Φωτογραφία, η όγδοη τέχνη
Από τον Αριστοτέλη έως το σήμερα,
και την σπουδαία πολιτιστική κληρονομιά
του Δραμινού ευεργέτη, κ. Άρη Θεοδωρίδη
Στον «Π.Τ.» μίλησε ο κ. Κώστας Βιδάκης, διακεκριμένος Δραμινός φωτογράφος φύσης, συγγραφέας και μέλος του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού του ΔΠΘ
Του Θρασύβουλου Πεγγαρά
Μπορεί στην κλασική αισθητική διαβάθμιση, οι παραδοσιακές τέχνες να είναι επτά, με τον κινηματογράφο να κατέχει την έβδομη θέση, όμως η φωτογραφία έχει καθιερωθεί, και δικαίως, ως η όγδοη τέχνη. Λένε πως ο φωτογραφικός φακός αποκαλύπτει τις υποσυνείδητες οπτικές με τον ίδιο τρόπο που η ψυχανάλυση αποκαλύπτει τις υποσυνείδητες αιτίες, και πως κάθε φωτογραφία είναι μία μάχη ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο. Μία φωτογραφία μπορεί να αφορά ένα τοπίο ή να απεικονίζει ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Μπορεί να αφορά ένα ρεπορτάζ από το μέτωπο του πολέμου ή μία ιστορική διακρατική συμφωνία. Μπορεί να απεικονίζει μία οικογενειακή ανάμνηση ή μία αστεία πόζα με το σκύλο και την παρέα μας.
Αφορμή για την σύνταξη του συγκεκριμένου κειμένου στάθηκε η σημερινή Παγκόσμια Ήμερα Φωτογραφίας που έχει οριστεί για την 19η κάθε Αυγούστου. Συμπτωματικά, φέτος είναι και ένα επετειακό έτος, καθώς συμπληρώνονται 200 χρονιά από την εφεύρεση του Niépce το 1826, πράγμα που έκανε επιτακτική την ανάγκη, το αρχικό κείμενο να επιχειρήσει να μετουσιωθεί σε μία εκτενέστερη έρευνα και ιστορική αναδρομή.
Ο Αριστοτέλης λοιπόν, ήταν από τους πρώτους που κατέγραψε την οπτική αρχή του σκοτεινού θαλάμου. Παρατήρησε πώς το φως του ήλιου, περνώντας από μια μικρή τρύπα κατά τη διάρκεια μιας έκλειψης, σχημάτιζε ένα είδωλο στο έδαφος. Αιώνες πολλούς μετά, πίσω στο 1826, στο αγρόκτημά του ο Niépce, στο τότε χωριό Saint-Loup-de-Varennes της Βουργουνδίας, ο δημιουργός και εφευρέτης, κατάφερε να αποτυπώσει τη θέα από το παράθυρο του, μετά από μία ημέρα έκθεσης (σύμφωνα με άλλους ερευνητές μετά από 2-3 μέρες έκθεσης), σε πλάκα από κασσίτερο με επίστρωση ασφάλτου Ιουδαίας. Αυτή είναι η πρώτη φωτογραφία που έχει μάλιστα διασωθεί και βρίσκεται σήμερα στο Πανεπιστήμιο του Tέξας.
Σημείο αναφοράς η Δράμα για την ιστορία της φωτογραφίας, λόγω του οραματιστή, κ. Άρη Θεοδωρίδη
Μιλώντας για την τέχνη της φωτογραφίας, ως Δραμινοί, θα μπορούσαμε να αισθανόμαστε και προνομιούχοι, διότι για να μάθουμε τα πάντα για τη φωτογραφία, αλλά και για να δούμε από κοντά την εξέλιξη του εξοπλισμού της στους 2 τελευταίους αιώνες, δεν χρειάζεται να ταξιδέψουμε μακριά. Για την ακρίβεια, δεν χρειάζεται να ταξιδέψουμε καθόλου. Στον χώρο, γιατί στον χρόνο θα χρειαστεί να κάνουμε ένα ταξίδι, μακρινό κιόλας, όμως αφημένοι σε καλά χεριά, μιας και οδηγός μας θα είναι ένας πραγματικός φωτοχρονοταξιδιώτης, ο κ. Άρης Θεοδωρίδης.
Το Μουσείο Φωτογραφίας και Φωτογραφικών Μηχανών στη Δράμα στεγάζεται στο αποκατεστημένο «Μαρμάρινο Σπίτι» και στην παρακείμενη καπναποθήκη, δίπλα στις πηγές της Αγίας Βαρβάρας. Δημιουργήθηκε από την ΑμΚΕ «Κύκλωψ», του ναυπηγού, επιχειρηματία και ευεργέτη Άρη Θεοδωρίδη, και φιλοξενεί μία από τις πλουσιότερες συλλογές φωτογραφικών μηχανών παγκοσμίως. Περιλαμβάνει περισσότερες από 1.500 σπάνιες φωτογραφικές μηχανές από την προσωπική συλλογή του κ. Άρη Θεοδωρίδη. Διαθέτει πλούσιο ψηφιακό και φυσικό αρχείο με παλιές φωτογραφίες και αρνητικά από την ιστορία και την ευρύτερη περιοχή της Δράμας από τις αρχές του 20ού αιώνα. Σε έναν πολυχώρο που σε μαγεύει από το πρώτο σου κιόλας βήμα μέσα σε αυτόν, φιλοξενούνται σημαντικές εκθέσεις, όπως φωτογραφικό υλικό της Nelly’s σε συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη.
Όμως η σπουδαιότερη προσφορά του άοκνου ευεργέτη της πόλης, ίσως, ας μου επιτραπεί, δεν είναι η δωρεά της συλλογής των εξαιρετικά σπάνιων και τεράστιας οικονομικής και ιστορικής αξίας, αντικειμένων του Μουσείου. Η σπουδαιότερη προσφορά αυτού του ανθρώπου, είναι η έμπνευση και το όραμα που μας παρέχει, οι ορίζοντες που έχει διευρύνει, οι δρόμοι που έχει ανοίξει, ώστε να μπορούν να τους διαβούν οι άνθρωποι του σήμερα, του αύριο και του πάντοτε.
Βιδάκης: «Πως άλλαξε η φωτογραφία όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τον θυμόμαστε και τον κατανοούμε»
Ο «Π.Τ.» συνομίλησε με έναν άνθρωπο κοινωνό του οράματος του κ. Θεοδωρίδη, τον κ. Κώστα Βιδάκη, διακεκριμένο φωτογράφο φύσης, συγγραφέα και μέλος του Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού του ΔΠΘ, ο οποίος μας ξενάγησε με μία εξαιρετική αφηγηματική ροή στο Μουσείο Φωτογραφίας και Φωτογραφικών Μηχανών της Δράμας, αλλά και γενικότερα στο συμπάν της φωτογραφίας: «Φέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια από την παλαιότερη σωζόμενη μόνιμη φωτογραφική εικόνα. Σκεφτείτε το εξής: αν δεν είχε ανακαλυφθεί ποτέ η φωτογραφία, θα θυμόμασταν τον κόσμο όπως ήταν ή όπως τον αφηγούνταν οι άνθρωποι; Φανταστείτε ότι ο Γάλλος μηχανικός, εφευρέτης και φωτογράφος Joseph Nicéphore Niépce δεν καταφέρνει ποτέ να δημιουργήσει μια μόνιμη φωτογραφική εικόνα, και ότι η περίφημη θέα από το παράθυρο του σπιτιού του στο Le Gras δεν αποτυπωνόταν ποτέ. Και ας υποθέσουμε ότι η φωτογραφία καθυστερεί για αρκετές ακόμη δεκαετίες ή χειρότερα, δεν ανακαλύπτεται ποτέ. Ο κόσμος του 19ου αιώνα, αλλά ίσως και ο δικός μας κόσμος σήμερα, θα ήταν ένας κόσμος χωρίς φωτογραφική μνήμη.
Για να κρατήσει κάποιος την εικόνα ενός ανθρώπου, θα έπρεπε να απευθυνθεί σε έναν ζωγράφο ή έναν σκιτσογράφο. Η προσωπογραφία θα παρέμενε προνόμιο κυρίως εκείνων που είχαν την οικονομική δυνατότητα να την αποκτήσουν. Δεν θα υπήρχαν οικογενειακά φωτογραφικά άλμπουμ, φωτογραφίες παιδικής ηλικίας ή η απλή δυνατότητα να κρατήσουμε το πρόσωπο ενός αγαπημένου ανθρώπου που έφυγε. Οι ραγδαίες αλλαγές της καθημερινής ζωής ίσως να μην είχαν καταγραφεί οπτικά με τον ίδιο τρόπο. Οι πόλεμοι θα έμεναν διαφορετικοί στη συλλογική μας μνήμη. Θα γνωρίζαμε τις μάχες μέσα από ζωγραφικούς πίνακες, χαρακτικά, περιγραφές και εφημερίδες. Δεν θα βλέπαμε όμως τα πρόσωπα των ανθρώπων που τις έζησαν.
Και η επιστήμη θα έχανε ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία της. Η αστρονομία, η ιατρική, η βιολογία, η γεωγραφία και η μελέτη της φύσης θα συνέχιζαν να βασίζονται σε σχέδια, παρατηρήσεις και περιγραφές. Θα έλειπε όμως η δυνατότητα να «παγώσουμε» μια στιγμή, να την κρατήσουμε και να επιστρέψουμε σε αυτήν ξανά και ξανά. Αλλά ακόμη και η τέχνη θα ήταν διαφορετική. Η φωτογραφία αμφισβήτησε τον παραδοσιακό ρόλο της ζωγραφικής ως μέσου πιστής αναπαράστασης της πραγματικότητας. Ο ζωγράφος δεν ήταν πλέον υποχρεωμένος να είναι ο «καταγραφέας» του κόσμου. Μπορούσε να αναζητήσει το φως, την ατμόσφαιρα, την εντύπωση, τη στιγμή. Η φωτογραφία δεν δημιούργησε μόνη της τον Ιμπρεσιονισμό, συνέβαλε όμως στη βαθύτερη αλλαγή του τρόπου με τον οποίο οι καλλιτέχνες έβλεπαν και αναπαριστούσαν την πραγματικότητα. Χωρίς τη φωτογραφία, ο κινηματογράφος, η διαφήμιση, η δημοσιογραφία και τελικά ολόκληρος ο οπτικός πολιτισμός του 20ού και του 21ου αιώνα, θα είχαν πιθανότατα διαφορετική πορεία. Και ίσως το πιο σημαντικό: θα ζούσαμε σε έναν κόσμο όπου η μνήμη θα ήταν πολύ περισσότερο αφήγηση και πολύ λιγότερο εικόνα. Δεν θα λέγαμε «Κοίτα αυτή τη φωτογραφία από τη τάδε μέρα». Θα λέγαμε «Θυμάμαι ότι ήταν έτσι».
Βιδάκης: «Πόσο από αυτό που θυμόμαστε είναι πραγματικά αυτό που συνέβη και πόσο είναι αυτό που εμείς συγκρατήσαμε, ερμηνεύσαμε ή θέλαμε να θυμόμαστε;»
«Ίσως, τελικά», συνεχίζει εμβαθύνοντας ο κ. Βιδάκης, «η μεγαλύτερη αλλαγή που έφερε η φωτογραφία δεν ήταν απλώς ότι μας έδωσε τη δυνατότητα να δούμε τον κόσμο. Μας έδωσε τη δυνατότητα να κρατήσουμε αποδείξεις της ύπαρξής του. Να κρατήσουμε ένα πρόσωπο, ένα τοπίο, μια στιγμή, ένα γεγονός που διαφορετικά θα χανόταν μαζί με τους ανθρώπους που το έζησαν. Η φωτογραφία δεν μπορεί να σταματήσει τον χρόνο. Μπορεί όμως να σταματήσει τη λήθη. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δώρο της στον άνθρωπο: ότι μας επιτρέπει, μέσα από μια εικόνα, να επιστρέφουμε για λίγο σε έναν χρόνο που έχει ήδη χαθεί.
Η φωτογραφία λοιπόν καταγράφει τον κόσμο. Η τέχνη όμως δεν καταγράφει απλώς, αλλά ερμηνεύει. Πού βρίσκεται, λοιπόν, το όριο ανάμεσα στην καταγραφή και την τέχνη; Εδώ βρίσκεται μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αντιφάσεις της φωτογραφίας. Γεννήθηκε ως τεχνική καταγραφής της πραγματικότητας και η δύναμή της ήταν ακριβώς αυτή. Μπορούσε να αποτυπώσει τον κόσμο με μια πιστότητα που μέχρι τότε ήταν αδύνατη. Όμως η φωτογραφία δεν είναι μόνο αυτό που καταγράφει. Ο φωτογράφος επιλέγει τι θα δείξει και τι θα αφήσει έξω, από πού θα κοιτάξει, ποια στιγμή θα αποτυπώσει και πώς θα χρησιμοποιήσει το φως, την εστίαση, την προοπτική, το βάθος πεδίου, το χρώμα και τη σύνθεση. Η πραγματικότητα είναι μία, ωστόσο οι φωτογραφίες της μπορούν να είναι άπειρες. Επομένως, ακόμη και όταν η φωτογραφία μοιάζει να είναι μια πιστή αποτύπωση του κόσμου, δεν είναι ο ίδιος ο κόσμος. Είναι μια επιλογή, ένα βλέμμα και μια ερμηνεία του κόσμου. Ίσως, λοιπόν, η φωτογραφία να γίνεται τέχνη όταν παύει να απαντά μόνο στην ερώτηση «Τι βλέπω;» και αρχίζει να θέτει μια άλλη: «Πώς επιλέγω να το δω;»
Ο φωτογράφος δεν καταγράφει απλώς αυτό που υπάρχει μπροστά του. Οργανώνει το κάδρο, διαχειρίζεται το φως, επιλέγει τη στιγμή και αποφασίζει τι θα κρατήσει και τι θα αποκλείσει. Μέσα από αυτές τις επιλογές δεν αντιγράφει απλώς τον κόσμο, αλλά δημιουργεί μια προσωπική εκδοχή του. Δύο φωτογράφοι μπορούν να σταθούν στο ίδιο σημείο, και το έχω βιώσει κατ’ επανάληψη, να κοιτάξουν το ίδιο τοπίο και να δημιουργήσουν δύο εντελώς διαφορετικές εικόνες. Ο εξοπλισμός μπορεί να είναι ίδιος, οι συνθήκες ίδιες, ακόμη και το θέμα ίδιο. Αυτό που αλλάζει είναι το βλέμμα. Γιατί το βλέμμα του φωτογράφου διαμορφώνεται από τις εμπειρίες, τις μνήμες, τις γνώσεις, τις ευαισθησίες και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Γι’ αυτό κάθε φωτογραφία είναι, τελικά, κάτι περισσότερο από μια καταγραφή. Είναι μια προσωπική μαρτυρία για τον τρόπο με τον οποίο ο δημιουργός της, συνάντησε την πραγματικότητα».
Η Δράμα έχει αποκτήσει ένα μουσείο φωτογραφικών μηχανών, από τη συλλογή του Άρη Θεοδωρίδη, μοναδικό στο είδος του στην Ελλάδα. Πως ξεκίνησε η ιδέα του μουσείου
Φυσικά, όσον αφορά τη Δράμα τουλάχιστον, όμως και τη χώρα ευρύτερα, καμία συζήτηση για την ιστορία της φωτογραφίας δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρης, εάν από αυτήν απουσιάσει ένα όνομα: Άρης Θεοδωρίδης. Ο κ. Βιδακης λοιπόν, αναφέρεται και στο όραμα πίσω από τον άνθρωπο: «Ο Άρης Θεοδωρίδης, με μεράκι, επιμονή και βαθιά αγάπη για τη φωτογραφία, φρόντισε και συνεχίζει να φροντίζει ώστε οι φωτογραφικές μηχανές, το μέσο με το οποίο οι άνθρωποι κράτησαν τις αναμνήσεις τους, να συνεχίσουν να εμπνέουν και τις επόμενες γενιές. Στο μουσείο παρουσιάζεται η εξέλιξη του φωτογραφικού μέσου μέσα από τις ίδιες τις μηχανές που τη διαμόρφωσαν. Είναι ένας χώρος αφιερωμένος σε αυτές τις «μικρές μηχανές μνήμης». Κάθε φωτογραφική μηχανή που φιλοξενείται στη συλλογή δεν είναι απλώς ένα τεχνικό αντικείμενο. Είναι ένα μικρό κομμάτι μιας ολόκληρης εποχής. Μας μιλά για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ταξίδευαν, γιόρταζαν, αγαπούσαν, μεγάλωναν τα παιδιά τους και κρατούσαν τις στιγμές που δεν ήθελαν να χάσουν.
Σε μια εποχή όπου όλα γίνονται γρήγορα και ψηφιακά, το Μουσείο Φωτογραφικών Μηχανών της Δράμας, μάς θυμίζει κάτι πολύ σημαντικό, την αξία της στιγμής. Εκείνης της μοναδικής στιγμής που κάποιος επέλεξε να κρατήσει ζωντανή μέσα από μια φωτογραφία. Γιατί αυτή είναι, ίσως, και η βαθύτερη δύναμη της φωτογραφίας. Δεν κρατά απλώς μια εικόνα. Κρατά ένα κομμάτι χρόνου. Η φωτογραφία δεν μπορεί να σταματήσει τον χρόνο· μπορεί όμως να σταματήσει τη λήθη. Κοιτάξτε γύρω σας. Στο σπίτι, στο γραφείο, στην οθόνη του υπολογιστή σας, στο κινητό σας. Πόσες φωτογραφίες έχετε με ανθρώπους που αγαπάτε; Πόσες στιγμές που έχουν ήδη περάσει εξακολουθούν να υπάρχουν επειδή κάποτε κάποιος αποφάσισε να τις κρατήσει σε μια εικόνα; Ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της φωτογραφίας, ότι μας επιτρέπει, μέσα από μια εικόνα, να επιστρέφουμε για λίγο σε μια στιγμή που έχει ήδη χαθεί.
Στο Μουσείο Φωτογραφικών Μηχανών φιλοξενείται η μεγαλύτερη συλλογή φωτογραφικών μηχανών. Πρόκειται για την πιο σημαντική συλλογή στην Ελλάδα, και από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές συλλογές στην Ευρώπη. Η συλλογή δεν αριθμεί μόνο τις μηχανές που παρουσιάζονται ως εκθέματα στις προθήκες του Μουσείου. Δεν πρόκειται για ολόκληρη τη συλλογή του Άρη Θεοδωρίδη. Στο Μουσείο τοποθετήθηκαν, έπειτα από αξιολόγηση, εκείνες οι μηχανές που μπορούσαν να συγκροτήσουν μια ολοκληρωμένη αφήγηση της εξέλιξης του μέσου αποτύπωσης και καταγραφής, αλλά και να λειτουργήσουν αυτόνομα ως μονάδες ή ως μέρος συγκεκριμένων θεματικών ενοτήτων. Τη συλλογή θα μπορούσε ο Άρης Θεοδωρίδης να τη στεγάσει στην Αθήνα. Όμως η επιλογή του ήταν ο γενέθλιος τόπος. Η Δράμα. Και το σχέδιο του ήταν να βρεθεί ο καταλληλότερος χώρος στο ιδανικότερο σημείο της πόλης. Και αυτός δεν ήταν άλλος από το συγκρότημα Αναστασιάδη, σημείο αναφοράς για την ταυτότητα της πόλης, στο Πάρκο πηγών Αγίας Βαρβάρας».
Τι σημαίνει πλέον «φωτογραφίζω» σήμερα, που με τη συνεχή εξέλιξη της ψηφιακής τεχνολογίας, η εικόνα μπορεί πλέον να δημιουργηθεί χωρίς να έχει υπάρξει ποτέ μπροστά στον φακό
Ο κ. Βιδάκης στέκεται και στην τεχνολογική καταιγίδα της εποχής μας, υποστηρίζοντας ότι η αυθεντικότητα ήταν πάντα, είναι, και θα είναι, το ζητούμενο: «Πιστεύω βαθιά ότι οι φωτογραφίες που αντέχουν στον χρόνο είναι οι ειλικρινείς φωτογραφίες. Δεν είναι απαραίτητα οι πιο εντυπωσιακές ούτε οι πιο άρτιες τεχνικά. Είναι εκείνες που έχουν κάτι αληθινό να πουν. Σήμερα η τεχνολογία μας δίνει τεράστιες δυνατότητες. Οι μηχανές καταγράφουν λεπτομέρειες που παλαιότερα ήταν αδύνατο να αποτυπωθούν και τα προγράμματα επεξεργασίας μπορούν να μεταμορφώσουν μια εικόνα. Όλα αυτά είναι χρήσιμα εργαλεία. Για μένα, όμως, έχουν αξία μόνο όταν υπηρετούν αυτό που θέλει να πει ο φωτογράφος. Όταν το εργαλείο γίνεται πρωταγωνιστής και η επεξεργασία γίνεται αυτοσκοπός, η εικόνα μπορεί να γίνει εντυπωσιακή, αλλά όχι απαραίτητα ουσιαστική. Μια φωτογραφία που με συγκινεί δεν είναι εκείνη στην οποία θαυμάζω πρώτα την τεχνική της. Είναι εκείνη που με κάνει να σταματήσω. Να την κοιτάξω λίγο περισσότερο. Να μου ξυπνήσει μια ανάμνηση, ένα συναίσθημα ή μια σκέψη. Μπορεί μετά από χρόνια να μην θυμάμαι όλες τις λεπτομέρειες της εικόνας, αλλά να θυμάμαι τι ένιωσα όταν την είδα.
Αυτό αναζητώ και όταν φωτογραφίζω. Δεν θέλω απλώς να καταγράψω αυτό που βρίσκεται μπροστά μου. Θέλω να μεταφέρω κάτι από τη στιγμή όπως τη βίωσα εγώ. Μπορεί να είναι ένα φως, μια σιωπή, μια κίνηση, ένα πουλί, ένα τοπίο. Κάτι που εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή με έκανε να σταθώ και να κοιτάξω. Και ίσως εκεί βρίσκεται, για μένα, η ουσία της φωτογραφίας. Δεν είναι ένας αγώνας για την τέλεια εικόνα. Είναι ένας τρόπος να επικοινωνήσεις μια εμπειρία που κάποια στιγμή έζησες. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η αυθεντικότητα δεν κατασκευάζεται εύκολα. Μπορείς να διορθώσεις το φως, το χρώμα, την αντίθεση, μπορείς να κάνεις μια εικόνα τεχνικά καλύτερη. Δεν μπορείς όμως να προσθέσεις εκ των υστέρων την αληθινή εμπειρία που δεν υπήρξε. Μια καλή φωτογραφία μπορεί να σε εντυπωσιάσει για λίγα δευτερόλεπτα. Μια αληθινή φωτογραφία μπορεί να μείνει μαζί σου για χρόνια. Και όταν μια εικόνα συνεχίζει να επιστρέφει στη μνήμη σου, ακόμη κι όταν δεν την έχεις μπροστά σου, τότε πιστεύω ότι έχει πετύχει κάτι πολύ σημαντικό, έχει πάψει να είναι απλώς μια φωτογραφία και έχει γίνει προσωπική μνήμη».








