Home > Αρθρα > Eurofighter στην Τουρκία: Όταν η ευρωπαϊκή πολιτική υποχωρεί στον πραγματισμό Γράφει ο Κυριάκος Ευθυνόπουλος, Δικηγόρος Δράμας

Eurofighter στην Τουρκία: Όταν η ευρωπαϊκή πολιτική υποχωρεί στον πραγματισμό Γράφει ο Κυριάκος Ευθυνόπουλος, Δικηγόρος Δράμας

Eurofighter στην Τουρκία:

Όταν η ευρωπαϊκή

πολιτική υποχωρεί στον πραγματισμό

 

Γράφει ο Κυριάκος Ευθυνόπουλος, Δικηγόρος Δράμας

– Εμπορικολόγος, Υπ. Διδάκτωρ Νομικής ΑΠΘ,

τ. Καθηγητής University of West London – BCA

 Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Τουρκία υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας για την πώληση 40 μαχητικών Eurofighter Typhoon, με την παράλληλη μεταστροφή της αρχικής αντίθεσης της Γερμανίας, ερειδόμενης σε επιφυλάξεις για την τήρηση της αρχής του κράτους δικαίου λόγω της φυλάκισης του Εκρέμ Ιμάμογλου. Η συμφωνία αυτή συνιστά καθοριστικό βήμα στον εκσυγχρονισμό της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας και επαναφέρει στο προσκήνιο κρίσιμα νομικοπολιτικά ερωτήματα.

Η ευρωπαϊκή «ιθαγένεια» του Eurofighter

Το Eurofighter, ένα ευέλικτο και εξαιρετικά ικανό μαχητικό 4,5ης γενιάς, ιδανικό και ευέλικτο για τις απαιτήσεις του Αιγαίου και άμεσος ανταγωνιστής του Rafale, αποτελεί προϊόν αυθεντικής ευρωπαϊκής σύμπραξης. Αναπτύχθηκε από κοινοπραξία εταιρειών του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας. Ήδη από τη δεκαετία του ’80 (πολύ πριν το Brexit), το πρόγραμμα αποσκοπούσε στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής τεχνολογικής συνοχής και στη διαμόρφωση κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής ταυτότητας. Το Eurofighter είναι, επομένως, ευρωπαϊκό όχι μόνο στο όνομα, αλλά και στην ουσία.

Τα ερωτήματα:

Είναι πολιτικά αποδεκτό και νομικά βάσιμο ένα καθαρά ευρωπαϊκό πρόγραμμα ανάπτυξης μαχητικού αεροσκάφους να παραχωρείται σε έναν ασταθή και συχνά προκλητικό γεωπολιτικό παίκτη, όπως η Τουρκία; Μια χώρα που όχι μόνο διατηρεί σταθερά επιθετική ρητορική απέναντι σε κράτος μέλος της ΕΕ, την Ελλάδα, αλλά και κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου διατηρεί κατοχικά στρατεύματα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Είναι νομικά υποχρεωμένοι, λοιπόν, οι Ευρωπαίοι εταίροι να διαμορφώνουν κοινή γραμμή στην αμυντική πολιτική, όταν διακυβεύονται τα συμφέροντα ενός κράτους μέλους; Η απάντηση είναι σύνθετη, με έντονα νομικοπολιτικά χαρακτηριστικά που θα αναλυθούν ακολούθως.

Απουσία νομικής βάσης στις Συνθήκες της ΕΕ

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικαίου, η άμυνα συνιστούσε και εξακολουθεί να συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής κυριαρχίας των κρατών μελών, γεγονός μη κατακριτέο. Η άμυνα δεν εντάσσεται ούτε στις αποκλειστικές, ούτε στις συντρέχουσες, ούτε καν στις υποστηρικτικές ή συντονιστικές αρμοδιότητες της Ένωσης, σύμφωνα με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας. Άρα, δεν υφίσταται θεσμική υποχρέωση για κεντρική έγκριση εξαγωγών ή κεντρικό σχεδιασμό από τα όργανα της ΕΕ.

Η έωλη Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ)

Ελλείψει ισχυρής νομικής βάσης απορρέουσας εκ των Συνθηκών, η ένταξη της άμυνας, και δη των εξαγωγών στρατιωτικού υλικού, υπό την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ), παρά τις υψηλές προσδοκίες, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ευχολόγιο με αποσπασματικές εφαρμογές ήσσονος σημασίας και όχι σε ευαίσθητα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφασίζει με ομοφωνία, γεγονός που οδηγεί συχνά σε αδράνεια, ενώ το Δικαστήριο της ΕΕ δεν έχει δικαιοδοσία επί της ΚΕΠΠΑ. Τέλος, η απουσία αντίδρασης από την Ύπατη Εκπρόσωπο φανερώνει πολιτική σιωπή στην πώληση Eurofighter στην Τουρκία, μια χώρα που παραβιάζει διαρκώς τις θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης και τα κυριαρχικά δικαιώματα κρατών μελών.

Η «Κοινή Θέση» για τις εξαγωγές όπλων

Τελευταίο ανάχωμα κειμένου ευρωπαϊκής φύσης για έλεγχο των εξαγωγών αποτελεί η «Κοινή Θέση 2008/944/ΚΕΠΠΑ» του Συμβουλίου, της οποίας το κείμενο, όμως, έχει κυρίως ρόλο κατευθυντήριο. Δεν δημιουργεί ενιαίο, κοινό μηχανισμό ελέγχου εξαγωγών και αφήνει την ερμηνεία των κριτηρίων στα κράτη-μέλη με περιθώριο ευελιξίας.

Κάθε αίτηση εξαγωγών εξετάζεται από την εθνική αρχή με βάση οκτώ κοινά κριτήρια, τα οποία ισχύουν και για προκαταρκτικές φάσεις, όπως τα μνημόνια συνεργασίας. Στην περίπτωση του Eurofighter, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη όλων των κρατών της κοινοπραξίας, ήτοι Γερμανίας, Ισπανίας, Ιταλίας, Ηνωμένου Βασιλείου, χωρίς θεσμική εμπλοκή της ΕΕ, αν και προβλέπεται διαφάνεια και διαβούλευση για ευαίσθητες εξαγωγές. Η επιλογή του Ηνωμένου Βασιλείου, του εγγυτέρου διπλωματικά και λιγότερο δεσμευμένου εταίρου έναντι της Τουρκίας ως μη μέλους της ΕΕ, να αναλάβει την υπογραφή του μνημονίου συνεργασίας, αποδείχθηκε ιδιαίτερα βολική στην παρούσα συγκυρία.

Η Τουρκία αποκλίνει από κρίσιμα κριτήρια και, δυνητικά, θα μπορούσε να αποκλειστεί από οποιοδήποτε κράτος μέλος της κοινοπραξίας. Μεταξύ άλλων, πράξεις της αντίκεινται στο τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο κριτήριο, που αφορούν την περιφερειακή σταθερότητα, τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και την αποφυγή προσβολής της εθνικής κυριαρχίας κρατών μελών της ΕΕ. Επομένως, οι Ευρωπαίοι εταίροι, μολονότι όχι νομικά υποχρεωμένοι, όφειλαν πολιτικά να απορρίψουν τη συμφωνία. Η επιλογή τους αντανακλά πολιτική βούληση, όχι νομική αδυναμία.

Το πραγματιστικό κίνητρο και τα όρια της αλληλεγγύης

Τι είναι, λοιπόν, αυτό που οδήγησε τους κύριους μετόχους της κοινοπραξίας στην προσπέλαση των ανωτέρω και την πολιτική τους βούληση για διάθεση στην Τουρκία; Υπό βρετανική πίεση, κυριάρχησε η «πραγματιστική προσέγγιση», όπως σημειώνουν και οι Financial Times. Βερολίνο και Λονδίνο θεωρούν κρίσιμη την προσέλκυση εξωτερικών κεφαλαίων, ακόμη και από μια φαινομενικά πολιτικά απομονωμένη Τουρκία, η οποία όμως διατηρεί ισχυρή γεωοικονομική θέση. Παράλληλα, η παραγωγή Eurofighter σημαίνει θέσεις εργασίας και ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.

Συμπεράσματα

Επομένως, η απάντηση στο ερώτημα εάν οι Ευρωπαίοι εταίροι υποκύπτουν σε γεωστρατηγικά παιχνίδια και εμπορικά παζάρια, παρακάμπτοντας όχι τυπικά αλλά ουσιαστικά την αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ κρατών μελών, όταν διακυβεύονται θεμελιώδη συμφέροντά τους, είναι καταφατική. Μάλιστα όταν απέναντί τους έχουν έναν αγοραστή όπως ο Ερντογάν, ο οποίος συνδυάζει γεωπολιτικό υπολογισμό και εμπορική διαπραγματευτική τακτική με αξιοσημείωτη μαεστρία. Άλλωστε, η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως κάθε διακρατική ένωση, δεν είναι παρά μια εύθραυστη σύμπτωση συμφερόντων, και όταν αυτά τα συμφέροντα δεν εξυπηρετούνται εντός της, αναζητούνται εκτός και οπουδήποτε.

Το κατά πόσο η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει μέλος της κοινοπραξίας και να συμμετάσχει στη συνανάπτυξη είναι μια άλλη ιστορία, και ίσως το πιο κρίσιμο, πλην αναπάντητο, ερώτημα στο πεδίο των ευρωπαϊκών αμυντικών συνεργασιών.

Σε κάθε περίπτωση, η επικείμενη πώληση των Eurofighter στην Τουρκία είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια εμπορική πράξη. Αποτελεί δοκιμασία για τη συνοχή, την αξιοπιστία και την πολιτική βούληση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διότι, σε ζητήματα που άπτονται της εθνικής ασφάλειας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων, δεν αρκεί η ρητορική της ενότητας, αλλά απαιτείται η έμπρακτη απόδειξή της.

Σημείωση: Το παρόν άρθρο εκφράζει αποκλειστικά τις απόψεις του γράφοντος και δεν εκπροσωπεί θέσεις ή απόψεις οποιουδήποτε οργανισμού ή τρίτου προσώπου.