Ο ρόλος του Συμπαραστάτη ως γέφυρα μεταξύ δημότη και υπηρεσιών
Ο Συμπαραστάτης του Δημότη
είναι ο σύμμαχος του πολίτη
απέναντι στην κακοδιοίκηση
Ο Συμπαραστάτης του Δημότη του Δήμου Δράμας κ. Ράδος μιλάει στον «Π.Τ.»
Του Θανάση Πολυμένη
ΓΙΑ ΤΡΙΤΗ συνεχόμενη δημοτική θητεία, λειτουργεί στο Δήμο Δράμας το γραφείο του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης. Πρόκειται για ένα σημαντικό θεσμό, ο οποίος επί της ουσίας είναι ο διαμεσολαβητής μεταξύ των δημοτών και των υπηρεσιών του Δήμου.
Αποσκοπεί στον έγκαιρο εντοπισμό και την αποτελεσματική αντιμετώπιση φαινομένων κακοδιοίκησης, διαφθοράς ή κατάχρησης εξουσίας, στη διασφάλιση της αμεροληψίας των δημοτικών ή των περιφερειακών αρχών και στην αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών των Δήμων και των Περιφερειών.
Προκειμένου να δούμε πού βρίσκεται σήμερα η συγκεκριμένα υπηρεσία, ο «Π.Τ.» μίλησε με τον κ. Αλέξανδρο Ράδο, ο οποίος έχει εκλεγεί από το Δημοτικό Συμβούλιο Δράμας και εκτελεί χρέη Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης στο Δήμο Δράμας.
Όχι σε όλους τους Δήμους
Αυτό που αρχικά επισημαίνει στον «Π.Τ.» ο κ. Ράδος, είναι ότι ο θεσμός του Συμπαραστάτη, δεν εφαρμόζεται σε όλους τους Δήμους. «Στη Δράμα είναι η τρίτη θητεία» μας λέει και συμπληρώνει: «Ο θεσμός αυτός αποτελεί ουσιαστικά έναν θεσμό διαμεσολάβησης μεταξύ του δημότη και των υπηρεσιών του Δήμου. Στην προσπάθειά μας αυτή, δεχόμαστε ενυπόγραφες καταγγελίες από τους δημότες, οι οποίοι εκθέτουν το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν με τις υπηρεσίες του Δήμου. Στη συνέχεια, εξετάζεται η βασιμότητα αρχικά αυτής της καταγγελίας —γιατί μπορεί κάποιες να μην είναι βάσιμες, οπότε να τεθούν στο αρχείο. Στην περίπτωση που η καταγγελία ή η αναφορά θεωρηθεί βάσιμη, τότε εξετάζεται και ασκείται η διαμεσολάβηση. Η διαμεσολάβηση μπορεί να είναι είτε προφορική, είτε γραπτή, πάντα σύμφωνα με αυτά που προβλέπει ο νόμος».
Επισημαίνει επίσης, ότι, Συμπαραστάτη του Δημότη μπορούν να εκλέξουν Δήμοι με πληθυσμό άνω των 20.000 κατοίκων, όπως και όλοι οι νησιωτικοί Δήμοι. «Οι υπόχρεοι σήμερα δήμοι για να έχουν συμπαραστάτη του δημότη είναι 212 σε όλη τη χώρα. Από αυτούς, οι 57 έχουν συμπαραστάτη. Είτε γιατί δεν κατάφεραν κάποιοι Δήμοι να εκλέξουν συμπαραστάτη, είτε γιατί οι δημοτικές αρχές δεν θέλησαν να αξιοποιήσουν αυτόν τον θεσμό. Στον νομό Δράμας μόνο ο Δήμος Δράμας διαθέτει συμπαραστάτη».
Το πρόβλημα του χώρου
Στην ερώτηση για το πλήθος των δημοτών που ζητούν τη βοήθεια από τον Συμπαραστάτη, ο κ. Ράδος τονίζει ότι στις αρχές της ανάληψης των καθηκόντων του και όσο το γραφείο ήταν στο δημαρχείο, «ο κόσμος άρχισε να επισκέπτεται το γραφείο, να εκθέτει τα προβλήματα και να προσπαθεί να μου εξηγήσει τι αντιμετωπίζει ο καθένας, προκειμένου να δοθεί και λύση σε κάποια από αυτά. Στην πορεία όμως, μετά και την αλλαγή του χώρου (σ.σ. το γραφείο μετακόμισε στο παλαιό δημαρχείο στην πλατεία Ελευθερίας), παρατηρείται μείωση της προσέλευσης των δημοτών στο γραφείο, όπως και της επικοινωνίας. Μιας και στο γραφείο που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή, το τηλέφωνο που μπορεί να καλέσει κάποιος, είναι κοινό, είναι για όλους το ίδιο και δεν είναι ξεχωριστό. Και αυτό είναι ένα ζήτημα. Όμως, με καλή θέληση και διάθεση, αυτά αντιμετωπίζονται».
Υποθέσεις που αφορούν στο Δήμο
Αυτό που τονίζει ο ίδιος, είναι, «οι δημότες μπορούν να απευθύνονται στον Συμπαραστάτη, έχοντας πάντα ως αρχή στο μυαλό τους ότι η υπόθεσή τους πρέπει να αφορά στο Δήμο Δράμας. Εάν κάποιος πολίτης αντιμετωπίζει πρόβλημα που όμως δεν αφορά στο Δήμο Δράμας, τότε δεν είναι αρμόδιος ο συμπαραστάτης για να ενεργήσει».
Συμπληρώνει ακόμα, ότι «ο ρόλος του Συμπαραστάτη, όπως προβλέπεται και από τον νόμο, είναι η διαμεσολάβηση, ενώ μερικές φορές είναι πιο αποτελεσματική ακόμα και η προφορική διαμεσολάβηση. Το ζητούμενο για μένα προσωπικά και ως Συμπαραστάτης, αλλά και γενικότερα ως ενεργός πολίτης, είναι να δίνονται λύσεις στα προβλήματα και τους προβληματισμούς των δημοτών».
Στην ερώτηση πως εξηγεί αυτό που είπε σχετικά με την προφορική διαμεσολάβηση, διευκρινίζει ότι, «η γραπτή δεν φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο συμπαραστάτης, όταν έχει μία ενυπόγραφη καταγγελία, εξετάζει όπως είπαμε αρχικά αν είναι βάσιμη και δευτερευόντως ασκεί τη διαμεσολάβηση, είτε γραπτά είτε προφορικά. Οπότε, μπορεί να αποστείλει ένα αίτημα στην αρμόδια υπηρεσία προκειμένου να ζητήσει να ενημερωθεί για τις κινήσεις, τις ενέργειες που έκανε η υπηρεσία, οι υπηρεσιακοί παράγοντες. Κατόπιν, συντάσσει μία έκθεση, στην οποία έκθεση – καταθέτει και τις προτάσεις του για επίλυση του ζητήματος. Πολύ ωραία μέχρι εδώ.
Τι πρέπει να γίνει; Δυστυχώς, ο νόμος δεν δίνει περαιτέρω δικαιώματα στον συμπαραστάτη. Επομένως, πέρα από την κατάθεση της πρότασης και τη νομική τεκμηρίωσή της, δεν δίνει το δικαίωμα… ή μάλλον δεν υποχρεούται η υπηρεσία στη συμμόρφωση, γενικότερα με την έκθεση του συμπαραστάτη. Άρα, ναι βέβαια, θα πρέπει κάθε τι που λέμε να είναι νομικά τεκμηριωμένο, αλλά ταυτόχρονα θα πρέπει να το εμπλουτίζουμε με μία τέτοια επιχειρηματολογία προκειμένου να γίνεται αποδεκτό από τους συνομιλητές μας. Μερικές φορές τα επιχειρήματα μπορούν να τίθενται και προφορικά και μπορούν να γίνονται το ίδιο αποδεκτά».
Τι αφορούν τα αιτήματα
Ερωτώμενος για το τι αφορούν τα αιτήματα που θέτουν οι δημότες, ο κ. Ράδος, τονίζει ότι, «εκθέτουν ζητήματα που αφορούν τη λαϊκή αγορά, ζητήματα με πρόστιμα της Δημοτικής Αστυνομίας, διοικητικά πρόστιμα, δημοτικά τέλη και γενικότερα με την Οικονομική Υπηρεσία, όπως επίσης και με την Τεχνική Υπηρεσία. Κάποιοι δημότες έχουν αναφερθεί και σε προβλήματα που αφορούν τη διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών, όπως επίσης την έκδοση αδειών, μελετών, τέτοια ζητήματα ως επί το πλείστον».
Ικανοποίηση δημοτών
Στην ερώτηση για το κατά πόσο όλες αυτές οι υποθέσεις που έχουν φτάσει ως εδώ, αφήνουν ικανοποιημένους τους πολίτες, ο κ. Ράδος εξηγεί: «Δεν γίνεται πάντοτε, βέβαια, να είναι ευχαριστημένοι όλοι. Μερικές φορές μπορεί, ενώ η καταγγελία αρχικά να θεωρηθεί βάσιμη, με την εξέτασή της να δούμε ότι τελικά η Υπηρεσία έπραξε τα δέοντα. Οπότε ο δημότης παραμένει να έχει ένα πρόβλημα, το οποίο ο ίδιος μπορεί να μην καταλαβαίνει ότι λειτουργεί έτσι το δημόσιο και γι’ αυτό έπραξαν έτσι οι αρμόδιοι υπάλληλοι. Νομίζω ότι σε όλες τις περιπτώσεις κανένας υπάλληλος, κανένας υπηρεσιακός, δεν έχει τίποτα προσωπικό με κανέναν πολίτη. Θεωρώ ότι όλοι οι υπάλληλοι θέλουν να εξυπηρετήσουν τους δημότες και αυτός είναι και ο ρόλος τους, αυτή είναι και η υποχρέωσή τους εκ της φύσεως της εργασίας τους».
Η πιο παράξενη υπόθεση
Ερωτώμενος για το ποια ήταν η πιο παράξενη υπόθεση που δέχτηκε, αναφέρεται σε μία η οποία δεν αφορούσε κατ’ αρχάς το Δήμο. Όπως μας λέει, επρόκειτο για μια κυρία: «Είχε παραπονεθεί ότι δεν είναι σε καλή οικονομική κατάσταση και ότι μετά από έναν χωρισμό ανέλαβε χρέη συζύγου και του πρώην συζύγου κτλ. και έφτασε μέχρι την κατάσχεση. Οπότε ήρθε να μου ζητήσει ουσιαστικά τη συνδρομή μου ως Συμπαραστάτη.
Όμως, η φύση της υπόθεσης ήταν τέτοια που δεν μπορούσα να αναλάβω, δεν μπορούσα να ενεργήσω, γιατί δεν αφορούσε τις υπηρεσίες του δήμου· αφορούσε την ΑΑΔΕ και άλλου είδους υπηρεσίες. Έχουν έρθει επίσης και για πρόστιμα από ελέγχους της Επιθεώρησης Εργασίας. Και εκεί επίσης το ίδιο, δεν μπορούσαμε να λειτουργήσουμε».
Τα παράπονα στο δήμαρχο
Ερωτώμενος για το αν οι δημότες που φτάνουν στον Συμπαραστάτη, κάνουν … παράπονα προς το δήμαρχο, απαντάει αρνητικά: «Η αλήθεια είναι ότι μέχρι στιγμής δεν έχω λάβει παράπονα προσωπικά προς τον δήμαρχο. Συνήθως είναι παράπονα και προβλήματα που αφορούν τις υπηρεσίες. Από εκεί και πέρα βέβαια, το ρωτούμε εμείς εάν έχει κάνει ο πολίτης κάποια επικοινωνία με κάποιον αιρετό, γιατί η διαμεσολάβησή μας δεν είναι μόνο προς τις υπηρεσίες, αλλά και προς τους πολιτικούς προϊσταμένους των υπηρεσιών. Οπότε μπορεί η συνεργασία μεταξύ του Συμπαραστάτη και της διοίκησης, της εκάστοτε διοίκησης της υπηρεσίας, να φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Επομένως, μπορεί να έχουν γίνει και κάποιες συζητήσεις μεταξύ του δημότη και των αιρετών, οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν και αυτές προς την επίλυση του ζητήματος».
Επισημαίνει τέλος, ότι, ορισμένες υποθέσεις, δεν χρειάζεται να φτάσουν μέχρι τον Συμπαραστάτη, καθώς μπορούν να λυθούν με μια απλή επίσκεψη στις υπηρεσίες.

