Μεγάλο ενδιαφέρον από σπηλαιολογικές ομάδες για το Σπήλαιο Αγγίτη
«Ετήσιο προσκύνημα» στον μοναδικό
γεώτοπο του Αγγίτη από Έλληνες
και ξένους σπηλαιολόγους
Μαζικές επισκέψεις από Σπηλαιολογικούς Συλλόγους στον Αγγίτη
Του Θανάση Πολυμένη
ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ του Αγγίτη, είναι από τα σπουδαιότερα σπήλαια σε όλη την Ελλάδα, καθώς παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον από γεωλογική και υδρολογική σκοπιά.
Κάθε χρόνο δέχεται χιλιάδες επισκέπτες, αλλά και εξερευνητικές αποστολές, όπως και ομάδες επιστημόνων προκειμένου να συγκεντρώσουν ενδιαφέροντα γεωλογικά στοιχεία. Άλλωστε, το θέμα αυτό το παρακολουθεί στενά ο «Π.Τ.», με σχετικά δημοσιεύματα από τις μελέτες των στοιχείων που έχουν παρουσιαστεί κατά καιρούς.
Πριν από λίγες ημέρες, μια εξερευνητική αποστολή που ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Συλλόγου Σπηλαιολογίας Θεσσαλονίκης «Πρωτέας», έφτασε στην Προσοτσάνη προκειμένου να μπει στο Σπήλαιο Αγγίτη και να κάνει τη δική της εξερεύνηση.
Στην αποστολή αυτή συμμετείχαν σπηλαιολόγοι και γεωλόγοι από τους Συλλόγους «ΧΕΙΡΩΝ» Βόλου, «ΑΠΕΙΡΟΣ ΓΑΙΑ» Ιωάννινα και σπηλαιολόγοι από διάφορες πόλεις της Ελλάδας, της Κύπρου, της Βουλγαρίας και της Ιταλίας.
Όπως μάλιστα αναφέρουν οι άνθρωποι της αποστολής, πρόκειται για το «ετήσιο προσκύνημα» στο Σπήλαιο Πηγών Αγγίτη σε μια δράση στα κρύα νερά του Αγγίτη ποταμού, ενώ χαρακτηρίζουν την περιοχή ως «μοναδικό γεώτοπο».
Το Σπήλαιο Αγγίτη περιλαμβάνει τον μεγαλύτερο και γνωστό μέχρι στιγμής, καρστικό αγωγό της Ελλάδας συνολικού μήκους 12 χλμ.
Η φυσική είσοδος του σπηλαίου αποτελεί το σημείο εξόδου του υπόγειου ποταμού που φέρει το όνομα Αγγίτης. Το πρώτο τμήμα του σπηλαίου, μήκους περίπου 500 μ. είναι επισκέψιμο για το τουριστικό κοινό, ενώ το μη επισκέψιμο τμήμα προσεγγίζεται μόνο από εκπαιδευμένους σπηλαιολόγους.
Το καλοκαίρι του 2024
Το καλοκαίρι του 2024, το Σπήλαιο Αγγίτη πέρασε ίσως μια από τις χειρότερες χρονιές, με μια μεγάλη περίοδο ξηρασίας. Σύμφωνα με τα ενδιαφέρονται στοιχεία που είχε δώσει στον «Π.Τ.» ο ερευνητής Γεωλόγος και Σπηλαιολόγος κ. Χρ. Πέννος, το νερό στην είσοδο του Σπηλαίου είχε πέσει μέχρι 15 εκατοστά, ενώ συνήθως την ίδια εποχή έφτανε στα 35 εκατοστά.
Διευκρίνιζε επίσης ο ίδιος πως, «το γεγονός ότι το Σπήλαιο Αγγίτη δεν έχει νερό (σ.σ. το 2024), είναι χαρακτηριστικό του τι συμβαίνει σε όλη τη χώρα. Στην ουσία πρέπει να σκεφτούμε ότι όλη η χώρα, επί της ουσίας παίρνει νερό από τέτοια καρστικά συστήματα. Σπήλαια μικρότερα, τα οποία ως πηγές, εκφορτίζουν το υπόγειο νερό σε μορφή πηγών και αυτή είναι η κατάσταση σε όλη τη χώρα».
Προκειμένου να καταδείξει πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση της έλλειψης νερού, μας λέει ότι, όταν τα προηγούμενα χρόνια έμπαιναν μέσα και τοποθετούσαν τους μετρητές ή τους ήλεγχαν, υπήρχε ένα σημείο στο οποίο το νερό έφτανε και τα δύο μέτρα βάθος. «Μάλιστα όταν βγαίναμε, ξαπλώναμε στο νερό και μας έβγαζε το ποτάμι έξω. Πλέον αυτό σήμερα δεν υπάρχει».
Αξίζει να σημειωθεί ότι, τα νερά του Σπηλαίου έρχονται από την περιοχή του Λεκανοπεδίου Κ. Νευροκοπίου, περνάνε και μπαίνουν στο σύστημα πολύ γρήγορα και βγαίνουν, ενώ τα νερά από την περιοχή του Μενοικίου, φιλτράρονται μέσα στο σύστημα και είναι πιο αργή η διέλευση τους. Και αυτό φαίνεται μέσα από τις μετρήσεις που έχουν γίνει.
Το Σπήλαιο Αγγίτη
Το σπήλαιο Πηγών Αγγίτη (Μααράς) βρίσκεται στο βόρειο άκρο της λεκάνης της Δράμας, στους νότιους πρόποδες του Φαλακρού όρους. Απέχει 25 χλμ. ΒΔ της πόλης της Δράμας και 500 μ. από τον οικισμό του Αγγίτη του Δήμου Προσοτσάνης.
Στo πλαίσιο των εργασιών ανάδειξης του σπηλαίου το 1992, πραγματοποιήθηκαν ανασκαφικές έρευνες από την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας υπό τη διεύθυνση της Αικ. Τρανταλίδου, όπου ήρθαν στην επιφάνεια οστά θηλαστικών, που προέρχονται από ζώα της οικογένειας των Ιππιδών -κατά κύριο λόγο- αλλά και των Ελαφιδών, Αρκτιδών, Ελεφαντιδών και Ρινοκερωτιδών, καθώς και λίθινα εργαλεία της Παλαιολιθικής από πυριτικά πετρώματα και χαλαζία. Απόλυτη χρονολόγηση που προέκυψε μετά από αναλύσεις στο εργαστήριο Αρχαιομετρίας του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» έδωσε ηλικία 34.000 – 27.900 έτη πριν από σήμερα.
Οι έρευνες στο εσωτερικό του σπηλαίου έφεραν στο φως ευρήματα του τέλους της Νεολιθικής με αρχές της πρώιμης Εποχής του Χαλκού (4-3 χιλιετία π. Χ.).
Η εξερεύνηση του σπηλαίου ξεκινάει το 1952 έπειτα από επίσκεψη της ΕΣΕ και του ζεύγους Πετροχείλου, η οποία θα σταματήσει σύντομα στο σιφώνι της εισόδου. Το 1978 ο Γάλλος R. Pascal με το σπηλαιολογικό σύλλογο ERIS περάσανε το σιφώνι 1 της εισόδου, μήκους 70 μέτρων, για να αρχίσουν να ανακαλύπτουν τον εντυπωσιακό υπόγειο αγωγό. Με την ομάδα των Γάλλων το ’78 ήτανε και ένα μέλος της ΕΣΕ, ο Αβαγιανός Γ.
Από τότε ξεκινάει και η συστηματική εξερεύνηση του υπόγειου ποταμού από την σπηλαιολογική ομάδα ERIS με επικεφαλής τον Pascal Reilé, όπου και θα επισκεφτούν πολλές φορές τον υπόγειο ποτάμι. Σχεδόν σε κάθε επίσκεψη και όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες οι Γάλλοι βουτούσαν στα βαθύτερα σιφώνια, ανακαλύπτοντας νέα ανεξερεύνητα τμήματα και επεκτείνοντας το μήκος του υπόγειου αγωγού.
Μεγάλη αποστολή πραγματοποιήθηκε το 2002 από τον σύλλογο ΣΠΕΛΕΟ όπου και εξερευνήθηκαν καινούρια τμήματα έπειτα από σπηλαιοκαταδύσεις και έτσι το σπήλαιο μεγάλωσε κατά 250μ. (τα περισσότερα υποβρύχια στο σιφώνι 8 και 9).
Σήμερα, το σπήλαιο κεντρίζει το επιστημονικό ενδιαφέρον, καθώς εδώ και αρκετά χρόνια μελετάται από Έλληνες και ξένους επιστήμονες.
(Σημ. Οι φωτογραφίες από το Σύλλογο Σπηλαιολογίας Θεσσαλονίκης «Πρωτέας»).



