Home > Αρθρα > Η Δόξα Δράμας και η πόλη που μισεί τον εαυτό της Γράφει ο κ. Τζήμας Θεμιστοκλής

Η Δόξα Δράμας και η πόλη που μισεί τον εαυτό της Γράφει ο κ. Τζήμας Θεμιστοκλής

Η Δόξα Δράμας και η πόλη

που μισεί τον εαυτό της

 

Γράφει ο κ. Τζήμας Θεμιστοκλής*

Μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον το οποίο χαρακτηρίζεται από την προοπτική του γενικευμένου πολέμου και σε ένα εσωτερικό σκηνικό κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, ίσως τα παρακάτω μοιάζουν να αποτελούν πολυτέλεια. Δεν είναι ωστόσο. Όχι μόνο γιατί το ποδόσφαιρο ως τέτοιο ακτινογραφεί και συμπυκνώνει τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες εν γένει αλλά επιπλέον επειδή ειδικότερα ως προς τη Δράμα περιγράφει την παθογένεια της πόλης, ιδίως όπως κάποιος εξωτερικός παρατηρητής μπορεί να την δει.

Είναι απογοητευτικό και συνάμα άκρως χαρακτηριστικό: για κάποιο λόγο η Δράμα δείχνει να αντιπαθεί ενίοτε και να μισεί τη βασικότερη και σταθερότερη δημιουργία της, τη Δόξα Δράμας. Η Δράμα ως ζωντανή ιστορία δεν αποτυπώνεται ούτε στην υπερτιμημένη από κάθε άποψη «Ονειρούπολη» (σύμπτωμα μιας εποχής παροχής φτηνών υπηρεσιών και φτηνής διασκέδασης) ούτε σε άλλα φεστιβάλ που οργανώνονται πια σε κάθε πόλη ανά τη χώρα. Η ζωντανή ιστορία της είναι η ομάδα της.

Το γεγονός ότι μια τοπική ομάδα ποδοσφαίρου αποτελεί σημείο αναφοράς για τη συνοχή της τοπικής κοινωνίας, για την περηφάνεια της και υπ’ αυτήν την έννοια για την ανάπτυξή της και την αυτοπεποίθησή της, το ξέρουν καλά όχι μόνο σε πόλεις στην Αγγλία αλλά και σε πλήθος άλλων πόλεων σε κάθε ήπειρο. Σε πόλεις μάλιστα με ισχυρή εργατική σύσταση όπως και σε όχι τόσο ευνοημένες από πλευράς γεωγραφίας, υποδομών και φυσικών πόρων, τέτοιου είδους κοινωνικές κατ΄ ουσίαν  δομές με αθλητική αφορμή, αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Αποτελούν έναν τρόπο μαζικής εκπαίδευσης και επίτευξης ταυτίσεων.

Είναι λοιπόν εντυπωσιακό αλλά η Δράμα δείχνει πραγματικά να αντιπαθεί ή και να μισεί την ομάδα που όχι μόνο την έκανε διάσημη ως πόλη (μετά την εξέγερσή της ενάντια στην κατοχή και τους παλαιότερους εργατικούς αγώνες προφανώς) αλλά που επιπλέον αποτελεί τον ζωντανό ιστορικό φορέα. Προφανώς παίζουν το ρόλο τους οι εμπλεκόμενοι εδώ και χρόνια στα διοικητικά της ομάδας, οι οποίοι στην πολύ μεγάλη πλειοψηφία τους δε θα έπρεπε να έχουν καμία σχέση (ούτε) με το ποδόσφαιρο. Όπως σε τόσες άλλες περιπτώσεις στη χώρα, κλειστές ομάδες ανθρώπων νέμονται και καταστρέφουν, χωρίς να έχουν ιδέα για το τι σημαίνει διοίκηση και διαχείριση μιας ομάδας- κοινωνικού φαινομένου.

Δεν πρόκειται όμως μόνο περί αυτού. Πρόκειται για κάτι βαθύτερο: για ένα τοπικό κατεστημένο το οποίο σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, οικονομικό, πολιτισμικό, αθλητικό) λειτουργεί με τρόπο παρασιτικό, άδικο, αυθαίρετο, εκμεταλλευτικό. Εκπαιδεύει τις πιο ζωντανές και νέες τοπικές δυνάμεις (όσες έχουν απομείνει πια) στο να ψάχνουν την ταχύτερη δυνατή απόδραση από την πόλη. Όσο λιγότεροι, τόσο το καλύτερο μέσα σε ένα περιβάλλον εθισμού στη στασιμότητα.

Η τωρινή (αλλά όχι η μόνη) αφορμή για όλα αυτά, είναι η αδιανόητη απόφαση της τοπικής Ένωσης Ποδοσφαιρικών Σωματείων Δράμας (ΕΠΣ Δράμας) να αποκλείσει τα τμήματα υποδομών της Δόξας Δράμας, μέσα από ένα απολύτως έωλο σκεπτικό, από τη διεκδίκηση των τοπικών πρωταθλημάτων υποδομών εξαιτίας της (ούτως ή άλλως εξόχως προβληματικής) απαγόρευσης μετεγγραφών (ban) που η FIFA είχε επιβάλλει στην ΠΑΕ Δόξας Δράμας και η οποία κάπως επεκτάθηκε και στον ΓΣ.

Το ότι οι διοικούντες εδώ και χρόνια τον ΓΣ, τον έχουν αφήσει απροστάτευτο (αν όχι φέρουν και άμεση ευθύνη) είναι προφανές. Λίγο- πολύ, αυτό είναι το ελληνικό ποδόσφαιρο ως συμπύκνωση και απεικόνιση της σήψης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού όπως και της θεσμικής μας συγκρότησης ως κράτους. Αλλά αυτή δεν είναι δικαιολογία για την τόση και τέτοια εχθρότητα απέναντι στη Δόξα Δράμας από την τοπική ΕΠΣ και όσα αυτή εκφράζει.

Αναρωτιέται κανείς: τι έχει να κερδίσει η πόλη από μια τέτοια εχθρότητα προς τη Δόξα Δράμας, που φτάνει μέχρι τα παιδικά τμήματα; Ενδιαφέρει κανέναν στην ίδια την πόλη, η πόλη ως τέτοια και τα ιστορικά της γεννήματα; Και κάτι ακόμα: οι υπόλοιπες ομάδες των οποίων τα τμήματα υποδομής αγωνίζονται, δέχονται να εκπαιδεύσουν σε τέτοιες νοοτροπίες τους νεαρούς αθλητές τους; Αυτήν την πραγματικότητα θέλουν έστω δια της ανοχής να συντηρήσουν;

Η Δράμα είναι η λιγότερο αναπτυγμένη πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Ένας από τους φτωχότερους δήμους της χώρας. Δεν έχει σχεδόν καμία υποδομή άξια λόγου. Ένα νοσοκομείο που φθίνει και μια ελαχιστότατη και ανεπαρκέστατη συγκοινωνιακή σύνδεση με την υπόλοιπη χώρα. Διαθέτει ένα πανεπιστημιακό τμήμα στο οποίο εν πολλοίς έχει στρέψει την πλάτη της. Πολίτες που υποφέρουν ακόμα περισσότερο λόγω του χαμηλού κατά κεφαλή ΑΕΠ από την οικονομική κρίση. Μια σημαντική ιστορία αντίστασης, την οποία οι συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις που κυριαρχούν φροντίζουν να θάβουν. Πολιτιστική ζωή η οποία υποβαθμίζεται κάθε χρόνο όλο και περισσότερο, λες και ο κόσμος της Δράμας δεν δικαιούται να έχει ανησυχίες πέραν της επιβίωσης. Και μόνο λίγες στιγμές με βάση τις οποίες μπορεί να νιώσει περήφανη σε συλλογικό επίπεδο. Στο κέντρο αυτών των στιγμών βρισκόταν η ομάδα της, όπως συμβαίνει σε πάρα πολλές αντίστοιχες πόλεις ανά τον κόσμο. Το μίσος για αυτήν την ομάδα από μέρος του κατεστημένου της ίδιας της πόλης είναι εντυπωσιακό. Πρόκειται για συνθήκες ασφυξίας την οποία συγκεκριμένες κλειστές ομάδες φτιάχνουν. Είναι δε, λυπηρό με κοντόφθαλμη ματιά και για ανύπαρκτα επί της ουσίας οφέλη, ο ποδοσφαιρικός κόσμος της πόλης έστω δια της σιωπής του να καθίσταται συνένοχος. Η Δράμα θα μπορούσε να ζει εν μέρει αλλιώς, έχοντας μια μεγάλη ποδοσφαιρική ομάδα. Θα μπορούσε να αποτελέσει έναν αθλητικό και καλλιτεχνικό νομό, σε συνθήκες έστω στοιχειώδους δικαιοσύνης. Δυστυχώς προτιμά να μισεί τον εαυτό της και κανείς δε θα τη σώσει όσο η ίδια ανέχεται σε κάθε τομέα σχεδόν, παρασιτικά κατεστημένα και την αυθαιρεσία.

  • Δικηγόρος, Διδάσκων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης