ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ
ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΠΑΜΙΝΟΥ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗ*
Σταυρούλα Συμεωνίδου
Ξέρατε ότι το στερητικό «α» μαζί με τη «λήθη», δηλαδή τη λησμονιά, κάνουν την αλήθεια; Η Ελληνική είναι η μοναδική γλώσσα που έχει αυτού του είδους την εξήγηση. Τι είναι δηλαδή η αλήθεια; Η κατάργηση της λήθης. Μπορούμε εμείς να λησμονήσουμε το παρελθόν; Αποκλείεται. Όποιος λησμονήσει το παρελθόν χάνεται και δεν έχει μέλλον.
Έφυγες πατέρα μας χαρούμενος και περήφανος. Έφυγες ξαφνικά, όπως ξαφνικά το είχες συνήθειο να πηγαίνεις για ύπνο, όπως ξαφνικά ντυνόσουν για να πας στο γήπεδο, στο καφενείο, στον κουρέα ή για να βρεις τους συντρόφους σου για να μοιραστείς μια ιδέα. Όπως ξαφνικά μας αγκάλιαζες και μας φίλαγες, όπως ξαφνικά μας έλεγες τι πρέπει να διορθώσουμε στα μαθήματα μας ή στην συμπεριφορά μας. Μία κίνηση όλη η ζωή σου και ένας αγώνας για το δίκιο.
Μια ζωή σαν κινηματογραφική ταινία. Ξεκίνησε από την Προύσα, γενέτειρα του παππού μας Κώστα Συμεωνίδη, από την Σμύρνη βρέθηκε στην νήσο Έλις της Ν. Υόρκης πρόσφυγας. Αρραβωνιάστηκε με αλληλογραφία μέσω του ερυθρού Σταυρού και γύρισε από την Αμερική για να παντρευτεί στην Χαριτωμένη Δράμας. Ο γάμος τους έδωσε τρία παιδιά, το μεσαίο ο Παμίνος. Τον Σεμπτέμβρη του 1941 οι κομιτατζήδες Βούλγαροι εκτέλεσαν τον πατέρα σου μπροστά στα μάτια σου και ήσουν μόλις 7 χρονών αγοράκι. Μια σκηνή που σε σημάδεψε για πάντα και συχνά πυκνά την αφηγούσουν σε εμάς. Ένα τραγικό γεγονός που έγινε η αιτία για να κάνεις στόχο ζωής τον αγώνα για δικαιοσύνη. Για έναν καλύτερο κόσμο. Και γιατί αυτό? θα ρωτούσε κάποιος. Μα γιατί έζησες αυτό που γινόταν σε όλη την Ελλάδα και κυρίως στην Βουλγαροκρατούμενη ματωμένη Δράμα. Ο Έλληνας καταδότης του πατέρα σου πλούτισε. Δεν τιμωρήθηκε ποτέ και ύψωνε με καμάρι την πατριωτική σημαία της Ελληνικής ακροδεξιάς, παρόλο που βύθισε, έστειλε στον θάνατο είκοσι έλληνες πατριώτες μόνο εκείνη την ημέρα.
Έφυγες λοιπόν από το χωριό και οχτώ χρονών παιδί με την μάνα και τα αδέλφια σου ήρθε στους μπαξέδες τις Δράμας, μεγάλωσες μέσα στις λάσπες, στο κρύο και στην υγρασία. Σε παραπήγματα που υπήρχαν τότε στην περιοχή. Έπρεπε να δουλέψεις από παιδί. Η μόνη δουλειά, λουστράκι μετά το σχολείο και τις Κυριακές στα γήπεδα με μία τάβλα κρεμασμένη στον λαιμό, πουλούσες από τσιγάρα, σπόρια μέχρι και κορδόνια διαλαλώντας την πραμάτεια σου. Αγώνας σκληρός, φτώχια και πείνα. Αλλά εσύ εκεί επίμονος αγωνιστής της ζωής. Ρουφούσες ομορφιές από ότι αντίκριζες, αγάπησες το ποδόσφαιρο, την σχέση με τους ανθρώπους, το εμπόριο αλλά και τα γράμματα. Ήσουν η σπάνια εκείνη πάστα ανθρώπων που μπορούσες να βρεις μια σπίθα φωτός στα πιο βαθιά σκοτάδια και να κρατηθείς από αυτήν. Δούλευες και διάβαζες. Όταν τελείωσες το δημοτικό, κρυφά από την μαμά σου γράφτηκες σε νυχτερινό γυμνάσιο. Αγόραζες μεταχειρισμένα βιβλία και διάβαζες μέχρι να έρθει ο επόμενος πελάτης να του λουστράρεις τα παπούτσια του. Έτσι τελείωσες και την Τετάρτη γυμνασίου ώσπου σε τσάκωσε η μαμά και ο αδελφός και σου απαγόρευσαν να συνεχίσεις. Τα μεροκάματα δεν έβγαιναν, έχανες χρόνο με τα γράμματα. Άρχισες το ποδόσφαιρο. Αυτό σου έδινε κάποιο χαρτζιλίκι. Εκεί γεννήθηκε και η ανάγκη για πολιτική έκφραση, ως το αντίδοτο στην αδικία.
Μετά ο στρατός και εκεί κάτι έμαθες. Έγινες ασυρματιστής. Ύστερα ήρθε ο μεγάλος έρωτας με την Νίκη Κουκοπούλου. Τον μοναδικό σου και ισόβιο έρωτα με την όμορφη μοδιστρούλα. Υπάλληλος πια, εργάτης στην τοποθέτηση μουσαμάδων πατωμάτων, ποδοσφαιριστής, πολιτική δράση. Σύζυγος και πατέρας, άοκνος εργάτης της ζωής. Και μετά έμπορος με το δικό σου μαγαζί και ιδρυτής της αγαπημένης ομάδας του Πανδραμαϊκού. Δεν μεγάλωσες τρία παιδιά πατέρα μου αλλά τέσσερα και το ξέραμε και το νιώθαμε πως ο Πανδραμαϊκός ήταν για σένα ένα ακόμα παιδί που κάποιες φορές ζηλεύαμε για το πόσο νοιαζόσουν γι αυτόν. Και φυσικά πολιτική δράση, αντιδικτατορική. Και άλλη αγάπη το ψάρεμα. Και η Νίκη πάντα δίπλα σου σκοπός ζωής της η δική σου χαρά, το χαμόγελό σου και μόνο της έφτανε για να γκρεμίσει ένα βουνό για να περάσεις από μέσα αγόγγυστα. Δίπλα σου σε ότι αγάπησες τον Ανδρέα, το Πασοκ, την τοπική αυτοδιοίκηση, το ποδόσφαιρο, το ψάρεμα είχες αυτό το αγκωνάρι και μπορούσες να αρμενίζεις στις θάλασσες των ονείρων σου. Αλλά γλυκέ μου μπαμπά είχες την τύχη να γίνονται τα όνειρα πραγματικότητα, ο Πανδράμ μεγάλωσε «Ο Πανδραμ και η άρσεναλ είναι αδέλφια δίδυμα τραγουδούσαμε». Το Πασοκ έκανε αλλαγές, η κοινωνία προχωρούσε. Η τοπική αυτοδιοίκηση έκανε θαύματα. Δεν θα ξεχάσω τον Αντώνη Τρίτση στο σπίτι μας να πίνετε τσίπουρο με τους λαχταριστούς μεζέδες τις Νίκης και να οργανώνεται την ένταξη της ανάπλασης της Αγίας Βαρβάρας στα ολοκληρωμένα Μεσογειακά προγράμματα. Δεν θα ξεχάσω τους μπαξέδες που μεγάλωσες να αποκτούν δρόμους και αποχετεύσεις, δεν θα ξεχάσω τις κερκίδες του εθνικού σταδίου και πόσα άλλα. Δεν θα ξεχάσω τους ψαράδες να μας περιμένουν στην σκάλα της Περάμου για να τους οδηγήσουμε σε ψαρότοπους. Γιατί και σ’ αυτό ήσουν μοναδικός. Πατέρα μου είσαι από εκείνα τα πλάσματα που κάνουν τους ανθρώπους να ψιλώνουν στο ύψος ανθρωπιάς γιατί από όλα αυτά δεν πλούτισες, αντίθετα αναγκάστηκες πούλησες το εξοχικό σου. Πατέρα μου μέσα σε όλη αυτήν την ξέφρενη περιδίνηση της ζωής σου κατάφερες να κάνεις μία όμορφη οικογένεια, να αποκτήσεις αληθινούς φίλους, να κερδίσεις τον σεβασμό και την εκτίμηση της μικρής μας πόλης, να αφήσεις το αποτύπωμα σου σε αυτόν το τόπο και στις καρδιές μας. Πατέρα μου κατάκτησες την αθανασία μέσα από παιδιά εγγόνια, αφηγήσεις και μνήμες συμπολιτών σου. Πατέρα μου ακόμα και ο Θάνατος σε σεβάστηκε και σε πήρε μαζί του όρθιο, αξιοπρεπή, ανώδυνα.
Και να ξέρεις εμείς θα κάνουμε αυτό που έλεγε ο φίλος και σύντροφός μου ο Μανώλης Γλέζος:
Πριν από κάθε μάχη μαζευόμαστε και κουβεντιάζαμε. Και λέγαμε: Εάν εσύ ζεις, μη με ξεχάσεις. Εάν εσένα δε σε βρει το βόλι, όταν συναντάς τους ανθρώπους στο δρόμο, θα λες καλημέρα κι από μένα. Κι όταν πίνεις κρασί θα πίνεις κρασί κι από μένα. Κι όταν ακούς τον παφλασμό των κυμάτων, θα τον ακούς και για μένα. Κι όταν ακούς τον άνεμο, να περνάει μέσα από τα φύλλα, κι ακούς το θρόισμα του ανέμου, θα το ακούς και για μένα. Κι όταν χορεύεις, θα χορεύεις και για μένα! Μπορώ να ξεχάσω αυτόν τον κόσμο, είναι δυνατόν;
- Ο επικήδειος που έγραψε η κόρη του Παμίνου Συμεωνίδη, Σταυρούλα Συμεωνίδου και απαγγέλθηκε από την εγγονή του Αντριάνα Ανδρέοβιτς στην κηδεία στις 8/1/2026.

