Ο αθέμιτος ανταγωνισμός που «σβήνει»
τα βιβλιοπωλεία της Δράμας
Ο «Π.Τ.» μίλησε με την κα. Ευρυδίκη Ευθυβούλη, ιδιοκτήτρια βιβλιοπωλείου και εκπρόσωπο των βιβλιοπωλών της Δράμας
Ο κόσμος του βιβλίου και των εκδόσεων στην Ελλάδα βρίσκεται αναμφίβολα σε ένα ιστορικό μεταίχμιο. Η παραδοσιακή αλυσίδα παραγωγής, διακίνησης και ανάγνωσης μεταβάλλεται ραγδαία, αφήνοντας πίσω της νικητές και ηττημένους. Στη δίνη αυτής της μετάβασης, τα φυσικά βιβλιοπωλεία, ιδιαίτερα στην ελληνική περιφέρεια και σε πόλεις όπως η Δράμα, δίνουν έναν καθημερινό, άνισο αγώνα επιβίωσης απέναντι στην ψηφιακή κυριαρχία και τις νέες πρακτικές της αγοράς.
Η σταδιακή συρρίκνωση των παραδοσιακών βιβλιοπωλείων δεν είναι απλώς μια οικονομική απώλεια, είναι μια βαθιά πολιτισμική οπισθοδρόμηση για τις τοπικές κοινωνίες, οι οποίες χάνουν τα φυσικά τους καταφύγια σκέψης και διαλόγου.
Μιλώντας στον «Πρωινό Τύπο», η εκπρόσωπος του Συλλόγου Βιβλιοπωλών Δράμας, κα. Ευθυβούλη, περιγράφει με μελανά χρώματα την πραγματικότητα που αντιμετωπίζει ο κλάδος. Στο επίκεντρο του προβληματισμού βρίσκεται η αλλαγή του ρόλου των μεγάλων εκδοτικών οίκων, οι οποίοι πλέον δεν περιορίζονται στην παραγωγή, αλλά εισβάλλουν επιθετικά στη λιανική πώληση.
«Ουσιαστικά, οι εκδοτικοί οίκοι έχουν μετατραπεί σε ηλεκτρονικά καταστήματα (e-shops) λιανικής πώλησης μέσω διαδικτύου. Αυτή η πρακτική έχει ζημιώσει σε τεράστιο βαθμό τα φυσικά βιβλιοπωλεία», επισημαίνει η κα. Ευθυβούλη.
Η ίδια κάνει λόγο για συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού που ναρκοθετούν τη βιωσιμότητα των τοπικών επιχειρήσεων: «Προσπαθούμε με νύχια και με δόντια να ανταπεξέλθουμε, όμως ο προβληματισμός μας είναι έντονος. Το παράδοξο και ταυτόχρονα θλιβερό είναι ότι και αυτοί και εμείς απευθυνόμαστε, στην ουσία, στο ίδιο ακριβώς κοινό».
Με τις απευθείας πωλήσεις από τους εκδότες προς τον τελικό καταναλωτή, ο παραδοσιακός βιβλιοπώλης παρακάμπτεται, χάνοντας το περιθώριο κέρδους που του επιτρέπει να κρατά την πόρτα του ανοιχτή.
Έναντι της απρόσωπης, αλγοριθμικής εμπειρίας ενός e-shop, η κα. Ευθυβούλη αντιπαραθέτει την ανεκτίμητη αξία της ανθρώπινης επαφής που προσφέρουν τα βιβλιοπωλεία της Δράμας. «Στα βιβλιοπωλεία της πόλης μας, ο αναγνώστης δεν θα βρει απλώς τους τίτλους που τον ενδιαφέρουν. Θα βρει ανθρώπους με γνώση και μεράκι για να συζητήσει, να ανταλλάξει απόψεις, να δεχτεί προτάσεις. Αυτή η προσωπική σχέση και η αίσθηση της κοινότητας είναι κάτι που καμία οθόνη δεν μπορεί να υποκαταστήσει», τονίζει με έμφαση.
Το ρεπορτάζ φέρνει στο φως ακόμα μια ανησυχητική τάση που επικρατεί εσχάτως στον εκδοτικό χώρο. Πολλοί εκδοτικοί οίκοι έχουν στραφεί σε ένα μοντέλο «διεκπεραιωτικής» έκδοσης. Αναλαμβάνουν αποκλειστικά την εκτύπωση ενός πονήματος, δανείζουν το λογότυπό τους για λόγους prestige, αλλά αρνούνται να εντάξουν το βιβλίο στο δίκτυο διανομής τους.
Το αποτέλεσμα; Το βιβλίο δεν φτάνει ποτέ στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Οι συγγραφείς καλούνται να επωμιστούν οι ίδιοι το εξαιρετικά δύσκολο έργο της προώθησης, της αποθήκευσης και της εμπορικής διάθεσης του έργου τους. Χωρίς κεντρική διανομή, αξιόλογα έργα μένουν στην αφάνεια, στερώντας από τα βιβλιοπωλεία νέο, ποιοτικό υλικό και από τους αναγνώστες τη δυνατότητα να τα ανακαλύψουν.
Η συζήτηση για το μέλλον του βιβλίου στη Δράμα και την υπόλοιπη περιφέρεια δεν αφορά μόνο τους επαγγελματίες του κλάδου. Αφορά την ίδια την ταυτότητα των πόλεών μας. Αν επιτρέψουμε στα φυσικά βιβλιοπωλεία να σβήσουν, θα έχουμε επιτρέψει τον πνευματικό ακρωτηριασμό της επαρχίας.
Η στήριξη της τοπικής αγοράς βιβλίου δεν είναι πλέον απλώς μια καταναλωτική επιλογή, αλλά μια πράξη πολιτιστικής αντίστασης.
Θανάσης Πολυμένης

