Home > Πρώτο Θέμα > Μια ασχήμια που εκπαιδευτήκαμε να παριστάνουμε ότι δεν βλέπουμε, μια ήττα με την οποία έχουμε συμβιβαστεί Κακοτεχνίες στην Αγ. Βαρβάρα Νο 1396

Μια ασχήμια που εκπαιδευτήκαμε να παριστάνουμε ότι δεν βλέπουμε, μια ήττα με την οποία έχουμε συμβιβαστεί Κακοτεχνίες στην Αγ. Βαρβάρα Νο 1396

Κακοτεχνίες στην Αγ. Βαρβάρα Νο 1396

Μια ασχήμια που εκπαιδευτήκαμε

να παριστάνουμε ότι δεν βλέπουμε,

μια ήττα με την οποία έχουμε συμβιβαστεί

 

 

Του Θρασύβουλου Πεγγαρά

Από τις φωτογραφίες που λαμβάνουμε από φίλους και αναγνώστες, και τις οποίες δεν μπορούμε να μην αναδείξουμε, είναι και αυτές που συνοδεύουν το συγκεκριμένο άρθρο, και πυροδότησαν την συγγραφή του. Ομολογουμένως, γίνανε κάποιες καλές και αναγκαίες παρεμβάσεις στο πάρκο της Αγίας Βαρβάρας πρόσφατα, τις οποίες και είχαμε καλοδεχτεί, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κάνεις σε προηγούμενο άρθρο μας, για τη νέα, όμορφη όψη που πήραν τα γεφυράκια της περιοχής. Παρεμβάσεις καλές, αλλά λίγες. Και δε μιλάμε για κάποιο έργο φαραωνικό, ούτε κανένα υπουργείο μας φταίει, ούτε η κεντρική διοίκηση μας αγνοεί επιδεικτικά κλπ κλπ κλπ. Ένας στοιχειώδης προγραμματισμός χρειάζεται, αίσθηση του καθήκοντος και άδολη αγάπη για τον τόπο, και λίγη αισθητική.

Διάδρομοι – παγίδες, υλικά σαθρά και σάπια, περπατησιές επικίνδυνες, μονοπατάκια για να τα διασχίζει ο Ιντιάνα Τζόουνς, ή ο Τζάγκουαρ Πο από το «Apocalypto», και πάντως σίγουρα όχι, παιδιά, αλλά και μεγαλύτεροι ακόμα.

Βρισκόμαστε ήδη στην καρδιά του καλοκαιριού, με τις παρεμβάσεις που εκκρεμούν όμως στο όμορφο πάρκο μας, να μην έχουν υλοποιηθεί ακόμη. Με κάποια σημεία μάλιστα, να χρίζουν άμεσης αποκατάστασης, δεδομένου ότι η επισκεψιμότητα, όπως δυστυχώς και η επικινδυνότητα, είναι μεγάλη. Και δεν θέλουμε επ’ ουδενί λόγω, ο επισκέπτης της πόλης μας να φύγει με αυτές τις εικόνες. Ούτε βέβαια και με κάποιο κάταγμα, επειδή θέλησε να κάνει μια βόλτα και πάτησε πάνω σε σάπιο σανίδι, σε ένα από τα ομορφότερα πάρκα της Ευρώπης. Σε έναν από τους πιο σημαντικούς υδροβιότοπους της χώρας, στο κόσμημα της Δράμας. Επιπλέον, σε δυο μήνες ανοίγουν και τα σχολεία, άρα είναι χαρακτηριστικά αργά πλέον και για τα παιδιά της πόλης, που τέτοιες μέρες είναι που μπορούν να χαρούν τον πανέμορφα παραμελημένο παράδεισό μας.

Σημειωτέον, δυο δρασκελιές παραδίπλα το μάτι του επισκέπτη συναντάει το Μαρμάρινο Σπίτι, συνθέτοντας έτσι μία τόσο αντιφατική, αλλά και αντιπροσωπευτική δυστυχώς εικόνα. Από την μία η παρακμή και η στασιμότητα, ή στην καλύτερη περίπτωση, η μετριότητα, που συναντάς με το που βγαίνεις το πρωί από το σπίτι. Πεζοδρόμια αυστηρώς ακατάλληλα για πεζούς, οδικό δίκτυο άθλιο, κλειστά μαγαζιά, στοιχειωμένες βιτρίνες, οικονομικός μαρασμός, κι ένα στρες διάχυτο στην ατμόσφαιρα της πόλης. Μια ασχήμια που εκπαιδευτήκαμε από τα μικράτα μας να παριστάνουμε ότι δεν βλέπουμε, ή ακόμη χειρότερα, μια εγκατάλειψη την οποία έχουμε συνηθίσει, μία ήττα με την οποία έχουμε συμβιβαστεί. Μία συνθήκη στην οποία θαρρείς ότι έχουμε κολλήσει και δεν μπορούμε να ξεφύγουμε με τίποτα, τα τελευταία αρκετά χρόνια. Κι απ’ την άλλη το Μαρμάρινο Σπίτι, το Σαντιρβάν Τζαμί, 5-6 άλλα έργα, 2-3 σημαντικοί θεσμοί, στέκουν σιωπηλά, και απελπιστικά μόνα, για να μας θυμίζουν τις προοπτικές που είχαμε, και οι οποίες έχουνε πια κακοφορμίσει.

Αν τώρα, δούμε την πόλη μας μέσα από το πρίσμα μιας ψυχολογικής προσέγγισης που ονομάζεται «Θεωρία των οικογενειακών συστημάτων», θα καταλάβουμε πολλά. Κατά αυτήν, μια πόλη λειτούργει ως μια διευρυμένη οικογένεια. Όταν η ηγεσία της (δηλαδή οι γονείς) στερείται επάρκειας, ικανότητας, γνησιότητας, ο κοινωνικός ιστός (δηλαδή τα παιδιά) αποδιοργανώνεται, συνθήκη που θρέφει και ευνοεί τον αριβισμό, τα διαρκή συστημικά σκάνδαλα, και την, προσέξτε, έξαρση της κοινωνικής βίας (ως αρνητική συμπεριφορά των παιδιών).

Και η παράνοια συνεχίζεται. Έρχεται το απόγευμα. Έχεις τελειώσει από τη δουλειά σου, έχεις βγάλει ένα, από λίγο έως πολύ, απαιτητικό πρόγραμμα, και πλέον έχεις λίγο χρόνο να χαλαρώσεις, να σκεφτείς, να βρεθείς με φίλους. Συζητάς για το τι φταίει, αναζητάς τα αίτια, αναλογίζεσαι τι θα γινόταν εάν… Τους δικάζεις όλους, καταδίκη γι’ αυτούς, πανηγυρική αθώωση για τον εαυτό σου. Ώσπου βραδιάζει. Κάθεσαι στο μπαλκόνι, πετάς το τελευταίο τσιγάρο απ’ τον τρίτο όροφο στο δρόμο, και πας για ύπνο ανακουφισμένος πια, ότι κυβερνάσαι από αυτούς που σου αξίζουν.