Home > Νέα > Δυο ήμερες στη Δράμα και τα περίχωρα της  το 1927     Έρευνα –επιμέλεια Ιωάννης Στ. Σταυρίδης

Δυο ήμερες στη Δράμα και τα περίχωρα της  το 1927     Έρευνα –επιμέλεια Ιωάννης Στ. Σταυρίδης

Δυο ήμερες στη Δράμα

και τα περίχωρα της  το 1927

 

  Έρευνα –επιμέλεια Ιωάννης Στ. Σταυρίδης

 

  1. Η Δράμα έχει δεχθεί τους πρόσφυγες, οι οποίοι πασχίζουν να ριζώσουν στη νέα τους πατρίδα. Με νύχια και με δόντια παλεύουν για ωτο σήμερα και το αύριο.

Οι σχέσεις με τους ντόπιους άριστες, αδελφικές. Κατανοούν και αυτοί τον πόνο του ξεριζωμού. Βρίσκονται δίπλα τους και από κοινού προσπαθούν να βρουν λύσεις.

Δυστυχώς όμως, δε συμβαίνει το ίδιο με την πολιτεία. Τους έστειλε στη Δράμα, τους σκόρπισε στα ξεροβούνια της και τους ……. εγκατέλειψε.

Σαν να τους είπε  «κόψτε τον λαιμό σας  τώρα. Μέχρι εδώ».

1927: Ευτυχώς στη Δράμα – όπως και σήμερα έχουμε τους ευεργέτες μας – έτσι και τότε υπήρχαν οι αξιόλογοι άνδρες που δεν απογοητεύονταν δεν λιγοψυχούσαν.

Ας δούμε λοιπόν τη Δράμα του 1927.

 Πως ζούσαν οι κάτοικοί της, πως λειτουργούσαν οι δημόσιες υπηρεσίες, η αγορά της, η βιοτεχνίες της. Τα χάλια της οδοποιίας, αλλά γιατί όχι και τα γλέντια των απογόνων μας.

Την εικόνα μας την δίνει ο δημοσιογράφος της «Μακεδονίας» Νίκος Φαρδής σε έρευνά του τον Νοέμβριο του 1927. Γράφει:                                                                                             

« Το αυτοκίνητόν μου διασχίζει τον χωραφόδρομον με ταχύτητα θέτουσαν εν κονδύνω τα πλευρά μου. Αι αναπηδήσεις είναι βίαιαι. Εάν δεν υπήρχεν η καπόττα, είμαι βέβαιος, ότι θα επερνούσα επάνω από τον σκελετόν του φόρτ και θα επήγαινα να αναπαυθώ μέσα εις τα λασπώδη νερά των ελών.

Ως τόσον όμως ο κάμπος είναι ωραίος, καταπράσινος εις διάφορα σημεία από τους φουντωμένους δαυλούς των καπνών. Ανώφελα όμως είναι τα φύλλα της παραγωγής αυτής. Εάν ήτο δυνατόν θα εγένετο και τρίτη και τετάρτη συγκομιδή. Αλλ’ η ποιότης θα είναι αθλία. Τα καπνά θα έπαιρναν κακό όνομα.

Περνούμε τώρα ανάμεσα από ένα εκτεταμένο αμπελώνα. Κάποια εταιρεία είχε την φαεινή ιδέαν να φυτεύση Αμερικανικά κλήματα εις έκτασιν χιλιάδων στρεμμάτων. Έτσι, σε λίγα χρόνια η περιφέρεια εκείνη δεν θα είναι μόνον καπνά, αλλά θα είναι και οινοπαραγωγός. Το έδαφος είναι πολύ κατάλληλον δια την αμπελοκαλλιέργειαν.

Ο Σταθμός της Δράμας με την συνήθη ζωηράν του κίνησιν. Τον αφήσαμε δεξιά δια να εισέλθωμεν εις την μεγάλην δενδρόφυτον λεωφόρον η οποία οδηγεί από του σταθμού εις την Δράμαν.

Σκοτεινή και υγρά είναι.

Τα εξοχικά κέντρα της δεξιά και αριστερά κλειστά. Τι μελαγχολία. Δεν έχει καθόλου εύθυμον όψιν αυτήν την εποχήν η Δράμα. Δεν αργούμε να φθάσουμε εις την πλατείαν της όπου εγείρεται κομψόν και παραστικώτατον το ηρώον της πόλεως, τιμή προς τα τέκνα της Δράμας, τα οποία έπεσαν μαχόμενα υπέρ Πατρίδος. Ένα πράγμα που παρατηρεί κανείς ευθύς αμέσως εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν είναι ότι και αι μικρότεραι ακόμη κοινότητες έχουν το ηρώον των. Εις αυτό υπερτερούν την καθυστερημένην Θεσσαλονίκην, η οποία ούτε μίαν κολώνα δεν κατόρθωσε να στήση                   εις μνήμην των γενναίων τέκνων της, που έπεσαν κατά καιρούς εις τα πεδία των μαχών. Αναλγησία, αδιαφορία ή ασέβεια; Ας εκλέξουν τον χαρακτηρισμόν οι ευθυνοι «αρμόδιοι».

Εις την Δράμαν ένας απρόοπτος επισκέπτης κινδυνεύει να πάθη δύο τινά. Να μην εύρη ξενοδοχείον και να σκάση από πλήξιν. Το δεύτερον είναι μόνον προς τιμήν των   Δραμηνών, οι οποίοι δεν κατακλύζουν τα καφενεία, αλλά κοιτάζουν τις δουλειές τους. Όχι βέβαια, διότι η Δράμα στερείται παρασιτικού πληθυσμού. Ας είναι καλά η ευλογημένη Παλαιά Ελλάς, η οποία μας έστειλεν άφθόνους ε π ι σ τ ή μ ο ν α ς, δια να μας φωτίσουν και να μας διδάξουν πώς να πολιτευόμεθα. Διάβολε, απόλυτος ανάγκη ήτο να μάθωμεν και ημείς πως ομφαλοσκοπείται η Αθήνα. Ας είναι.

Η σημερινή Δράμα δεν είναι εκείνη την οποίαν εγνωρίσαμεν άλλοτε. Η αθρόα εγκατάσταση των προσφύγων της έδωκε νέαν ζωήν και τόνωσε την δραστηριότητα των παλαιών Δραμηνών. Τόσον εις την πόλιν, όσον και εις συνοικισμούς, έκδηλος είναι η ζωτικότης του πρόσφυγος, ο οποίος ανέσκαψε την γην, ειργάσθη, εμόχθησεν και εδημιούργησεν. Σχεδόν είναι αυτάρκης ο γεωργικός προσφυγικός πληθυσμός της περιφερείας και ο αστικός προχωρεί εις τον άνετον βίον. Αλλ’ οποία παραγκοποίησις της πόλεως!

Οι στενοί δρόμοι και γύρω από την πλατείαν οι παράγκες, το νέον αυτό προϊόν της οικοδομικής τέχνης κατέχουν μέγαν χώρον. Και μέσα εις τον χείμαρρον ακόμη εστήθησαν παράγκες μικρεμπόρων.

Η οδός Βενιζέλου διετηρήθη μόνον όπως άλλοτε. Με το τρίγωνον της Εμπορικής Λέσχης και το μοναδικόν ζαχαροπλαστείον της, όπου τα βράδυα παίρνει το γλυκό της η κοσμική Δράμα και συχνάζουν οι αξιωματικοί της Μεραρχίας.

Εις αναζήτησιν ξενοδοχείου. Η «Θεσσαλονίκη» γεμάτη. Ο «Βόλος» το ίδιον. Ευτυχώς η «Μακεδονία» διαθέτει το δωμάτιον πελάτου απουσιάζοντος. Πάλιν καλά. Θα είχαμε την εκλογήν ελευθέραν εις άλλην εποχήν, τώρα όμως με την κίνησιν των καπνεμπόρων τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά.

Αρκούμεθα εις ότι μας δίδουν. Με τας χείρας ελευθέρας, αφού ευρήκαμεν τόπον να αποθηκεύσωμεν τις βαλίτσες μας, ανερχόμεθα προς την Νομαρχίαν. (Σημ: Τότε η Νομαρχία στεγάζονταν στον χώρο όπου σήμερα τα Δικαστήρια).

Ας το ομολογήσωμεν. Η πρώτη εντύπωσις υπήρξεν τελείως αποκαρδιωτική. Περίβολος δημοσίων κτιρίων είναι εκείνος ή είσοδος στάνης εις την οποίαν σταυλίζονται δυσήνια ζώα; Τι ακαταστασία, τι ακαλαισθησία! Ένας κορμός δένδρου κοίτεται ανάμεσα σ΄ένα σωρό σκουπιδιών. Σπασμένα μάρμαρα με λατινικές επιγραφές, μισοσβησμένες, ακαταλήπτου εννοίας. Ένας λάκκος  με σβυσμένο ασβέστη.Και γύρω τα κτίρια όπου στεγάζεται πλήθος δημοσίων υπηρεσιών. Ένα καινούριο κτίριον εγείρεται αριστερά. Σπήτι αγαθού αστού θα το έλεγα που εκτίσθη κατά συγκατάβασιν μέσα εις το επίσημον εκείνον περίβολον. Και όμως είναι το «Νομαρχείον» ως μαρτυρεί η ανάγλυφος επιγραφή που ευρίσκεται εις το υπέρθυρον δύναται να επαρκέση εις την στέγασιν των υπηρεσιών της Νομαρχίας, πολύ δε περισσότερον και του Νομάρχου, όπως προεβλέπετο αρχικώς.

Εις το βάθος, υψούται μια σκοτεινή και κακοζήλως κτισμένη «καζάρμα» παλαιόν τουρκικόν διοικητήριον, όπου στεγάζονται η νομαρχία και αι δικαστικαί αρχαί. Προς τα εκεί βαδίζωμεν αλλά μας εμποδίζουν την είσοδον αι …..αράχναι. Αποτελούν αύται μοναδικόν διακοσμητικόν της πενθίμου εισόδου. Πυκνά «ριντώ» από α ρ α χ ν ο ϋ φ α ν τ α υφάσματα κρέμονται από τας γωνίας και την οροφήν. Δάπεδον πανάθλιον, φορτωμένον με παντός είδους σκουπίδια, πακέτα σιγαρέτων άδεια, ξηρά φύλλα πλατάνων, παληόχαρτα κ.λ.π.

Ακούω ένα παρατεταμένον κωδωνισμόν και πληροφορούμαι ότι συνεδριάζει το Ειρηνοδικείον. Πηγαίνω να ιδώ, πως απονέμεται η δικαιοσύνη. Ένα ρε-ντε σωσαί μισοσκότεινον, υγρόν, αραχνιασμένον επίσης, παγερόν με τοίχους ξεφτισμένους, οροφήν αμφιβόλου χρώματος. Ο Πταισματοδίκης, ο δημόσιος κατήγορος η δ/νις γραμματεύς και οι συνήγοροι εις τας θέσεις των. Οι μυνηταί, οι κατηγορούμενοι, οι μάρτυρες συγκεντρούνται εις το πίσω μέρος του κυγκλιδώματος. Άνθρωποι που έρχονται από μακρυνά χωριά να «δικασθούν» δια ψύλου πήδημα.

Πόντιοι κατά πλείστον γεωργοί, Καυκάσιοι και Μικρασιάται.

Ας παρακολουθήσωμεν την διαδικασίαν.

Ο κ. Πταισματοδίκης είναι νευρικός.

  • Καλείται ο κατηγορούμενος Γαλέας.

Ακούω ένα βιαστικώτατον μπρ…..μπρ…..μπρ…. Είναι αι συνήθεις τακτικαί ερωτήσεις του προέδρου εκτοξευόμεναι χειμαρρωδώς και εις απάντησιν των οποίων ο Γαλέας, παρατάσσει τόπον γεννήσεως, διαμονής, ηλικίαν, θρήσκευμα κ.λ.π.

Ο άθλιος κατηγορείται δια φοβερόν πράγμα. Εις καυγάν του με την Φωτεινήν Γκιόλα – αν δεν απατώμαι – η οποία καλείται και προφορικώς δια να διαφωτίση το δικαστήριον περί των διατρεξάντων, είπε φράσεις τινάς εις καθαράν ποντιακήν  διάλεκτον δια των οποίων ετίθετο εις αμφιβολίαν η τιμή της εναγούσης.

Ο κ. Πταισματοδίκης βιάζεται.

  • Έλα, έλα, γρήγορα κυρά μου.

Η γυναικούλα μια πενηντάρα χωρική, τα χάνει. Την αντικαθιστά ο σύζυγός της. Η διαπίστρωσις της φράσεως γίνεται. Αλλοίμονόν σου Γαλέα που έθιξες δι΄ «ανοικείου φράσεως» την τιμήν της Φωτεινής Γκιόλα!

Ο κ. Πταισματοδίκης εξακολουθεί να βιάζεται.

  • Αϊντε! Άιντε. Γρήγορα να ξεμπερδεύωμεν.

Και ξεμπερδεύει πράγματι ένα πλήθος υποθέσεων με ταχύτητα ηλεκτρικήν. Που να τας παρακολουθήση κανείς όλας. Αρκεί και μία όμως δια να έχη πλήρη την εικόνα του επαρχιακού Πταισματοδικείου, όπου όλοι βιάζονται και αυτός ο κατηγορούμενος ακόμη. Ο Γαλέας είναι ως τόσον άνθρωπος τυχερός. Θα εξέλθη της πνιγηράς και πενθίμου εκείνης αιθούσης δια να μεταβή εις το άνετον και καθαρόν κτίριον των φυλακών που ευρίσκεται ακριβώς πίσω από την νομαρχίαν.

Τον ηκολουθήσαμεν αγούμενον εκεί, όχι βέβαια δια να τον παρηγορήσωμεν, αλλά δια να ίδωμεν το φρικαλέαν ενδιαίτημα θα ήσαν αι φυλακαί, τας οποίας υποθέτει κανείς ασυγκρίτως χειροτέρας της αιθούσης του δικαστηρίου.

Ε, λοιπόν λάθος! Το κτίριον των φυλακών Δράμας είναι καλόν άνετον θα μπορούσε να πη κανείς. Η καθαριότης του εξαιρετική. Ευρίσκω τον διευθυντήν κ. Παπασάββαν εις το γραφείον του και με συνοδεύη εις τα διάφορα διαμερίσματα της φυλακής. Ούτε ίχνος σκουπιδιού δεν φαίνεται πουθενά. Διαπιστώνω όμως μιαν σπαρακτικήν θλιβερότητα. Οι φυλακισμένοι πεινούν!

Αι φυλακαί    Δράμας δεν χορηγούν συσσίτιον εις τους κρατουμένους. Πώς να ζήσουν λοιπόν οι δυστυχείς που συμβαίνει να κρατούνται εκεί διότι συνέπεσε να χρωστούν εις το δημόσιον……. τεσσαράκοντας δραχμάς;

Είδα σ΄ έναν τοιούτον δυστυχή, ο οποίος είναι άγνωστον πότε θα εξέλθη των φυλακών, αν εννοείτε εν τω μεταξύ δεν αποθάνη από την πείναν. Τι να κάμη ο διευθυντής των φυλακών εν προκειμένω; Αυτή είναι μια υπόθεσις, η οποία εξ ολοκλήρου αφορά την κοινωνίαν της Δράμας. Τι κάμνουν αι φιλάνθρωπαι κυρίαι της πόλεως; Μου φαίνεται, πως δεν τρώγει κανείς μόνον το Πάσχα. Θα παρακαλούσα λοιπόν τας κυρίας της Δράμας εκ μέρους των δυστυχών φυλακισμένων να λάβουν πρόνοιαν δι΄ αυτούς, ο αριθμός των δεν υπερβαίνει συνήθως τους  εκατόν. Μου φαίνεται λοιπόν, ότι δεν θα ήτο δύσκολον να γίνη μια επιτροπή, η οποία ν’  αναλάβη την φροντίδα  της ανακουφίσεως των δυστυχών αυτών ανθρώπων.

Εις την νομαρχίαν συναντώ έναν παλαιόν γνώριμον. Το Νομάρχην κ. Χριστόπουλον. Εις το γραφείον μπορούμε να αναπαυθούμε και να συνομιλήσωμεν. Μόλις έχει επιστρέψη από την ύπαιθρον. Ιδού λοιπόν ένας νομάρχης – φαινόμενον.

Το γραφείον του τον βλέπει σπανιώτατα. Η ύπαιθρος τον κρατεί εξ ολοκλήρου. Δεν υπάρχει χωριό όσον μακρυνόν και να είναι που να μην δεχθή μιαν φοράν τυλάχιστον την εβδομάδα την επίσκεψιν του νομάρχου. Δεν υπάρχει κατσάβραχον, ακροποταμιά, δασύλιον, πηγή, χωραφάκι το οποίον να μη γνωρίζη ο Νομάρχης.   Η εργασία των προέδρων των κοινοτήτων παρακολουθείται εκ του σύνεγγυς. Εις μιαν στιγμήν που ο πρόεδρος της κοινότητος δεν το περιμένει δέχεται την επίσκεψιν, η οποία είναι ένας   έλεγχος.

  • Για να ιδούμε κ. πρόεδρε, το τάδε πράγμα έγινε, αυτό τι γίνεται, το άλλο το θα γίνη…..

Οι πρόεδροι ευρισκόμενοι υπό διαρκή έλεγχον και υπό αυστηράν παρακολούθησιν διπλασιάζουν τον ζήλον των, εντείνουν τα προσπαθείας των και αι κοινότητες προοδεύουν.

Ο κ. Χριστόπουλος, είπα, μόλις είχε γυρίση από την ύπαιθρον. Επήγε και επιθεώρησεν έν δημόσιον έργον, εκτελεσθέν χωρίς να υποστή το Κράτος την ελαχίστην δαπάνην.

Ένα δρόμον μήκους τριάκοντα χιλιομέτρων, εις ορεινήν περιοχήν. Είναι ιδικής του εμπνεύσεως ο τρόπος της εκτελέσεως του έργου και εις την προσωπικήν του προσπάθειαν οφείλεται ότι έγινε.

ΝΙΚΟΣ ΦΑΡΔΗΣ

Εάν το ελέγατε αυτό άλλοτε θα σας εκοροϊδευαν. Απροσπέλαστος ήτο η ορεινή εκείνη περιφέρεια και διτους πεζούς ακόμη.

Συγκοινωνία δεν υπήρχε παρά δι’  ωρισμένας εποχάς του έτους. Όλοι οι συνοικισμοί που βρίσκονται εις την περιφέρειαν εκείνην φαινόταν να αποτελούσαν ένα τμήμα άλλου κράτους, εις το  οποίον για να πάη κανείς   έπρεπε να κάνη τον σταυρόν του.

Σήμερον τα πράγματα είναι διαφορετικά. Μπαίνετε στο αυτοκίνητό σας απ΄τη Δράμα και κατεβαίνετε μπροστά στο κοινοτικό καφενείο της Οσενίτσης κάμνοντας τον θαυμασιώτερον περίπατον που μπορεί να φαντασθή κανείς.

Πως έγιναν όλα αυτά;

Το υπουργείον Συγκοινωνίας θα υποπτεύεται ίσως. Καθόλου. Το καλόν αυτό υπουργείον εδρεύει εν Αθήναις και ενδιαφέρεται μόνον δια περιορισμένην ακτίνα μη εξικνουμένην  πέραν των Τζουμέρκων. Αν η ορεινή περιφέρεια της Οσενίτσης έχει σήμερον συγκοινωνίαν, αυτό οφείλεται αποκλειστικά – ας αποδοθή δικαοσύνη – εις τον νομάρχην κ. Χριστόπουλον και εις την καλήν θέλησιν και τα γερά μπράτσα των Ποντίων χωρικών.

Πενήντα χιλιομέτρων δρόμος ετελείωσε χωρίς συνεργεία, χωρίς οδοστρωτήρας.  Ήρκισεν η σκαπάνη, το φτυάρι και ο λοστός στα χέρια των χωρικών δια να κατασκευασθή η από Σίψης εις Οσένιτσαν οδός. Βράχοι ολόκληροι μετεβλήθησαν εις συντρίματα, βαθειές χαράδρες επληρώθησαν με πέτρες και χώματα, αυλάκια ανοίχθησαν, προστατευτικά τείχη και αντήριδες εκτίσθησαν. Και όλα αυτά με μόνην την προσωπικήν εργασίαν των χωρικών της ορεινής εκείνης περιφερείας. Τους έπεισεν ο νομάρχης. Εφώναξε τους προέδρους των κοινοτήτων και τους μίλησε απλά και καθαρά. Τους εξήγησε τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να δουλέψουν.

  • Όταν τελειώση ο δρόμος αυτός και η περιφέρειά σας αποκτήση συγκοινωνίαν, θα φάτε το ψωμί φθηνότερον κατά δύο δραχμάς και θα πουλήσετε τα καπνά σας 5-10 δραχμές ακριβώτερα.

Ήταν αρκετό αυτό. Οι πρόεδροι πήγαν στα χωριά τους και σε μια εβδομάδα συνεκεντρώθ ένας στρατός 2.000 εργατών κατά μήκος της οδού Σίψης – Οσενίτσης και ήρχισεν η εργασία με κεφάλαιον 90.000 δραχμών το οποίον ενέκρινεν η Γενική Διοίκησις Θράκης δια την αγοράν εργαλείων.

Επιτροπή κατηρτίσθη προς παρακολούθησιν του έργου εκ του Νομάρχου, του Διευθυντού της αστυνομίας και των παρέδρων των κοινοτήτων Οσενίτσης και Μπερόβου.

Αδύνατον είναι να περιγραφή ο ενθουσιασμός των χωρικών – εργατών, η όρεξη με την οποίαν ανέλαβον την εκτέλεσιν του έργου. Τας ώρας της αναπαύσεώς των μια χαρά είναι να τους βλέπη κανείς χορέυοντας τον λαζικόν ή παρασκευάζοντας το συσσίτιον.

Ο Νομάρχης παρακολουθεί την εργασίαν και μοιράζει σιγαρέττα. Εκ των προέδρων των κοινοτήτων γνώρισα τον κ. Ελευθεριάδην, πρόεδρος Σιδηρονέρου, αλλά και άλλους των πλησιοχώρων κοινοτήτων. Μου ομίλησαν με πικρίαν δια τους βουλευτάς των και κατέκριναν την διαγωγήν  των ανθρώπων αυτών, που μετά την εκλογήν των εθεώρησαν τελείως περιττόν τον κόπον να επισκεφθούν τους εκλογείς των και να φροντίσουν να πληροφορηθούν περί των αναγκών των.

  • Ας ελπίσωμεν, μου είπεν είς εκ των προέδρων, ότι τώρα που θα τελειώση ο δρόμος, θα πάρουν τα ποδαράκια του να έλθουν ως εδώ, δια να τους τα κάμωμεν από την καλήν!

Ζωηρώς αμφιβάλλω αν θα δοθή η ευκαιρία αυτή. Οι κ.κ. βουλευταί είναι γεγονός ότι δεν πηγαίνουν εις τους εκλογείς των, παρά εις ωρισμένας εποχάς, όταν δηλαδή ούτοι δεν έχουν τον καιρόν ούτε την διάθεσιν να τους εκλέξουν.

Περνούμε διαρκώς κάτω από την ολοπράσινον οροφήν γιγαντιαίων δένδρων και εξακολουθούμε τον δρόμον προς τον ποταμόν. Είναι μια μαγεία η τοποθεσία εκείνη. Επί της εντεύθεν όχθης υπάρχει έν αρκετά καλόν παντοπωλείον, οπωσδήποτε να ξεκουραστή κανείς και να απολαύση το θέαμα της δια σχεδίας  μεταφοράς από της αντιπέρας όχθης των ποιμνίων των Σαρακατσαναίων, οι οποίοι  προς τα χειμαδιά των. Ο Νέστος εκεί μα μεγάλα εκατέρωθεν δένδρα, με τα κρουσταλλένια του βερά και τα κατάλευκα χαλίκια του είναι γραφικώτατος. Εάν έλειπεν όμως η σχεδία, έργον και ιδιοκτησία ενός Κερασουντίου πρόσφυγος, η διάβασις του ποταμού θα ήτο αδύνατος, χωρίς γέφυραν επί του Νέστου η περιφέρεια Οσενίτσας – Μπορόβου παύει ν΄ ανήκει στην Ελληνικήν επικράτειαν, όπως προσφυώς είπεν ο στρατηγός κ. Κοιμήσης.

Είναι αληθές,τι προ διετίας δια διαγωνισμού ανέλαβε την κατασκευήν της γεφύρας εκεί που ο εργολάβος κ. Κωνσταντόπουλος, αλλά τόσον συνεπής υπήρξεν εις τας υποχρεώσεις του και με τόσον ζήλον και θέρμην ανέλαβε το έργον ώστε μέχρι σήμερον ούτε τα βάθρα κατώρθωσαν να γίνουν. Και βεβαίως δεν μπορούσε να περιμένη κανείς περισσότερα αφού δια την κατασκευήν της γέφυρας αυτής, εργάζονται δέκα πέντε μονον εργάται. Έτσι λοιπόν με τον πρωτότυπον αυτόν τρόπον εργασίας μετά πενήντα έτη θα συμπληρωθή το έργον και η γέφυρα θα εξυπηρετήση την περιφέρειαν εκείνην.

Δεν αναλαμβάνει ο κ. νομάρχης να πείση τους καλούς αγρότας της περιφερείας να προσφέρουν υπέρ του έργου διήμερον εργασίαν; Με τον τρόπον αυτόν και το έργον θα τελειώση σύντομα και ο ανίκανος εργολάβος θα σταλή απ΄ εκεί που ήλθεν κηρυσσόμενος έκπτωτος.

Η διαδρομή από Σίψης εις Οσενίτσαν παρέχει την ευκαιρίαν να θαυμάση κανείς έναν τόπον εξαιρετικά ευνοημένον από την φύσιν, εγκαταλελειμμένον όμως από τους ανθρώπους.

Εις την Σίψαν επί παραδείγματι τα σπίτια είναι παμπάλαια, καμωμένα με παληά δοκάρια, μονόροφα ως επί το πλείστον. Σκεπασμένα είναι τα μαυρισμένα ντουβάρια των από ολόξανθον καπνόν μυρωδάτον, αρίστης ποιότητος. Σήμερα εις την Σίψαν είναι εγκατεστημέναι 98 οικογένειαι Ποντίων και Μικρασιατών. Κανείς δεν εφρόντισεν δια την καλυτέρευσιν της στέγης των και πολύ περισσότερον δεν ενδιαφέρθησαν να τους κάμουν ένα σχολείο της προκοπής.

Είκοσι τρία χιλιόμετρα πέραν από την Σίψαν είναι το Μοκρός εις το οποίον οδηγεί οδός ελικοειδής και ανηφορική. Εκατέρωθεν του δρόμου αυτού πυκνά φύονται δάση από καρυδιές, καστανιές, φλαμουριές, ακακίες και έλατα υψηλά. Μεγαλοπρέπειαν εξαιρετικήν έχει η βλάστηση εις την περιφέρειαν εκείνην. Το Μοκρός είναι καθαρώ προσφυγική κοινότης περιλαμβάνουσα οκτώ συνοικισμούς. Χάρις όμως εις την εγκατάλειψιν και αδιαφορίαν των αρμοδίων, ζημία κολοσσιαία έγινεν εις την προσφυγικήν περιουσίαν. Τα κτήματα κατεστράφησαν ερειπωθέντα σχεδόν, απέρανται βοσκαί μένουν ανεκμετάλλευται και ερημίαι απλώνεται εις τον ευλογημένον αληθινά εκείνον τόπον.

ΝΙΚΟΣ  ΦΑΡΔΗΣ