της Ουκρανίας. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε επίπεδο υπουργών Οικονομικών· ωστόσο, το μήνυμα του Τραμπ προς τους Ευρωπαίους και όλους τους συμμετέχοντες είναι σαφές: οι σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου πρέπει άμεσα να αντιμετωπιστούν. Τέλος μαθαίνουμε ότι οι δύο έμπιστοι διαπραγματευτές του Προέδρου Τράμπ, Κούσνερ και Ουίτκοφ ταξίδεψαν πρόσφατα στη Ρωσία για να συζητήσουν με τον Πούτιν μια νέα  πρόταση για τον τερματισμό του πολέμου.

Όσον φορά την Μέση Ανατολή, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται εδώ και τέσσερα χρόνια με απώλειες και για τις δύο πλευρές, το τελευταίο διάστημα το ενδιαφέρον έχει επικεντρωθεί στα Στενά του Ορμούζ, όπου ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με την αποφασιστικότητα και την απεγνωσμένη αντίσταση του Ιράν. Μετά την κατάρρευση του διπλωματικού διαλόγου και την ακύρωση της συμφωνίας, ο Τραμπ συνεχίζει να απειλεί το Ιράν με οικονομικό αποκλεισμό και ολοκληρωτικό αφανισμό.

Στην πραγματικότητα, ο Τραμπ κληρονόμησε μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Κλήθηκε να διαχειριστεί την επόμενη μέρα της πτώσης του Άσαντ και τις επιπτώσεις του μακροχρόνιου εμφυλίου πολέμου στη Συρία, τον αιματηρό πόλεμο στη Γάζα, καθώς και την αποφασιστικότητα του Ισραήλ να εξουδετερώσει ταυτόχρονα όλους τους εν δυνάμει εχθρούς του, το  Ιράν, τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ. Είναι γεγονός ότι επί τουλάχιστον τριάντα πέντε χρόνια, η στρατηγική των ΗΠΑ απέβλεπε στη διασφάλιση μιας τάξης πραγμάτων στη Μέση Ανατολή που θα προστάτευε το Ισραήλ από το Ιράν, το Ιράκ και τους μη κρατικούς συμμάχους τους. Την ίδια περίοδο, εκμεταλλευόμενο τη στάση των ΗΠΑ, το Ισραήλ εξαπέλυσε μια σειρά από μικρής κλίμακας πολέμους εναντίον λιγότερο ισχυρών γειτονικών κρατών, αποσταθεροποίησε την ευρύτερη περιοχή και εκτροχίασε την ειρηνευτική διαδικασία μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης.

Αν και με τις Συμφωνίες του Αβραάμ – οι πρώτες εκ των οποίων υπογράφηκαν το 2020 – ο Πρόεδρος Τραμπ επιδίωξε την αναγνώριση του Ισραήλ από αραβικά κράτη της περιοχής, το Ισραήλ εμμένει πεισματικά στην άρνησή του να αναγνωρίσει παλαιστινιακό κράτος και συνεχίζει να επιδιώκει τη διεύρυνση των de facto συνόρων του, συρρικνώνοντας περαιτέρω τα παλαιστινιακά εδάφη. Παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ έχει συνδράμει το Ισραήλ στην επίτευξη των στόχων του περισσότερο από κάθε προηγούμενο πρόεδρο, φαίνεται πως δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει την ισραηλινή πολεμική μηχανή και την ηγεσία της χώρας – η οποία δεν επιθυμεί να σταματήσει τον πόλεμο με το Ιράν ούτε να αποσυρθεί από τα εδάφη που έχει ήδη καταλάβει παράνομα στη Γάζα, τον Λίβανο και τη Δυτική Όχθη.

Οι επιθέσεις κατά του Ιράν το 2025 – που εξαπολύθηκαν με πρόσχημα την καταστροφή του πυρηνικού του προγράμματος – και ο πόλεμος που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2026 έχουν αποσταθεροποιήσει όχι μόνο τη Μέση Ανατολή αλλά και την παγκόσμια οικονομία. Οι ΗΠΑ δεν φαίνεται να εκτίμησαν σωστά την αντίδραση του Ιράν και έχουν εμπλακεί σε έναν πόλεμο που διαφαίνεται ατέρμονος.

Ωστόσο, αν και ο Τραμπ προβάλλει τον ρόλο του «αφεντικού», δείχνει σεβασμό στους ηγέτες άλλων ισχυρών χωρών, δίνοντας την εντύπωση ότι αναγνωρίζει τον σύνθετο χαρακτήρα της διαχείρισης παγκόσμιων προβλημάτων και επιδιώκει τον επιμερισμό του σχετικού κόστους μεταξύ ισχυρών εταίρων και συμμάχων. Η στάση του απέναντι στον Πούτιν και τον Σι Τζιπινγκ είναι ενδεικτική· μέχρι σήμερα, αποφεύγει να μιλήσει γι’ αυτούς με απαξιωτικό τρόπο και επιδιώκει να υπάρχουν ανοικτά κανάλια επικοινωνίας.

Αν και η Κίνα είναι σήμερα ο βασικός ανταγωνιστής των ΗΠΑ, ο Αμερικανός πρόεδρος πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη τον Μάιο 2026 και  ετοιμάζεται  να υποδεχθεί στην Ουάσιγκτον τον Πρόεδρο Σι Τζιπινγκ το Σεπτέμβριο 2026. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πλαίσιο των προετοιμασιών για την υποδοχή του Σι ο Πρόεδρος Τραμπ αποφάσισε να προβεί σε ενέργειες που θα συμβάλλουν στη δημιουργία φιλικού κλίματος. Έτσι, μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί αποφάσισε να περικόψει τις στρατιωτικές ασκήσεις με τη Νότια Κορέα και γιατί αναγνώρισε τον Κίμ Γιόνγκ Ούν ως ένα πρόσωπο που αξίζει σεβασμό και διατηρεί καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Επιπλέον, ο Τραμπ φαίνεται ότι δεν θέλει να προκαλέσει με το θέμα της Ταιβάν. Ήδη έχει δημιουργήσει ανησυχία στους συμμάχους σχετικά με την πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην Ταιβάν, όταν δήλωσε τον Μάιο του 2026, κατά τη διάρκεια της επίσημης επίσκεψής του στο Πεκίνο, ότι το ζήτημα της Ταιβάν αποτελεί «καλό διαπραγματευτικό χαρτί».

Εάν τελικά η επίσκεψη του Κινέζου Προέδρου πραγματοποιηθεί είναι πιθανόν να δρομολογηθούν εξελίξεις που θα έχουν θετικό αποτέλεσμα Αντίθετα εάν τροφοδοτηθεί η ένταση με αρνητικές πράξεις και δηλώσεις και δεν γίνει η συνάντηση, η κατάσταση κινδυνεύει να ξεφύγει με δυσμενείς επιπτώσεις και παγκόσμιο αντίκτυπο.