Ο Δημήτρης Πασχαλίδης μιλάει στον «Π.Τ.»
«Είμαι λίγος για την τιμή που
μου έγινε» για την προσωνυμία
στο Δημοτικό Σχ. Χωριστής
Η κρυψώνα στο πατάρι, το ποδήλατο και ο ξυλοδαρμός του πατέρα του από τους Βουλγάρους
Η προφητική κουβέντα του Βούλγαρου δασκάλου ότι αγαπούσε τα παιδιά και θα γινόταν δάσκαλος
Του Θανάση Πολυμένη
ΓΙΑ ΤΗΝ εκδήλωση προσωνυμίας του Δημοτικού Σχολείου Χωριστής με το όνομα του Δραμινού εκπαιδευτικού και ιστορικού ερευνητή Δημήτρη Πασχαλίδη, ο «Π.Τ.» δημοσιεύει ήδη σχετικό ρεπορτάζ σε άλλη σελίδα της εφημερίδας.
Μετά από την εκδήλωση, ο «Π.Τ.» μίλησε με τον κ. Πασχαλίδη, μιας και για πολλά χρόνια υπήρξε και συνεργάτης της εφημερίδας με πλήθος άρθρων, ενώ όπως μας είπε, έχει ακόμα την ταυτότητα ως συνεργάτη του «Π.Τ.».
Με δήλωσή του πάντως στα τοπικά μέσα ενημέρωσης πριν από την εκδήλωση, τόνισε ότι «είναι μια τιμή που δεν τη δικαιούμαι. Νομίζω ότι είμαι λίγος για όλα αυτή την κατάσταση. Ωστόσο, είμαι πλέον υπερήφανος και πολύ χαρούμενος».
Ερωτώμενος αρχικά για το πώς αισθάνθηκε όταν έμαθε για πρώτη φορά την προσπάθεια του σχολείου να δοθεί το όνομά του, είπε: «Το έμαθα τηλεφωνικά, αφού πρώτα δημοσιεύθηκε στον Πρωινό Τύπο, από έναν συνάδελφό μου, τον Νίκο Γεωργιάδη του Γεωργίου». Και όπως μάλιστα λέει χαρακτηριστικά, «μου ήρθε κεραυνός, γιατί πολύ πιο μπροστά έγινε μια κρούση και είπα ότι δε θέλω. Αν θέλετε κάτι, εν πάση περιπτώσει, μετά θάνατον κάντε ό,τι θέλετε. Τώρα με τις δύσκολες καταστάσεις δεν θέλω. Ωστόσο, έμεινε αυτή η κατάσταση, αλλά ο Δημήτριος ο Καζάκης, ο φίλτατος αυτός και πολύ-πολύ εργατικός άνθρωπος έκανε αυτά που έκανε».
Επανέλαβε επίσης στον «Π.Τ.», ότι «αισθάνθηκα χαρούμενος και μάλλον λίγος, γι’ αυτή την τιμή που μου έγινε. Ήταν για μένα μεγάλο βάρος, που δεν το σήκωνα εύκολα».
Η Βουλγαρική Κατοχή και το σχολείο
Κατά τη σύντομη ομιλία του στη διάρκεια της εκδήλωσης, αναφέρθηκε στο ζήτημα της έρευνάς του όλα αυτά τα χρόνια, στα βιβλία του και πόσο σημαντικά είναι για την ιστορία της Χωριστής και της περιοχής της Δράμας.
Κατά τη συνομιλία μας, ο κ. Πασχαλίδης είχε την καλή διάθεση να μας εκμυστηρευτεί μια ιστορία από τα παιδικά του χρόνια, όταν ήταν έξι ετών κατά τη διάρκεια της Βουλγαρικής Κατοχής στη Χωριστή.
Όπως μας λέει, «είχα την τύχη, κι αυτό είναι ευτύχημα, ότι γεννήθηκα το 1936. Και επομένως έζησα τα γεγονότα του ’40. Σαν τώρα τα θυμάμαι. Το σπίτι μας ήταν στην κεντρική αγορά, που λεγόταν τότε Λάκκος και ήταν ρέμα όπως ξέρουμε και περνούσε το νερό πολλές φορές και έμπαινε στα σπίτια. Και τότε δεν είχε ούτε αποζημιώσεις, ούτε τίποτα. Το σπίτι μας ήταν και είναι ακόμη απέναντι ακριβώς από το Αναγνωστήριο. Και έζησα πολλές φορές το θέμα της πλημμύρας».
Αναφερόμενος στα πρώτα μαθητικά χρόνια, λέει: «Σαν μαθητής ακόμα, είχα μια εμπειρία που πρέπει να την πω. Όταν ήρθαν οι Βούλγαροι το 1941, τον Μάιο, υποχρεωτικά δέσμευσαν κάποια δωμάτια σπιτιών. Και στο δικό μας σπίτι ήρθαν δύο. Ο ένας ήταν αξιωματικός και ο άλλος δόκιμος που έμειναν στο σπίτι μας πλέον. Κάθε μέρα έφερναν φαγητό και για το Δημήτρη, για μένα δηλαδή, που με έλεγαν Ντιμίτρι ή Δημητρόφ, ή Τρούσκα. Όντας μικρός τότε, άρχισα να μιλώ τη γλώσσα τους και έμαθα (σ.σ. τα βουλγάρικα) μέσα σε έξι μήνες».
Αναφερόμενος στην εξέγερση που έγινε στη συνέχεια, λέει: «Όταν έγινε η εξέγερση, τότε έφυγε ο πατέρας μου. Κι αυτός και πολύς κόσμος, χωρίς όπλα, χωρίς τίποτα, στο βουνό. Και όταν γύρισε, ήταν ολόκληρη περιπέτεια».
Όπως μας λέει, «τον Σεπτέμβριο του 1941, τα σχολεία άνοιξαν. Το 1942 οι Βούλγαροι έστειλαν δασκάλους για να λειτουργήσουν, υποχρεωτικά για όσους ήταν το 1942, έξι ετών. Εγώ ήμουν τότε έξι ετών. Και έπρεπε να πάω υποχρεωτικά στο βουλγάρικο σχολείο. Και μαζεύτηκαν κάπου 100 παιδιά τότε. Και εκεί λοιπόν έκανα το διερμηνέα – αν το πιστεύεις. Έλεγε ο δάσκαλος «έλα εδώ Μίτκο» όπως με έλεγε: «Πες τι είπα» και εγώ τα έλεγα. Θυμάμαι τότε ότι, μου είπε: “Εσύ αγαπάς τα παιδιά και θα γίνει δάσκαλος”. Αυτό το πήρα μέσα μου και έλεγα “αφού το λέει, θα γίνεις”. Και έτσι λοιπόν προχώρησα στο σχολείο, πρώτος και αξιώθηκα να γίνω δάσκαλος».
Το απαγορευμένο ποδήλατο
Εκείνα τα χρόνια, μας λέει ο κ. Πασχαλίδης, ο πατέρας του είχε ένα ποδήλατο για το οποίο μάλιστα έφαγε και πολύ ξύλο από την αστυνομία. «Ο πατέρας μου είχε αγοράσει το ’40 ένα ποδήλατο. Όταν έγινε το κίνημα, το ποδήλατο αυτό έπρεπε, σύμφωνα με τη διαταγή που βγάλαν οι Βούλγαροι, να το παραδώσει στην αστυνομία.
Τότε ο πατέρας μου το διέλυσε σε τρία μέρη, σε δύο ρόδες και τον σκελετό. Και το ανέβασε στο πατάρι. Όταν εγώ μια μέρα ανέβηκα με μια σκάλα που είχαμε, το είδα και κατέβασα τη μία ρόδα. Ο πατέρας μου και η μάνα μου ήταν στο χωράφι. Στο σπίτι ήταν η γιαγιά. Ήμουν τότε ακόμη μοναχογιός. Η αδερφή μου γεννήθηκε αργότερα το ΄45.
Λοιπόν το κατεβάζω και βγαίνω εγώ έξω με τη ρόδα να την κατρακυλώ. Τότε, ένας αστυνόμος που ήξερε καλά ελληνικά αλλά κι εγώ ήξερα βουλγάρικα με ρώτησε “τι είναι αυτό”. Του είπα ποδήλατο. Είναι η ρόδα. Έχουμε όμως, του λέω, κι άλλο. Μου λέει, “που το έχετε”, του λέω στο πατάρι. Μου λέει “πάμε να το δούμε”. Πάμε λοιπόν σπίτι και λέω στη γιαγιά: “Γιαγιά, ο Μαρίνος” —έτσι τον λέγανε— “έρχεται να δει το ποδήλατο”. “Ποιο ποδήλατο;” λέει. “Δεν έχουμε ποδήλατο”. “Άκου”, λέει εκείνος, “από μωρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Για να μην σ’ αρχίσω”, λέει, “σε κανένα χαστούκι, φέρ’ το που είναι”. Ε, είπε και η γιαγιά: “Στο ταβάνι”. Το κατεβάζει, άρχισε να το συνδέει αμέσως. Εγώ ήμουν μέσα στη χαρά, ότι θα το πάρω πλέον και θα κάνω βόλτες όπως έκανα πριν γίνει η βουλγαρική κατοχή.
Όμως, τελικά το τακτοποίησε, το ανεβαίνει και φεύγει και λέει στη γιαγιά, “όταν θα έρθει ο γιος σας, να τον στείλετε στην αστυνομία”. Ήρθε, λοιπόν, ο μπαμπάς μου, είπε τι είπε, κατάλαβε. “Τώρα”, λέει, “θα φάω και ξύλο”. Πήγε, όντως τον κάνανε μαύρο στο ξύλο. Και, φυσικά, ήρθε χωρίς ποδήλατο. Εγώ άρχισα να κλαίω: “Το ποδήλατο θέλω, το ποδήλατο θέλω”. Και όταν περνούσε αυτός με το ποδήλατο, έτρεχα κι εγώ από πίσω και του έλεγα: “Φέρε το ποδήλατο”. Οπότε, για μια στιγμή κατεβαίνει μια φορά, μου δίνει δυο χαστούκια και ξανά: “Μην τυχόν πας για το ποδήλατο. Το ποδήλατο είναι της αστυνομίας”».
Ο εγκλεισμός στο πατάρι
Ενδιαφέρον έχει και η ιστορία πώς γλύτωσε ο πατέρας του μετά την εξέγερση:
«Όταν τέλειωσε η υπόθεση της εξέγερσης και ύστερα κατέβηκε ο πατέρας μου με ένα φίλο του στη Χωριστή βράδυ. Εκείνο το βράδυ είχε πανσέληνο. Χτύπησε το παράθυρο με πετραδάκια. Άκουσα σε κάποια στιγμή, του άνοιξα και ήταν μαζί με τον φίλο του και πήγαν αμέσως να μείνουν επάνω στο πατάρι. Και έμειναν ένα μήνα εκεί. Και μάλιστα και μένα, για ένα μήνα δεν μ’ άφηναν τα βγω έξω, επειδή φοβόταν όπως είπα ήδη για το ποδήλατο, ότι θα έλεγα και για τον πατέρα μου».


