Οι τρόποι προστασίας και οι ζημιές!
Φαλακρό, Όρβηλος, Μενοίκιο και
Παγγαίο με έντονη χλωριδική ποικιλία
Μιλάει στον «Π.Τ.» ο Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Ανθεκτικότητας Δράμας του ΔΠΘ κ. Τσιφτσής
Του Θανάση Πολυμένη
Η ΥΠΑΙΘΡΟΣ του Νομού Δράμας, είναι μια περιοχή η οποία παρουσιάζει σημαντικά στοιχεία όσον αφορά στο ζήτημα της χλωρίδας της. Την μεγάλη πεδιάδα της, κυκλώνουν τέσσερα μεγάλη ασβεστολιθικά βουνά, με πρώτο και καλύτερο το Φαλακρό, ο Όρβηλος πιο βόρεια, το Μενοίκιο και το Παγγαίο. Και φυσικά στην ανατολική πλευρά η σημαντικότατη οροσειρά της Ροδόπης.
Οι περιοχές αυτές για τη Δράμα, παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον όσον αφορά την χλωρίδα τους και μάλιστα το Φαλακρό κρατάει τα πρωτεία σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα.
Προκειμένου να δούμε σε ποια κατάσταση βρίσκονται αυτές οι περιοχές, πως εξελίσσεται η βιωσιμότητα αυτών των περιοχών και ποιοι είναι οι τρόποι προστασίας τους, ο «Π.Τ.» μίλησε με τον Επίκουρο Καθηγητή του Τμήματος Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Ανθεκτικότητας Δράμας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης κ. Σπυρίδωνα Τσιφτσή, ο οποίος μάλιστα εξειδικεύεται στη Δασική Βοτανική και έχει πλούσια ερευνητική εμπειρία και συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα του είδους.
Βοτανικός παράδεισος το Φαλακρό
Ερωτώμενος αρχικά ποια είναι η κατάσταση με την χλωρίδα στη περιοχή του Ν. Δράμας, ο κ. Τσιφτσής επισημαίνει αρχικά ότι, «πολύ μεγάλη ιδιαιτερότητα παρουσιάζουν τα όρη Φαλακρό, Όρβηλος, Μενοίκιο, Παγγαίο, δηλαδή τα ασβεστολιθικά βουνά που υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας».
Όπως εξηγεί χαρακτηριστικά, «εσφαλμένα ο κόσμος θεωρεί ότι ο πλούτος της Δράμας, είναι το Δάσος της Ελατιάς. Παρ’ ότι είναι ένα δασικό οικοσύστημα πολύ σημαντικό, χλωριδικά υστερεί για παράδειγμα έναντι του Φαλακρού. Το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως βοτανικός παράδεισος. Το Φαλακρό είναι το νούμερο ένα στην περιοχή. Και προσωπικά θεωρώ ότι θα πρέπει να το προστατεύσουμε με νύχια και με δόντια.
Μετά το Φαλακρό, ακολουθούν το Παγγαίο, το Μενοίκιο και ο Όρβηλος ο οποίος είναι ένα βουνό που ανήκει το μισό και παραπάνω στη Βουλγαρία. Αλλά επειδή ακριβώς είναι ασβεστολιθικά αυτά, έχουν πολύ μεγάλο πλούτο χλωριδικών ειδών».
Πιέσεις στην ευρύτερη περιοχή του Νευροκοπίου
Απαντώντας σε ποια κατάσταση βρίσκονται σήμερα αυτά τα βουνά, σημειώνει ότι «θα μπορούσε να χαρακτηριστεί γενικά ως καλή, από την άποψη της χλωρίδας. Δεν έχουμε δηλαδή πολύ μεγάλες πιέσεις. Πιέσεις παρατηρούνται στην ευρύτερη περιοχή του Δήμου Κ. Νευροκοπίου λόγω της δραστηριότητας εξόρυξης μαρμάρου, όπου προκαλούνται κάποια προβλήματα. Εδώ είμαι υπέρμαχος στο ότι θα πρέπει να εξετάζεται, αντί της ανοικτής εξόρυξης, να γίνεται υπόγεια εξόρυξη όπου υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Κι αυτό γιατί η επιφανειακή εξόρυξη προκαλεί μια μόνιμη καταστροφή στο οικοσύστημα. Αυτό το οποίο θα σκαφτεί θα δημιουργήσει ένα μέτωπο για το οποίο δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Και για τα επόμενα 500 χρόνια έτσι θα μείνει.
Οπότε στην περιοχή αυτή υπάρχουν ζημιές. Έχει γίνει ουσιαστικά ζημιά στη χλωρίδα και στο Φαράγγι του Ξηροποτάμου όπου υπάρχουν κάποιες δραστηριότητες εκεί κατά μήκος του δρόμου και της διαπλάτυνσης που έχει γίνει. Σε κάθε περίπτωση χρειάζεται προσοχή, πριν γίνει οτιδήποτε και θα πρέπει όλα αυτά να εξετάζονται».
Η εγκατάσταση των ΑΠΕ
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει επίσης ο ίδιος και στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) τονίζοντας: «Άλλοι κίνδυνοι που υπάρχουν στην περιοχή μας, είναι οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ). Στο Μενοίκιο βρίσκεται σε διαδικασία αδειοδότησης, μια μεγάλη εγκατάσταση φωτοβολταϊκών και ανεμογεννητριών, όπως επίσης και στον Όρβηλο πάνω από το Κατάφυτο. Αυτές οι εγκαταστάσεις, θα προκαλέσουν επίσης μια μόνιμη ζημιά στο οικοσύστημα. Αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά. Νομίζω ότι η πολιτική γενικότερα της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι ότι θα πρέπει να προωθηθεί το θέμα των ΑΠΕ για διάφορους λόγους. Οπότε στις διαβουλεύσεις τα γράφουμε, μιλάμε για τη σημαντικότητα των περιοχών, αλλά κατά πόσο λαμβάνονται υπόψη είναι ένα άλλο θέμα».
Πυρκαγιές
Παρ’ όλα αυτά, ο κ. Τσιφτσής χαρακτηρίζει την κατάσταση των βουνών της περιοχής ως «γενικά καλή», ενώ προσθέτει ότι, «το 2024 ήταν μια περίοδος κατά την οποία είχαμε πυρκαγιές και στα τέσσερα ασβεστολιθικά βουνά, σε περιοχές πάνω από τη ζώνη των δασών. (Παγγαίο, Φαλακρό, Όρβηλος και Μενοίκιο από την πλευρά των Σερρών).
Οι επιπτώσεις αυτών των πυρκαγιών ουσιαστικά είναι άγνωστες ακόμα. Είχαμε κάποια φαινόμενα τα οποία σπάνια τα βλέπουμε, ή αν είχαν γίνει, είχαν γίνει πριν από πολλά χρόνια. Και οι όποιες επιπτώσεις στα είδη χλωρίδας στις περιοχές αυτές είναι άγνωστες.
Δεν ήταν πυρκαγιές οι οποίες είχαν μεγάλη ένταση, λόγω του ότι η καύσιμη ύλη ήταν περιορισμένη και καιγόντουσαν τα λιβάδια. Αλλά ουσιαστικά τα λιβάδια που κάηκαν, προκάλεσαν ζημιά στα είδη χλωρίδας που υπάρχουν εκεί, καθώς κάηκε το ριζικό τους σύστημα. Το τι ζημιά προκλήθηκε, είναι άγνωστο και δεν μπορούμε ακόμα να κάνουμε οποιεσδήποτε εκτιμήσεις πάνω σ’ αυτό».
Δυνατότητα προστασίας, αλλαγή χρήσης και βόσκηση
Στην ερώτηση για το ποιες μπορεί να είναι οι δυνατότητες προστασίας των περιοχών, ο ίδιος τονίζει ότι, «το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα φυσικά οικοσυστήματα, είναι η αλλαγή της χρήσης τους. Για παράδειγμα, όταν έχεις ένα φυσικό οικοσύστημα και θέλεις να εγκαταστήσεις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και κάνεις μια μονάδα εξόρυξης μαρμάρου, εκεί δεν μπορείς να μιλήσεις για οποιαδήποτε προστασία. Εκεί έχουμε πλήρη καταστροφή. Αυτό που θα πρέπει να κάνουμε, είναι να το αφήσουμε χωρίς να το επηρεάσουμε με κάποιο τρόπο».
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο θέμα της βόσκησης, σημειώνοντας ότι «είναι ένα πολύτιμο διαχειριστικό μέτρο, για την οποία έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει τη βιοποικιλότητα και την χλωριδική ποικιλότητα όπου ασκείται. Αλλά η βόσκηση θα πρέπει να είναι ουσιαστικά μέτριας έντασης. Τόσο η υποβόσκηση – η έλλειψη βόσκησης – όσο και η υπερβόσκηση, έχουν τα αντίθετα αποτελέσματα.
Αντίθετα, η μέτρια βόσκηση και ως διαχειριστικό μέσο, ευνοεί την αύξηση της χλωριδικής ποικιλότητας σε μια περιοχή. Δυστυχώς στα χρόνια μας, η βόσκηση όσο πάει και εγκαταλείπεται. Και όπου ασκείται, γίνεται με πολύ έντονο τρόπο. Δηλαδή, εκεί όπου έχουμε βόσκηση έχουμε υπερβόσκηση, δηλαδή έχουμε καταστροφή, ενώ σε πολύ μεγάλης έκτασης περιοχές έχει σταματήσει να ασκείται, με αποτέλεσμα να βλέπουμε ότι η περιοχή δασώνεται».
Τα δάση της Δράμας επεκτείνονται
Μιλώντας για τις δασώδεις περιοχές, εξηγεί ότι «τα δάση του Νομού Δράμας επεκτείνονται συνεχώς και αυτό είναι μια τάση γενικά σε όλη την Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα, καθώς τα πολλά χωριά που υπήρχαν στην ύπαιθρο έχουν ανακαταληφθεί, η οικονομική δραστηριότητα έχει μηδενιστεί.
Φανταστείτε ότι πριν από 50 -70 χρόνια, σε κάθε χωριό υπήρχαν κοπάδια με ζώα, τα οποία μείωναν ουσιαστικά τη βιομάζα που υπήρχε στα οικοσυστήματα. Από τη στιγμή που έφυγαν τα ζώα και έφυγε και ο άνθρωπος από αυτές τις περιοχές, αυτά τα οικοσυστήματα σταδιακά άρχισαν να δασώνονται. Και αν πάμε σε περιοχές στα Βόρεια του Φαλακρού όπως το Παγονέρι, στη Μικρομηλιά κτλ, θα δούμε ότι αυτό είναι ένα φαινόμενο το οποίο παρατείνεται συνεχώς.
Δηλαδή μικρά διάκενα κλείνονται, δασώνονται και γίνεται ένα τεράστιο δρυοδάσος. Επειδή στην περιοχή μας τα δάση μας μετατρέπονται σε δάση φυλλοβόλων πλατύφυλλων και αείφυλλων πλατύφυλλων όπως το πουρνάρι, δεν βλέπουμε πολύ μεγάλα φαινόμενα πυρκαγιών. Σε άλλες περιοχές, ουσιαστικά λόγω αυτής της δάσωσης, είχαμε φαινόμενα πυρκαγιών τα οποία είναι και πολύ δύσκολο να κατασβεστούν, λόγω της πολυετούς συσσώρευσης καύσιμης ύλης».
Όπως σημειώνει σ’ αυτό το σημείο, «δυστυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά πράγματα πάνω σ’ αυτό το θέμα, λείπουν τα κίνητρα, όσοι ασκούν κτηνοτροφία κάνουν μια πάρα πολύ δύσκολη δουλειά, οι ιδιαιτερότητες του επαγγέλματος είναι πάρα πολλές και αν ουσιαστικά ο άλλος δεν έχει κίνητρο να το κάνει, δεν θα το κάνει. Ο κόσμος συγκεντρώνεται στα αστικά κέντρα, η ύπαιθρος ερημώνει και αυτό είναι ένας φαύλος κύκλος. Θα πείτε ότι αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό, γιατί κάπως έτσι ήταν τα πράγματα πριν από την έλευση του ανθρώπου».

