Από τη Γρανάδα και την Κωνσταντινούπολη,
με πυξίδα την ελληνική γλώσσα
και τον πολιτισμό στη Δράμα
Σε πλήρη εξέλιξη το θερινό πρόγραμμα για την ελληνική γλώσσα στη Δράμα
Δύο φοιτητές από την Ισπανία, η Ινές και ο Μιγκέλ και η Ντιλάρα από την Κωνσταντινούπολη μιλάνε στον «Π.Τ.»
Του Θανάση Πολυμένη
ΟΠΩΣ ήδη έχει δημοσιεύει ο «Π.Τ.» και στο φύλλο του περασμένου Σαββάτου 11 Ιουλίου, έχουν ήδη ξεκινήσει από 10 τρέχοντος τα μαθήματα για την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό.
Πρόκειται για το 14ο κατά σειρά Θερινό Πρόγραμμα για την ελληνική γλώσσα, το οποίο διεξάγεται από το Κέντρο Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών από το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας Ισπανίας, με διευθυντή τον Δραμινό Καθηγητή κ. Μορφακίδη.
Στο πλαίσιο αυτό, ο «Π.Τ.» είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τρεις από τους φοιτητές που συμμετέχουν στο πρόγραμμα. Πρόκειται για την Ινές Χιρόν Κουέστα από τη Σεγκόβια της Ισπανίας η οποία μάλιστα έρχεται για τρίτη χρονιά στο ίδιο πρόγραμμα και τον Μιγκέλ Κάστρο Ρουμπίνιο, επίσης από την Σεγόβια Ισπανίας, ο οποίος έρχεται για πρώτη φορά στο πρόγραμμα. Οι δύο τους μάλιστα εντάσσονται στην ομάδα φοιτητών, η οποία φέτος μεταφράζει μια ανθολογία ποιημάτων του υπογράφοντος. Συντονίστρια στην ομάδα μετάφρασης είναι η καθηγήτρια του Κέντρου κα. Παπαδοπούλου.
Η τρίτη φοιτήτρια είναι η Ντιλάρα από την Κωνσταντινούπολη, η οποία επίσης έρχεται για πρώτη, τα ελληνικά της είναι ακόμα σε πρώτο επίπεδο, είναι αρχιτεκτόνισσα και κατά τις δηλώσεις της μας επεφύλαξε και μια έκπληξη.
Ο Μιγκέλ και η Ινές από την Ισπανία μιλάνε στον «Π.Τ.»
Από την Ισπανία στη Δράμα
Μιλώντας στον «Π.Τ.» η Ινές σημειώνει ότι εκείνο που την ώθησε να επιλέξει την ελληνική γλώσσα είναι «το αίσθημα που νιώθουμε για τα ελληνικά. Στο Πανεπιστήμιο πάντα μας μιλάνε για το πρόγραμμα αυτό. Και για μένα είναι η τρίτη φορά που έρχομαι στη Δράμα και μου αρέσει πολύ που βρίσκομαι στη Δράμα. Και θα ήθελα να το επαναλάβω και πάλι».
Ερωτώμενη αν η ελληνική γλώσσα θα τη βοηθήσει στην επαγγελματική της ζωή, η Ινές, εξηγεί: «Επιθυμία μου είναι να ζήσω στην Ελλάδα και γι’ αυτό σε κάθε ευκαιρία που μπορώ, έρχομαι. Για μένα η Ελλάδα είναι σημαντική και γι’ αυτό προσπαθώ κάθε φορά να επιστρέφω».
Με τη σειρά του ο Μιγκέλ, τονίζει ότι από το Πανεπιστήμιο στη Γρανάδα τους μιλούσαν συνέχεια για τα ελληνικά, «τα οποία μου άρεσαν πάρα πολύ, τόσο τα νέα ελληνικά, αλλά και τα αρχαία ελληνικά». Και όπως λέει ο ίδιος ασχολείται ιδιαίτερα με τα μετάφραση, από αγγλικά και ελληνικά στα Ισπανικά.
Όπως εξηγεί, όταν έμαθε για το πρόγραμμα, αποφάσισε να δηλώσει συμμετοχή: «Σκέφτηκα ότι θα είναι μια πολύ καλή και όμορφη ευκαιρία να είμαι εδώ, να κάνουμε φίλους, να γνωρίσουμε την κουλτούρα, τη γλώσσα και άλλα πολλά».
Ερωτώμενοι για το πώς βλέπουν την ελληνική γλώσσα σε παγκόσμιο επίπεδο, η Ινές απαντάει ότι «είναι μια σημαντική γλώσσα. Οι περισσότεροι δεν το ξέρουν και εκφράζουν τις αμφιβολίες τους. Νομίζω όμως ότι είναι σημαντική γλώσσα, είναι το παρελθόν μας. Είναι πλούσια και κάθε μέρα μαθαίνουμε τι σημαίνει κάθε λέξη, τι σημασία των πραγμάτων. Στα ισπανικά δεν υπάρχουν τόσες λέξεις για να εκφράσεις ένα πράγμα, ενώ έχουμε πολλές λέξεις που οι ρίζες τους είναι ελληνικές».
Με την Ινές συμφωνεί και ο Μιγκέλ, λέγοντας ότι, «έχουμε κοινές ρίζες που ακολουθούν την ελληνική γλώσσα, που προέρχονται από τα αρχαία ελληνικά, τα οποία είναι σχεδόν τα ίδια με τα νέα ελληνικά».
Οι αντιδράσεις
Στην ερώτηση από πότε συνειδητοποίησαν ότι θέλουν να μάθουν ελληνικά, η Ινές απαντάει ότι είχε γνωρίσει έναν άλλο φοιτητή που σπούδαζε ελληνικά και της είπε ότι «είναι μια πολύ καλή γλώσσα. Και από τότε άλλαξε η ζωή μου με τα ελληνικά».
Ο Μιγκέλ σημειώνει ότι «διάβαζα λατινικά, αρχαία ελληνική και μου άρεσαν πάρα πολύ. Και τότε σκέφτηκα ότι θα ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για μένα να ξεκινήσω να μαθαίνω νέα ελληνικά.
Στην ερώτηση για το πώς αντέδρασαν οι οικογένειές τους όταν τους ανακοίνωσαν την απόφασή τους, η Ινές σημειώνει: «Η μητέρα μου φοβήθηκε λίγο και τηλεφώνησε σε μια καθηγήτρια του Πανεπιστημίου. Μετά απ’ αυτό ήταν σίγουρη και χαρούμενη για μένα. Τώρα πλέον μου λέει να έρχομαι στην Ελλάδα και να μαθαίνω τη γλώσσα».
Ο Μιγκέλ εξηγεί ότι η οικογένειά του χάρηκε, «καθώς σκέφτηκαν ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό για μένα, να μαθαίνω τον κόσμο, ότι με τα ελληνικά μπορώ να γνωρίσω τον κόσμο».
Στην ερώτηση για το πώς βλέπουν το πρόγραμμα στο οποίο μετέχουν, λένε ότι είναι πολύ καλό, έχει πολλές δραστηριότητες, μαθαίνουν για την ιστορία και τον πολιτισμό και θεωρούν πολύ σημαντικό ότι μπορούν να μεταφράζουν.
Όπως μάλιστα μας λέει η Ινές, «η ζωή στην Ελλάδα είναι πολύ όμορφη και η Δράμα είναι μια όμορφη και ζεστή πόλη, οι άνθρωποι είναι όλοι φιλικοί και μας μιλάνε και συζητάμε μαζί τους».
Η Ντιλάρα από την Κωνσταντινούπολη που μαθαίνει ελληνική γλώσσα και ρωμαίικα.
Η Ντιλάρα από την Κωνσταντινούπολη
Η Ντιλάρα είναι μια αρχιτεκτόνισσα από την Κωνσταντινούπολη, τα ελληνικά της είναι ακόμα πρώτου επιπέδου και μαθαίνει ελληνικά, ώστε να μπορεί να συνεννοείται με τους Έλληνες που ζούνε στην Κωνσταντινούπολη. «Υπάρχουν πολλοί Έλληνες, είμαστε γείτονες και ζούμε μαζί τους. Προσωπικά, θα ήθελα να καταλαβαίνω τι λένε».
Η ίδια ως αρχιτεκτόνισσα που είναι, μας λέει ότι «στην Κωνσταντινούπολη υπάρχουν πολλά αρχαία κτίρια, τα οποία έχουν σχέση με τους Έλληνες. Θέλω να μάθω για την ιστορία της Κωνσταντινούπολης, όπως και ότι είναι μια πόλη του Βυζαντίου».
Ερωτώμενη αν τα ελληνικά θα τη βοηθήσουν στη δουλειά της, απαντάει θετικά λέγοντας ότι «σκοπός μου είναι να μάθω ελληνικά, μιας και δουλεύω με τα αρχαία κτίρια, θέλω να καταλαβαίνω την ιστορία τους».
Στην ερώτηση για το τι ήταν αυτό που την ώθησε να μάθει την ελληνική γλώσσα, σημειώνει ότι «της αρέσει η κοινωνικότητα, να έχει κάποια επαφή με τους Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη και οι επαφές αυτές είναι σημαντικές για μένα».
Ερωτώμενη για το πώς αντέδρασε η οικογένειά της όταν μίλησε για την απόφασή της αυτή, στην αρχή τη ρώτησαν: «Γιατί ελληνικά;». Όπως λέει όμως, «με τον καιρό, όταν άρχισα να τους εξηγώ ότι ορισμένες λέξεις έχουν ελληνικές ρίζες τότε απάντησα στην πρώτη τους ερώτηση. Τώρα πλέον δεν το βλέπουν με κακό μάτι».
Μιλώντας στον «Π.Τ.» η Ντιλάρα, μας επιφυλάσσει και μια έκπληξη, λέγοντας ότι μαθαίνει και ρωμαίικα, στην ουσία ποντιακά! Όπως εξηγεί, «μου αρέσει η ποντιακή κουλτούρα, η μουσική τους την οποία προσωπικά αγαπώ πάρα πολύ. Και ο μπαμπάς μου είναι από την Τραπεζούντα, όμως δεν μιλάει καθόλου ελληνικά ή ρωμαίικα, αλλά η μουσική είναι κάτι – που δεν μπορώ να το εκφράσω – είναι πολύ δυνατή και δυναμική».
Όπως τονίζει, «όταν ακούω κεμεντζέ, νιώθω πραγματικά ζωντανή και αρχίζω να χορεύω και μ’ αρέσει να μοιράζομαι αυτή την κουλτούρα».
Ελλάδα και Τουρκία
Ερωτώμενη για το πώς βλέπει τη σχέση των δύο κρατών, της Ελλάδας και της Τουρκίας, λέει ότι «δυστυχώς τα κράτη μας δεν έχουν καλές σχέσεις. Οι άνθρωποι όμως δεν είναι το ίδιο. Οι δύο λαοί δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν μεταξύ τους. Μπορούμε να καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι, να τρώμε τα ίδια φαγητά και να χορεύουμε. Έχουμε σχεδόν τα ίδια πράγματα και στο φαγητό και στην κουλτούρα μας».



