Home > νέα > «Νίκος Κωνσταντινίδης: Κυβέλεια – Ιτζεδίν… Οδοιπορικό μνήμης» Ένα ακόμα βιβλίο για τον ποιητή της Δράμας

«Νίκος Κωνσταντινίδης: Κυβέλεια – Ιτζεδίν… Οδοιπορικό μνήμης» Ένα ακόμα βιβλίο για τον ποιητή της Δράμας

Ένα ακόμα βιβλίο για τον ποιητή της Δράμας

«Νίκος Κωνσταντινίδης:

Κυβέλεια – Ιτζεδίν… Οδοιπορικό μνήμης»

 

► Η επιμέλεια ανήκει στην Χριστίνα Παπαντωνοπούλου και τον Αναστάσιο Μπόρα

► Από το Κέντρο Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Γρανάδας

 

 

Του Θανάση Πολυμένη

ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ του 2025, κυκλοφόρησαν οι δύο τόμοι των «Απάντων» του Δραμινού ποιητή και συγγραφέα Νίκου Κωνσταντινίδη, που είχε φύγει από κοντά μας τον Απρίλιο του 2017.

Στο πλαίσιο της ανάδειξης του έργου του, το Κέντρο Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Γρανάδας με διευθυντή τον Δραμινό καθηγητή Μόσχο Μορφακίδη-Φυλακτό, είχε προχωρήσει αρχικά σε μια έκδοση ορισμένων ποιημάτων του στην ισπανική γλώσσα, ενώ το 2025 εξέδωσε δύο τόμους με τον κεντρικό τίτλο «ΑΠΑΝΤΑ».

Λίγο αργότερα, εκδόθηκε και το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζουμε: «Κυβέλεια – Ιτζεδίν… Οδοιπορικό μνήμης…»

Πρόκειται για μια έκδοση στην οποία περιλαμβάνονται ουσιαστικά αυτοβιογραφικά κείμενα κατά την περίοδο των νεότερων χρόνων της ζωής του. Το βιβλίο έχουν επιμεληθεί μετά από μια αρκετά δύσκολη εργασία, η ανιψιά και κληρονόμος του Χριστίνα Παπαντωνοπούλου και ο ανιψιός του Αναστάσιος Μπόρας.

Ο Νίκος Κωνσταντινίδης ήταν τακτικός συνεργάτης του «Π.Τ.» και δημοσίευε διάφορα κείμενα είτε με την υπογραφή «Ρ» που συχνά χρησιμοποιούσε και άλλοτε με το ονοματεπώνυμό του.

Στον παρόντα τόμο, περιλαμβάνονται ποιήματα του Νίκου Κωνσταντινίδη, τα περισσότερα εκ των οποίων δημοσιεύονται για πρώτη φορά και που εντάσσονται στην χρονική περίοδο 1943 – 1952. Κάποια άλλα είναι δημοσιευμένα σε «Οπτικές Γωνίες», κυρίως αυτοεκδόσεις, συνολικά 57 που εξέδιδε κατά διαστήματα.

Όπως αναφέρεται στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου, [η καταγραφή της ζωής και του βίου του Νίκου Κωνσταντινίδη που επιχειρούμε είναι για εμάς η εκπλήρωση ενός χρέους σ’ έναν άνθρωπο που όσο ζούσε δεν μίλησε σχεδόν ποτέ για το παρελθόν του. Γνωρίζαμε ότι είχε καταδικασθεί νέος σε πολυετή κάθειρξη για την συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση. Η αδελφή του Μαγδαληνή γνώριζε τα πάντα, αλλά δεν μιλούσε. Έλεγε μόνο «έχει περάσει πολλά». Αυτό σε συνδυασμό με την ιδιόμορφη συμπεριφορά του και την μόνιμη παραίνεση «να προσέχετε, γιατί οι καιροί έχουν γυρίσματα» μας κέντριζε την περιέργεια.

Πιέστηκε με πολύ διακριτικό τρόπο τα τελευταία χρόνια να μας αφήσει έστω και λίγες, άγνωστες σε εμάς μαρτυρίες από την ζωή του, δυο λόγια για το έργο του που παρέμενε κλεισμένο σε χαρτόκουτα και διασκορπισμένο. Δεν ήταν καθόλου εύκολο. Ο Νίκος Κωνσταντινίδης άνοιγε τον κόσμο του όταν ήθελε για όσο χρόνο ήθελε και σε όσους ήθελε. Όποιος προσπαθούσε να εισβάλει σ’ αυτόν βίαια, τον απέρριπτε πολλές φορές για πάντα.]

Όπως αναφέρεται στο προλογικό σημείωμα της Χριστίνας Παπαντωνοπούλου και του Αναστάσιου Μπόρα, [Στους Σιταγρούς ο Νίκος Κωνσταντινίδης διατηρούσε αγροικία η οποία ήταν και το ησυχαστήριό του. Από το 1999 που συνταξιοδοτήθηκε περνούσε τις μέρες του εκεί ανάμεσα σε διάβασμα, γράψιμο, λίγη κιθάρα και πολύωρη απασχόληση με τον μπαξέ του. Περίπου τότε ένα βράδυ σε στιγμές ίσως αδυναμίας μας περιέγραψε τις τελευταίες εκτελέσεις στις φυλακές του Ιτζεδίν. Ήταν η πρώτη φορά και η τελευταία που μας μίλησε, έστω και λίγο, για το παρελθόν του. Τον πιέσαμε να έρθει σε επαφή με τον αδελφό του ενός εκτελεσμένου και συγκρατούμενό του που ζούσε ακόμη στην Νεμέα και βρήκαμε μέσω φίλων. Δεν δέχτηκε.]

Κυβέλεια και Ιτζεδίν

Τι σηματοδοτούν όμως τα ονόματα «Κυβέλεια» και «Ιτζεδίν» που αποτελούν και τον τίτλο του βιβλίου; Η «Κυβέλεια», ήταν ένας κινηματογράφος στη Θεσσαλονίκη, «στην προέκταση της Λεωφόρου Στρατού προς το τέρμα του τραμ της επάνω γραμμής, όπως έλεγαν τότε», όπου μια παρέα «η παρέα των Κυβελείων» όπως την ονομάζει ο ίδιος σε κάποια από τα σημειώματά του, μαζεύονταν έξω τον κινηματογράφο. Ήταν ένα είδος στέκι, την εποχή της Κατοχής: [Είμαστε στο έτος 1943, κατοχή. Μαζευόμασταν το βράδυ έξω από τον κινηματογράφο «Κυβέλεια» της Θεσσαλονίκης, γωνία Κωνσταντινουπόλεως και Αθανασίου Διάκου. Άλλοτε δεκαπέντε και άλλοτε είκοσι παιδιά κι έφηβοι. Βούιζε ο τόπος σαν να γινόταν πανηγύρι.]

Στις 5 Σεπτεμβρίου 1947, συλλαμβάνεται από τη χωροφυλακή της Δράμας κρατείται στις φυλακές Δράμας: [Η φρίκη δεν είναι λέξη που μπορεί να περιγράψει τις συνθήκες κράτησης.] Περνάει από στρατοδικείο το 1948 και μετά από απίστευτη διαδρομή μέσω των φυλακών ανηλίκων Κηφισιάς, καταλήγει στις φυλακές του κάστρου Ιτζεδίν στα Χανιά, όπου παραμένει κρατούμενος από το 1949 έως το 1952.

Όταν απολύεται από τις φυλακές Ιτζεδίν, επιστρέφει στη Δράμα και γράφει γι’ αυτό: [Άλλοι καιροί καλλίτεροι αν και δεν έλειψαν στην αρχή τραμπουκισμοί και τρομοκρατία από λίγους συντοπίτες μου χωρίς συνέχεια.] (σ.σ. Μας προκαλεί έκπληξη το γεγονός; Ίσως δεν θα έπρεπε).

Στη συνέχεια φοιτά στο Γυμνάσιο στη Δράμα και γράφει γι’ αυτό: [Στο Γυμνάσιο Αρρένων της Δράμας και στην έκτη τάξη του οκταταξίου (δηλαδή στη Δ’ Γυμνασίου) άρχισα να φοιτώ από τον Σεπτέμβριο του 1952. Έχασα αρκετό χρόνο σε διάφορες περιπλανήσεις και φυγές, πέντε ολόκληρα χρόνια, οπότε αποφάσισα να πάω στο σχολείο. Γυμνασιάρχης ήταν τότε ο φιλόλογος Δημήτριος Τοπάλης. Κατά παράδοξο τρόπο ο άνθρωπος εκείνος με άρτια παιδαγωγική και διοικητική ικανότητα με κάλυψε με την διακριτική προστασία του. Ήμουν τότε εικοσιπέντε χρόνων. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος στα Εκπαιδευτήρια και πρωτοψάλτης στον μητροπολιτικό ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου. Ίσως η σχέση αυτή (ιδιότητα εκπαιδευτικού), ίσως άλλος λόγος μαζί με αυτόν να συνετέλεσαν, ώστε ο αείμνηστος γυμνασιάρχης να με καλύψει με την προστασία του. Παρατήρησα ότι και οι άλλοι καθηγητές μου έδειξαν μια ανάλογη συμπεριφορά, που φανέρωνε παιδαγωγική ευαισθησία και γνώση για τα πράγματα του κόσμου και τα προβλήματά του.]

Τον Σεπτέμβριο του 1955 δίνει εισαγωγικές εξετάσεις και περνάει στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ.

Η αρχή μέχρι τον ξεριζωμό

Ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία για την απαρχή της οικογένειας δίνουν τα ανίψια του Χρ. Παπαντωνοπούλου και Αν. Μπόρα, για το πώς από το Παντείχι έφτασαν μέχρι τη Δράμα μέσα από τον μεγάλο ξεριζωμό, αναφέροντας τα εξής:

[Η αρχή έγινε στο Παντείχι της Ανατολικής Κωνσταντινούπολης όταν ο Αθανάσιος Κωνσταντινίδης (σ.σ. ο πατέρας του Ν.Κ.) από την Ανδριανούπολη υπηρετούσε στον Τούρκικο Στρατό. Απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής από φτωχική οικογένεια γνώρισε τον Νικόλα Μεράβογλου, εύπορο του τόπου όπου διατηρούσε χάνι, μύλους και ταβέρνες. Ταυτόχρονα ήρθε σε επαφή και με την κόρη του Δέσποινα. Ταίριαξαν, παντρεύτηκαν και έκαναν δύο παιδιά την Μαγδαληνή και τον Κώστα. Ήσυχα χρόνια, αλλά για λίγο.

Ο Μεγάλος ξεριζωμός δεν άργησε.

Το 1923 το πλοίο τους κατεβάζει στα Μέθανα της Πελοποννήσου. Φτώχεια και δυστυχία και για τους ντόπιους πόσο μάλλον για τους πρόσφυγες. Ότι πρόλαβαν να πάρουν μαζί τους το ξόδεψαν ακόμη και για ένα κουβά πηγαδίσιο νερό. Ο παππούς άνεργος και η πανέξυπνη γιαγιά, αφού ήταν εύκολο για αυτήν, μάθαινε τα κουτσομπολιά και κοιτώντας ένα φλυτζάνι καφέ τα επαναλάμβανε.

Έτσι συντήρησε την οικογένειά της για λίγο χρονικό διάστημα. Μέχρι τον θάνατό της θεωρούσε αυτήν την συμπεριφορά της σαν την μεγαλύτερη αμαρτία της ζωής της. Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ την δύσκολη –άβολη– θέση στην οποία βρέθηκε όταν αναγκάστηκε χάνοντας ένα στοίχημα να μας περιγράψει αυτή την δραστηριότητά της.

Το 1925 αποφάσισαν να μετακομίσουν στην Δράμα. Είχαν έρθει εν τω μεταξύ στην Ξάνθη οι αδελφές του παππού και στην Δράμα ο αδελφός και οι γονείς της γιαγιάς. Έμειναν στο φτωχικό σπιτάκι της Περίθαλψης. Ο παππούς βρήκε δουλειά σαν δάσκαλος στην δημοτική εκπαίδευση αλλά και σαν ιεροψάλτης, αφού ήταν αριστούχος Βυζαντινής Μουσικής. Εκεί γεννήθηκε το τρίτο τους παιδί, ο Παναγιώτης.

Ο τύφος όμως θέριζε! Αρρώστησε η γιαγιά και το μικρό παιδί της. Μετά από μήνες όταν η γιαγιά ανάρρωσε διαπίστωσε ότι ο γιος της Παναγιώτης είχε πεθάνει.

Το 1928 γεννήθηκε ο Νίκος Κωνσταντινίδης και αργότερα το 1932 γεννήθηκε ο μικρότερος γιος της οικογένειας στον οποίο έδωσαν το όνομα επίσης Παναγιώτης. Φτώχεια αλλά και αξιοπρέπεια. Σε εκείνο το σπιτάκι της Περίθαλψης ο Αθανάσιος Κωνσταντινίδης μύησε τα παιδιά του στην μουσική. Τραγουδούσαν όλα και έπαιζαν τουλάχιστον μαντολίνο. Η Φλαμουριά μπροστά στην πόρτα τους επί της Καποδιστρίου ήταν το στέκι τους. Άριστοι μαθητές και βαθιά ποτισμένοι με δημοκρατικά ιδεώδη και αξιοπρέπεια.

Το 1940 τα τύμπανα του πολέμου ήχησαν και στη Δράμα. Αν η γερμανική εισβολή προκαλούσε φόβο η επικείμενη εισβολή των Βουλγάρων θα ήταν εφιαλτική, κυρίως για τους δασκάλους .

Καινούργιος ξεριζωμός….]

Μνήμη…

Ο Νίκος Κωνσταντινίδης, είναι ένας από τους πλέον σημαντικούς ποιητές της Δράμας. Έζησε σ’ αυτήν και έγραψε γι’ αυτήν. Και σίγουρα του αξίζουν ιδιαίτερες τιμές και αναγνώριση. Από το συγκεκριμένο βιβλίο και ως κλείσιμο αυτής της ελάχιστης παρουσίασης του βιβλίου «Κυβέλεια – Ιτζεδίν… Οδοιπορικό μνήμης», επιλέγουμε το ποίημα «Μνήμη»:

[Μνήμη

Το νότισμα της μέρας τούτης / είναι μνήμη, είναι ανάπλαση μορφών. / Τέτοιες ώρες σμίγαμε τα χρόνια εκείνα. / Καταύγαζε τον χώρο των προθέσεων η ευγένεια. / Προσμονές κι επιθυμίες ήταν των άλλων η μοίρα. / Στου κόσμου το ρέμα η μικρή δύναμη σας / άπλωνε χέρι να δώσει σ’ αυτό μιάν άλλη ροπή. / Είναι της ποίησης η μέρα τούτη / καθώς στη γειτονιά, που ορθοί σταθήκαμε, βρέχει.]