ΚΟΝΤΑ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΜΑΣ
Ανατομία του εθίμου
«Το Κουρμπάνι»
«Λαοί, που αποστασιοποιούνται από την εθιμική τους ζωή, κινδυνεύουν με αφομοίωση και αφανισμό»
Του Κ. Γ. Κ. Χατζόπουλου, Τ. Λυκειάρχη
Προτού προβώ στην ανατομία του εθίμου «το κουρμπάνι», θεωρώ αναγκαίο να σημειώσω πως η ονομασία του προέρχεται από την τουρκική γλώσσα, όπου κουρμπάνι σημαίνει θυσία.
Μολονότι το έθιμο παρατηρείται στην ελληνική γλώσσα με την ονομασία θυσία, όμως επικράτησε να ονομάζεται με τη λέξη Kurban (= θυσία). Και ήταν εύλογο να συμβεί κάτι τέτοιο, αφού ο Ελληνισμός για περισσότερα από πεντακόσια χρόνια βρέθηκε κάτω από τη στυγνή καταπίεση του κατακτητή, ο οποίος, πέρα από τα άλλα δεινά, του επέβαλε και την εγκατάλειψη της γλώσσας του απειλώντας τον με αφαίρεση της ζωής του, αν συλληφθεί να την ομιλεί.
Πότε ακριβώς εντάχθηκε στην εθιμική ζωή του λαού μας η θυσία, η οποία προσφερόταν σε κάποιον ή κάποια από τις θεότητες, δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ακριβώς.
Ο άνθρωπος του λαού, που κατά τον φιλόσοφο Ξενοφάνη, έπλασε τις θεότητες, στις οποίες απέδωσε τα δικά του προτερήματα και ελαττώματα, οδηγήθηκε στη σκέψη ότι για την απόκτηση της εύνοιας της θεότητας, αλλά και για τον εξευμενισμό της προκειμένου να επιτύχει τους στόχους του, μικρούς ή μεγάλους, έπρεπε να της προσφέρει μέρος από τα αγαθά τα προερχόμενα από την πανίδα και τη χλωρίδα, τα οποία απολάμβανε και ο ίδιος.
Έτσι καθιέρωσε τις αναίμακτες (αγαθά της χλωρίδας) και τις αιματηρές (αγαθά της πανίδας) θυσίες.
Ασφαλώς κατά την τέλεση των αιματηρών θυσιών δεν πρόσφερε όλο το θύμα, αλλά επέλεγε τα λιπαρά του μέλη, ώστε κατά την καύση η παραγόμενη κνίσα (=τσίκνα) να φτάνει μέχρι τον Όλυμπο, αλλά και στους πεδινούς χώρους, όπου εγκαταβίωναν οι θεότητες, μεγάλες ή μικρές.
Αρχαία ελληνικά κείμενα, όπως του Ομήρου, τον τραγικών, των φιλοσόφων και των ιστορικών γέμουν από θυσιαστικές ενέργειες.
Στον κύκλο των θυσιών εντάσσεται και το κουρμπάνι, το οποίο τελούσαν οι κάτοικοι της Ανατολικής Θράκης, οι οποίοι και το μετέφεραν στη μητέρα Ελλάδα μετά τον απάνθρωπο και ανελέητο ξεριζωμό τους.
Συγκεκριμένα οι πρόσφυγες Ανατολικοθρακιώτες μετέφεραν στη νέα τους πατρίδα στο Καλαμπάκι το δικό τους κουρμπάνι. Εκεί στο Κρυόνερο, ποιος ξέρει για πόσα χρόνια, θυσίαζαν την ημέρα της γιορτής του Αγίου Αθανασίου ελάφι, που τους έστελνε ο Θεός με την εντολή να μη το θυσιάσουν αμέσως, αλλά να το αφήσουν να ξεκουραστεί. Μια χρονιά όμως το ελάφι έφτασε ξώρας (= αργοπορημένα) και μη σεβόμενοι οι Κρυονερίτες την εντολή του Θεού και για να μην παρέλθει η γιορτή του Αγίου Αθανασίου το θυσίασαν. Και ο Θεός θύμωσε, κατά την παράδοση, και δεν τους ξαναέστειλε ελάφι, οπότε αναγκάστηκαν να θυσιάσουν αγελάδα.
Έτσι σήμερα στη γιορτή του Αγίου Αθανασίου προσφέρουν ως θυσία αγελάδα στο Καλαμπάκι.
Στο σημείο αυτό θεωρούμε απαραίτητο να αιτιολογήσουμε την τιμωρία, που τους επέβαλε ο Θεός να τους στερήσει το ελάφι για θυσία. Στο βάθος αυτής της παράδοσης εντάσσεται η αντίληψη ότι το προς θυσία ζώο θα πρέπει όχι μόνο προ της σφαγής του να είναι ξεκούραστο, αλλά και πρέπει να οδηγηθεί στο βωμό με τη θέλησή του.
Η αντίληψη αυτή πέρασε στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία, αλλά και στη νεοελληνική. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της γυναίκας του πρωτομάστορα στο δημοτικό τραγούδι «Της Άρτας το γεφύρι», που πρέπει με τη θέλησή της να οδηγηθεί προς θυσία για να στεριώσει το γεφύρι. Γι’ αυτό και πείθεται να αντικαταστήσει την κατάρα της με ευχή, καρπό της συναίνεσης.
Ένα δεύτερο στοιχείο που επισημαίνεται στο πιο πάνω έθιμο είναι η διανομή του ψημένου σφαγίου στους πιστούς.
Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και στην αρχαιότητα κατά τη θυσία των ζώων. Όπως γράφτηκε πιο πάνω τα λιπαρά μέρη του σφαγίου τοποθετούνταν στον πυρακτωμένο βωμό, ενώ τα υπόλοιπα τα καταναλώνανε οι θύτες και παριστάμενοι στη θυσία πιστοί.
Όσο κι αν παρέρχονται οι ενιαυτοί, ο ομφάλιος λώρος της παράδοσης ντυμένος με παραλλαγμένο ιμάτιο εξακολουθεί να διασώζει τη διαχρονικότητά του, γεγονός που επιβάλλει το σεβασμό στη ζωογόνα παράδοσή μας και τη διατήρησή της με την όποια και αν επέρχεται μεταβολή.
Τηρώντας με σεβασμό την παράδοσή μας ασφαλώς και δεν κινδυνεύουμε να χαρακτηρισθούμε ως αναχρονιστικοί, αλλά ως πιστοί τηρητές της διαχρονικότητας του μακραίωνου βίου μας με την ταυτότητά του σχεδόν ανεξίτηλη.
Αυτή ακριβώς η αντίληψη ενισχύει το θυμόσοφο λόγο του πρωτεργάτη της ελληνικής παλιγγενεσίας στρατηγού Μακρυγιάννη: «Όλα τα θηρία πολεμούν να μας φάνε, όμως μένει και μαγιά και επιβιώνουμε».
Η παράδοσή μας λοιπόν είναι η μαγιά, που μας κρατάει χιλιετηρίδες ζωντανούς στην απορρώγα απόληξη της Βαλκανικής χερσονήσου.
Τιμή σ’ όσους την κρατούν στητή κι ολόρθη στο διάβα του χρόνου με καθαρή πάντοτε ψυχή χωρίς να προσδοκούν οποιαδήποτε προσωπικά οφέλη θυσιάζοντας απλόχερα και ματαιόδοξα στο βωμό της κενής αυτοπροβολής με τη διαμόρφωση νοερού εφαλτηρίου για την επίτευξη φρυγανωδών στόχων.
Σημείωση: Αναλυτικά για το Κουρμπάνι δες στο βιβλίο μου «Συμβολή στη Λαογραφία του Κρυονέρου Ανατολικής Θράκης».

