113 χρόνια από το πρώτο ολοκαύτωμα του Δοξάτου
Η αποφράδα ημέρα της 30ης Ιουνίου 1913,
το προσχεδιασμένο έγκλημα γενοκτονίας και
η τριπλή θυσία μιας μαρτυρικής κωμόπολης που άντεξε στην ιστορία
Συμπληρώνονται σήμερα, 30 Ιουνίου 2026, ακριβώς εκατόν δεκατρία χρόνια από την ημέρα που η ιστορική κωμόπολη του Δοξάτου γράφτηκε με ανεξίτηλο αίμα στις πιο μαύρες σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας των θηριωδιών. Ήταν 30 Ιουνίου του 1913, μόλις μία ημέρα πριν ο ελληνικός στρατός απελευθερώσει τη Δράμα, όταν το Δοξάτο υπέστη το πρώτο και πιο άγριο ολοκαύτωμά του. Μια προσχεδιασμένη σφαγή, η οποία δεν υπαγορεύτηκε από καμία στρατιωτική αναγκαιότητα, αλλά αποτέλεσε μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου εξόντωσης του ντόπιου Ελληνισμού.
Στο πλαίσιο του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, η περιοχή της Δράμας είχε καταληφθεί από τον «σύμμαχο» -τότε- βουλγαρικό στρατό, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε τις συγκυρίες για να προελάσει προς τον Νότο, υλοποιώντας το εθνικό του πρόγραμμα για διέξοδο στο Αιγαίο. Η αντίστροφη μέτρηση για το πλούσιο Δοξάτο ξεκίνησε το πρωί εκείνης της μοιραίας Δευτέρας. Μία ίλη ιππικού της 10ης Βουλγαρικής Μεραρχίας, υπό τους ταγματάρχες Μπίρνεφ και Σιμεόνοφ, υποστηριζόμενη από ένα τάγμα πεζικού και ένοπλες ομάδες κομιτατζήδων, περικύκλωσε την κωμόπολη.
Προβάλλοντας την ψευδή δικαιολογία ότι δήθεν είχαν δεχθεί παρενοχλήσεις από σώματα Ελλήνων προσκόπων (εθελοντών παλαιών Μακεδονομάχων), οι εισβολείς εξαπέλυσαν μια πρωτοφανή μανία κατά των αμάχων. Οι κομιτατζήδες πρωτοστάτησαν σε σφαγές αδιακρίτως ηλικίας και φύλου, ενώ συνεπικουρήθηκαν από μερίδα φανατισμένων μουσουλμάνων κατοίκων, τους οποίους οι Βούλγαροι είχαν παραπλανήσει, υποσχόμενοι ανίερη συμμαχία κατά της Ελλάδας.
«Το φιλόκαλον, φιλοπρόοδον, το ευφορώτατον και φιλογενέστατον Δοξάτον… μετεβλήθη σήμερον εις ερείπια και οι κάτοικοί του εις σφάγια… εσπαθίζοντο και ελογχίζοντο με τον πλέον θηριώδη τρόπο γυναίκες, γέροντες και παιδιά» σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Δράμας Αγαθάγγελο, 1913.
Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν στους δρόμους, στα σπίτια, αλλά και στον παρακείμενο χείμαρρο και τα χωράφια όπου προσπάθησαν να διαφύγουν έντρομοι οι κάτοικοι, προκαλούν μέχρι σήμερα ρίγη αποτροπιασμού. Το βουλγαρικό ιππικό καταδίωξε και κατάσφαξε τους φυγάδες. Ο τραγικός απολογισμός ήταν 650 νεκροί (δηλαδή ένας στους τρεις κατοίκους του χωριού) ενώ 240 αρχοντικά σπίτια και 80 εμπορικά καταστήματα παραδόθηκαν στις φλόγες, αφού πρώτα λεηλατήθηκαν άγρια.
Το μένος των κατακτητών δεν ήταν τυχαίο. Το Δοξάτο στοχοποιήθηκε για την ενεργό και σθεναρή συμμετοχή των τέκνων του στον Μακεδονικό Αγώνα, για την αδιαπραγμάτευτη προσήλωσή του στην Ορθοδοξία και την ελληνική παιδεία, αλλά και για την τεράστια οικονομική του ισχύ ως κορυφαίο κέντρο παραγωγής και εμπορίας του εκλεκτού καπνού της περιοχής. Ήταν μια πράξη καθαρής και τυφλής εκδίκησης.
Την επόμενη κιόλας ημέρα, την 1η Ιουλίου 1913, το 21ο Σύνταγμα Πεζικού της 7ης Ελληνικής Μεραρχίας εισήλθε στην κατεστραμμένη κωμόπολη και τη Δράμα, ολοκληρώνοντας την απελευθέρωση της Ανατολικής Μακεδονίας, αντικρίζοντας όμως μια βιβλική καταστροφή που συγκλόνισε ακόμη και τον διεθνή Τύπο της εποχής.
Δυστυχώς, η μοίρα του Δοξάτου έμελλε να σφραγιστεί με αίμα άλλες δύο φορές στον ίδιο αιώνα, καθώς η γεωγραφική και εθνική του σημασία το καθιστούσε μόνιμο καρφί στο μάτι των αναθεωρητικών βλέψεων των γειτόνων. Το μίσος επαναλήφθηκε το καλοκαίρι του 1917, κατά τη διάρκεια της Β΄ Βουλγαρικής Κατοχής, όταν όσοι άνδρες είχαν γλιτώσει από τη σφαγή του 1913 σύρθηκαν βίαια ως όμηροι σε κάτεργα της Βουλγαρίας, με περισσότερους από 70 από αυτούς να πεθαίνουν από τις κακουχίες μακριά από την πατρίδα τους.
Το τρίτο και εξίσου βαρύ πλήγμα ήρθε στις 29 Σεπτεμβρίου του 1941, όταν υπό την τριπλή κατοχή της Ελλάδας, οι βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής έπληξαν εκ νέου το μαρτυρικό χωριό, εκτελώντας εν ψυχρώ τουλάχιστον 200 Δοξατιανούς, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αλλοιώσουν τον εθνολογικό χαρακτήρα της περιοχής.
Σήμερα, 113 χρόνια μετά την πρώτη εκείνη αποφράδα ημέρα, το Δοξάτο δεν αποτελεί απλώς ένα μνημείο θυσίας, αλλά έναν ζωντανό φάρο ιστορικής μνήμης.

