Η σημασία επιλογής του κατάλληλου ξύλου και ο ήχος
Η τέχνη της οργανοποιίας
στο 2ο Ρεμπέτικο Φεστιβάλ Δράμας
και οι μάστορες του μπουζουκιού
Οι οργανοποιοί Αν. Δέλλιος και Λ. Παπαδόπουλος μιλάνε στον «Π.Τ.»
Του Θανάση Πολυμένη
ΜΕ ΜΕΓΑΛΗ επιτυχία ολοκληρώθηκαν το βράδυ της Κυριακής, οι τριήμερες εκδηλώσεις για το 2ο Ρεμπέτικο Φεστιβάλ της Δράμας, για τον αυθεντικό λαϊκό πολιτισμό με το ρεμπέτικο τραγούδι.
Το 2ο Ρεμπέτικο Φεστιβάλ Δράμας, πραγματοποιήθηκε στις 25, 26 και 27 Σεπτεμβρίου στην περιοχή της Αγίας Βαρβάρας, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούσε και μια έκθεση χειροποίητων μπουζουκιών, μπαγλαμάδων, τζουράδων από οργανοποιούς. Στην ίδια έκθεση, παρουσιάστηκαν και δίσκοι βινυλίου και βιβλίων για το ρεμπέτικο, από την πλούσια συλλογή του Δραμινού κ. Δημήτρη Καζάκη. Οι κατασκευαστές που συμμετείχαν στην έκθεση με χειροποίητα μπουζούκια ήταν ο κ. Ανδρέας Δέλλιος και ο κ. Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Αν. Δέλλιος: Σημαντική η πρώτη ύλη
Μιλώντας στον «Π.Τ.» ο κ. Δέλλιος, ανέφερε ότι πρόκειται για ένα πολύ ωραίο φεστιβάλ και μας εξήγησε ότι στην έκθεση παρουσιάστηκαν όργανα από την οικογένεια του μπουζουκιού, όπως μπουζούκια, ταμπουρομπούζουκα, τζουράδες, μπαγλαμάδες και λαϊκές κιθάρες.
Ερωτώμενος αρχικά από ποιο στάδιο ξεκινάει η κατασκευή ενός χειροποίητου οργάνου, σημειώνει: «Από την κατάλληλη επιλογή των κατάλληλων ξύλων. Πρέπει πρώτα να έχουμε την πρώτη ύλη, πολύ προσεκτικά επιλεγμένη, προκειμένου να έχει το σωστό αποτέλεσμα. Μετά χρειάζεται βέβαια και η τεχνογνωσία, προκειμένου να επεξεργαστείς τα υλικά σου με τέτοιο τρόπο ώστε να έχουν ένα καλό ήχο. Και αυτό είναι κάτι το οποίο χρειάζεται αρκετή γνώση και εμπειρία για να μπορέσεις να το πετύχεις».
Αναφερόμενος στο ποια είναι τα κατάλληλα ξύλα, μας λέει ότι «υπάρχουν ξύλα από την Ελλάδα, αλλά κυρίως προέρχονται από την Ινδία, την Αφρική και την Αμερική». Όπως μας λέει επίσης, «ένα ξύλο το οποίο έχει πολύ καλές ηχητικές ιδιότητες και ιδιοσυχνότητες, είναι ο ινδικός παλίσανδρος. Αυτό είναι ένα κορυφαίο ξύλο, το οποίο χρησιμοποιείται κατά κόρον στην οργανοποιία για τα καλά όργανα. Από εκεί και πέρα υπάρχουν κι άλλα ξύλα που μπορούν να κάνουν, όπως η καρυδιά και η μουριά. Αλλά συγκεκριμένα για να έχουμε ένα πολύ καλό και ποιοτικό αποτέλεσμα, χρειάζεται να χρησιμοποιήσουμε ξύλα τα οποία δεν είναι τόσο γνωστά στην Ελλάδα και επίσης πρέπει να είναι πάρα πολύ καλά ξεραμένα, στεγνά, για να μπορούμε να τα δουλέψουμε».
Το όργανο του Γιοβάν Τσαούς
Ερωτώμενος για το τι είναι αυτό που ζητάνε από την κατασκευή ενός οργάνου, ο κ. Δέλλιος σημειώνει ότι «αυτό που χρειάζεται να έχει ένα μπουζούκι είναι ο ποιοτικός ήχος. Και αυτό δεν είναι εύκολο να το ξεχωρίσει κάποιος, ακριβώς επειδή χρειάζεται εμπειρία και γνώση. Μπορεί ένα όργανο να ακούγεται δυνατά, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και καλός ο ήχος του. Ο καλός και ποιοτικός ήχος είναι αυτός ο οποίος χαϊδεύει το αυτί, είναι ευγενικός ήχος. Και έχει κάποια χαρακτηριστικά, όπως διάρκεια, κατάλληλες συχνότητες, ώστε να μην είναι ούτε ενοχλητικός για το αυτί, αλλά ούτε και πολύ δυνατός που να είναι ενοχλητικός. Ο ευγενικός ήχος, όπως είπαμε, και με διάρκεια, είναι αυτός που συνήθως λέμε ότι είναι ποιοτικός ήχος».
Ερωτώμενος αν του έχουν ζητήσει κάτι το ιδιαίτερο, απαντάει πως του έχει ζητηθεί να κατασκευάσει το αντίγραφο ενός «ιστορικού οργάνου, του ταμπουρομπούζουκου του Γιοβάν Τσαούς. Ο Γιοβάν Τσαούς είχε ένα πολύ ιδιαίτερο όργανο, ήταν σαν μπουζούκι και ταμπουράς, ένα υβρίδιο στην ουσία, που είχε στοιχεία και από τον ταμπουρά και από το μπουζούκι. Επειδή είχα την ευκαιρία να πιάσω στα χέρια μου τα προσωπικά όργανα του Γιοβάν Τσαούς, τα οποία ήταν ιδιαίτερα και κανένας άλλος δεν μπορούσε να παίξει παρά μόνο ο ίδιος, είχα την ευκαιρία να μπορέσω να αντιγράψω αυτό το όργανο και να μπορώ σήμερα να το αναπαράγω».
Από αρ. ο κ. Παπαδόπουλος οργανοποιός, ο κ. Οικονομίδης διοργανωτής του Φεστιβάλ, ο κ. Δέλλιος οργανοποιός, ο κ. Καζάκης συλλέκτης βιβλίων και δίσκων για το ρεμπέτικο και ο κ. Τσικουρίδης καθηγητής Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης στο ΠΑΜΑΚ.
Το καλό κοστίζει!
Ερωτώμενος για το ποιο είναι το κόστος για ένα καλό μπουζούκι, ο ίδιος σημειώνει αρχικά ότι η κατασκευή του μπορεί να πάρει και τρεις εβδομάδες έως ένα μήνα. «Οπότε αντιλαμβανόμαστε ότι το κόστος, αν υπολογίσουμε τη δουλειά, τα μεροκάματα με τα υλικά, που όπως είπαμε προηγουμένως είναι εισαγόμενα ξύλα, πολύ στεγνά, πολύ παλιά, παλιάς κοπής, δεν μπορεί να έχει κάτω από 1.500 ευρώ. Από εκεί και προς τα πάνω συνήθως κυμαίνονται τα καλά όργανα και αυτή είναι μία πολύ καλή τιμή για την εποχή μας».
Στην ερώτηση για το πόσοι ασχολούνται σήμερα επαγγελματικά ως οργανοποιοί, επισημαίνει ότι δεν είναι πολλοί. «Γιατί πραγματικά μέχρι να φτάσεις στο σημείο να γίνεις επαγγελματίας, να ακουστεί το όνομά σου και να μπορείς να επιβιώσεις από αυτό το επάγγελμα, πρέπει να περάσουν χρόνια, ίσως και δεκαετίες. Οπότε αντιλαμβανόμαστε ότι λίγοι έχουν την υπομονή να μπορούν να περιμένουν τόσο καιρό για να εδραιωθούν».
Παιδικό όνειρο
Απαντώντας στην ερώτηση τι ήταν εκείνο που τον ώθησε να ακολουθήσει αυτό το επάγγελμα, ο κ. Δέλλιος μας λέει ότι «ήταν το όνειρό μου από μικρός. Στο σπίτι είχαμε όλα τα όργανα και επίσης ο πατέρας μου έπαιζε μπουζούκι και κατασκεύαζε ερασιτεχνικά όργανα, οπότε υπήρχε το μικρόβιο. Από πολύ μικρός φανταζόμουν, έβλεπα το σκάφος στο μπουζούκι και προσπαθούσα να καταλάβω πώς γίνεται, πώς φτιάχνεται αυτό το πράγμα. Οπότε κάποια στιγμή, όταν μπόρεσα, μαζί με τις σπουδές μου ταυτόχρονα, άρχισα να πειραματίζομαι στο να κατασκευάζω κάποιο μουσικό όργανο. Έμεινα ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα, φυσικά με τη βοήθεια άλλων επαγγελματιών οργανοποιών οι οποίοι μου έδιναν συμβουλές, με καθοδηγούσαν. Και πραγματικά, ναι, έφτασα στο σημείο να φτιάξω όντως ένα όργανο. Μου άρεσε πάρα πολύ και μετά το συνέχισα. Στην αρχή σαν χόμπι, μετά και επάγγελμα».
Μιλώντας για τη μαζική παραγωγή λέει ότι τον αφήνει παντελώς αδιάφορο, «γιατί δεν έχουν προσωπικότητα τα όργανα, δεν έχουν ύφος. Εμείς, αν φτιάξουμε 10 χειροποίητα όργανα από τα ίδια υλικά, το καθένα θα έχει το δικό του ήχο. Οπότε αντιλαμβανόμαστε πόσο σημαντικό είναι να είναι μοναδικό αυτό που κατασκευάζουμε και προσαρμοσμένο τις περισσότερες φορές στις ανάγκες του μουσικού. Γι’ αυτό και γίνεται παραγγελία. Δηλαδή κάποιος έρχεται και σου παραγγέλνει το όργανο με τη διακόσμηση που θέλει, με τα ξύλα που θέλει και με τις διαστάσεις που θέλει. Γιατί άλλος μπορεί να το θέλει λίγο πιο μικρό, άλλος πιο μεγάλο».
Λ. Παπαδόπουλος: Σημασία πάνω απ’ όλα έχει ο ήχος!
Στον «Π.Τ.» μίλησε επίσης και ο έτερος οργανοποιός κ. Λευτέρης Παπαδόπουλος σημειώνοντας αρχικά ότι, αυτό που ζητάνε κυρίως οι μπουζουξίδες είναι ο ήχος. «Αφού πατήσεις στον ήχο, στη συνέχεια βλέπουν τα σχέδια και προχωράμε στα υπόλοιπα».
Όσον αφορά στο σχεδιασμό, «ο κάθε οργανοποιός έχει το δικό του αποτύπωμα, το δικό του ήχο και αναλόγως τι θέλει να ακούσει ο καθένας, πηγαίνει στον αντίστοιχο οργανοποιό ή μπορεί να περνάνε από διάφορους μέχρι να κατασταλάξουν τι θέλουν να ακούσουν».
Ερωτώμενος για το τι είναι εκείνο που τον ώθησε να επιλέξει αυτή τη δουλειά, απαντάει «η αγάπη στο μπουζούκι και τίποτα άλλο», συμπληρώνοντας ότι «είναι μια επώδυνη εργασία, με τις χαρές της, με τις λύπες της, με τις απογοητεύσεις της, αλλά η αγάπη στο όργανο συνεχίζει και υπερισχύει».
Ερωτώμενος για το αν υπάρχει ενδιαφέρον από τον κόσμο για να αγοράσει ένα χειροποίητο όργανο πέρα από τους επαγγελματίες μουσικούς, απαντάει: «Έρχονται νέοι μουσικοί, οι οποίοι δείχνουν μια εξαιρετική αγάπη και κατεύθυνση προς το όργανο και συνήθως αυτό είναι το κοινό που αγοράζει μπουζούκια. Δηλαδή οι νέοι μουσικοί. Οι παλιοί μουσικοί είναι απαιτητικοί γιατί ξέρουν τι θέλουνε. Είναι οι μουσικοί που αγοράζουν όμως όργανα, γιατί θέλουνε να βρουν το δρόμο τους στο όργανο, στο παραδοσιακό μας όργανο, το μπουζούκι».
Τα νέα παιδιά
Ρωτήσαμε τον κ. Παπαδόπουλο για το αν απευθύνονται σ’ αυτόν γονείς για να αγοράσουν χειροποίητα όργανα για τα παιδιά τους προκειμένου να μάθουν από τα πρώτα βήματα ή αν προτιμούν περισσότερο τα όργανα μαζικής παραγωγής.
Όπως λέει, «το να πάνε στη μαζική παραγωγή να πάρουν ένα μπουζούκι με 300-400 ευρώ, κάποια στιγμή το παιδί θα κουραστεί και θα σταματήσει να παίζει. Μπορεί να μην πάει σε ένα απαιτητικό όργανο που ξεφεύγει τα 1.500 ευρώ, σε ένα επαγγελματικό όργανο, αλλά μπορεί να πάει σε μια μέση λύση, γύρω στα 700 με 900 ευρώ. Να πάρει ένα αξιόλογο όργανο το οποίο θα μπορεί να παίξει χωρίς να τον κουράζει και αν τυχόν το παιδί δεν τραβήξει άλλο και δεν θέλει να συνεχίσει στο όργανο, μπορεί να το πουλήσει και να μη χάσει λεφτά, ενώ σε αυτό που είναι με 3-4 κατοστάρικα, τα έχει πετάξει τα λεφτά του, δεν πρόκειται να πουληθεί».
Επισημαίνει πάντως, ότι «αν συνεχίσει μετά, με αυτή τη ταλαιπωρία που θα έχει με τα 400 ευρώ, θα πρέπει να πάει μετά σε ένα πολύ καλής ποιότητας όργανο για να μπορέσει να ανταπεξέλθει, για να μπορέσει να ξεφύγει σαν μπουζουξής. Αλλιώς δεν μπορεί να ξεφύγει, τυραννιέται με κάποια από αυτά τα φτηνά όργανα».
Ζητώντας του να δώσει ένα μήνυμα προς τα νέα παιδιά που πιθανόν θέλουν να ακολουθήσουν το επάγγελμα του οργανοποιού, ο κ. Παπαδόπουλος παροτρύνει θετικά: «Να ασχοληθούν, είναι πολύ ωραίο επάγγελμα και επειδή παίζουν και μουσική συνήθως οι περισσότεροι μπουζούκι, είναι πολύ όμορφο να κάνουν το χόμπι τους δουλειά. Θα μπορούν να δουλεύουν πολλές ώρες χωρίς να κουράζονται. Μεγάλη υπόθεση!»




