ΚΟΝΤΑ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΜΑΣ
Ανατομία των Λαϊκών Δρώμενων
Του Κ. Γ. Κ. Χατζόπουλου, Τ. Λυκειάρχη
«Πήγαινε στο λαϊκό μας πολιτισμό, εντρύφησε σ’ αυτόν, κι αν έχεις μέσα σου
ορμή και δύναμη, θα πλάσεις ό,τι θέλεις και τέχνη και θρησκεία και φιλοσοφία»
————————————————————–
Στο σημερινό μας άρθρο θα επιχειρήσουμε να κάνουμε μια σε αδρές γραμμές ανατομία των λαϊκών δρωμένων στο νομό μας.
Λαϊκά δρώμενα τελούνται καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Και τούτο, γιατί αυτά αποτυπώνουν τους πόθους, την αγωνία και τις ελπίδες του λαού μας.
Οι ρίζες των λαϊκών δρωμένων χάνονται στην αχλύ του χρόνου, αποτελούν δε έκφραση της μακρόχρονης εμπειρίας του λαού μας.
Αναμφίλεκτα συνδέονται άμεσα με την παραγωγή των γήινων αγαθών, αλλά και την αναπαραγωγή της πανίδας.
Ο φόβος για περιορισμό της διατροφικής αλυσίδας οδήγησε στη σκέψη τον αγροτοποιμενικό άνθρωπο να επινοήσει αντίδοτο για την αποφυγή του.
Έτσι οδηγήθηκε στη σμίλευση μιμοδραμάτων, που αναπαριστάνουν τις μύχιες επιθυμίες του.
Ασφαλώς δε γνώριζε ότι με την υλοποίηση αυτής του της σκέψης θα έθετε τα αρραγή θεμέλια του κορυφαίου ελληνικού λογοτεχνικού δημιουργήματος, του δράματος (τραγωδία, κωμωδία, σατυρικό δράμα). Ενός είδους λόγου, που παγιώθηκε και στέριωσε με αποτέλεσμα να καταστεί όχι μόνο καύχημα του ελληνικού λαού, αλλά και όλης σχεδόν της πολιτισμένης ανθρωπότητας.
Καίτοι ο νους του ανθρώπου οξύνθηκε και καθημερινά καθίσταται ακόμη πιο οξύς, τα λαϊκά δρώμενα επιβιώνουν μέχρι τις ημέρες μας αποστεωμένα βέβαια από τον αρχικό τους σκοπό. Παρά ταύτα ριζωμένα στο ανθρώπινο υποσυνείδητο εξακολουθούν να παριστάνονται με αμείωτο ενδιαφέρον.
Στο διάβα του χρόνου τα λαϊκά δρώμενα με τον ευετηρικό και γονιμικό τους χαρακτήρα δέχθηκαν την επέλαση μιας νέας θεότητας, του Διονύσου, την οποία επινόησε ο άνθρωπος του λαού, ύστερα από την είσοδο στη διατροφική του αλυσίδα του εύγευστου και ιαματικού «αίματος», κατά τη διαμορφωθείσα αντίληψη των πιστών του θεού, των σατύρων και των μαινάδων, του μελιηδέα οίνου, κατά τον θείο Όμηρο.
Κατά τη σημερινή τέλεση των λαϊκών δρωμένων κυριαρχούν δυο βασικά στοιχεία. Είναι δε αυτά η αποτύπωση της γενετήσιας ορμής, την οποία συνοδεύουν εκφράσεις και κινήσεις άσεμνες, οι οποίες δεν εκχυδαΐζουν τη σεμνότητα, αφού «Naturalia non turpia sunt = τα φυσικά πράγματα δεν είναι χυδαία», ενώ προκαλούν αβίαστους γέλωτες.
Το δεύτερο στοιχείο είναι οι κινήσεις, γνώρισμα ουσιαστικό του δραματοποιημένου λόγου, που και αυτές δε μένουν αδιάφορες στην ενδόμυχη ευχή για ευετηρία και γονιμότητα, πόθος αιώνιος του ανθρώπου, που, δυστυχώς, καταλήγει συχνά στην πλεονεξία και στην κατάχρηση του ιερού δώρου της αναπαραγωγής.
Η παρουσία της γυναίκας, την οποία υποδύεται μεταμφιεσμένος άνδρας, που την ενοχλεί με άσεμνα πειράγματα το κατ’ ευφημισμόν ισχυρό φύλο, εντάχθηκε στους ιστορικούς χρόνους στα δρώμενα καλυπτόμενη από τη δημιουργηθείσα νέα θεότητα, τη Βαυώ, που με το πέρασμα του χρόνου, λόγω φωνητικής μεταβολής, μετονομάστηκε σε Μπάμπω.
Το πόσο αναγκαία ήταν η επινόηση της μικρής αυτής θεότητας, όμως τόσο απαραίτητης για την προστασία της εγκυμονούσας, αλλά και του νεογέννητου, αποδεικνύεται από τις τιμές, που αποδίδονταν στις ιέρειές της, αλλά και ο σεβασμός, που της έτρεφαν.
Αυτή λοιπόν η έμπνευση του λαού να θωρακίσει με θεότητα το μεγάλο μυστήριο της ζωής, οδήγησε με το πέρασμα των χρόνων στην καθιέρωση ξεχωριστής ειδικότητας της ιατρικής, της γυναικολογίας, ώστε η απώλεια ζωής ή και ζωών να περιορισθεί σε μέγιστο βαθμό.
Ασφαλώς δεν έχουμε το δικαίωμα να αποστασιοποιηθούμε από την προσπάθεια της τέλεσης των λαϊκών δρωμένων.
Μολονότι έχουμε απομακρυνθεί από τον ουσιαστικό στόχο της επινόησής τους και την μετ’ ευλαβείας τέλεσή τους, θα εξακολουθούμε να διατηρούμε στο χώρο του υποσυνειδήτου μας ομιχλώδη την αιτία της γένεσής τους.
Και οργανώνοντας κάθε χρόνο στο Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων την τέλεσή τους, αποζημιωνόμαστε από το τμήμα τους εκείνο, που απομακρύνει έστω και παροδικά το φόρτωμα της ψυχής μας με έγνοιες και άγχος, αλλά και παράλληλα μας οδηγεί σ’ έναν γόνιμο προβληματισμό για τα κέρδη, που αποκομίζουμε με το βλέμμα στραμμένο προς ό,τι κληρονομούμε.
Είναι αναμφίλεκτο πως ό,τι δημιουργούμε ξεκινάει από το καλώς νοούμενο και ορθά αξιοποιούμενο παρελθόν. Αλλοίμονο, αν το διαγράφουμε ελαφρά τη καρδία και με περισσή ευκολία.
Ας κρατήσουμε λοιπόν στητή κι ολόρθη τη ζωογόνα και αληθινή παράδοσή μας, αυτήν που διατηρεί ανεξίτηλη την ταυτότητά μας. Κέρδος θα έχουμε.

