Home > Αρθρα > «Οφείλομεν να επενδύσωμεν εις τον πολιτισμόν μας»: Ήμουνα νιος και γέρασα… Του κ. Αθανάσιου Κάζη

«Οφείλομεν να επενδύσωμεν εις τον πολιτισμόν μας»: Ήμουνα νιος και γέρασα… Του κ. Αθανάσιου Κάζη

«Οφείλομεν να επενδύσωμεν

εις τον πολιτισμόν μας»: Ήμουνα νιος και γέρασα…

 

Του κ. Αθανάσιου Κάζη

H Δράμα είναι μια τυπική επαρχιακή πόλη που διαθέτει πλέον ελάχιστα, καλοσυντηρημένα, αρχιτεκτονικώς διατηρητέα κτίρια με  ιστορικό και  πολιτισμικό ενδιαφέρον. Και αυτό όχι τυχαία.

Η Δράμα πέρασε επώδυνα από την ανάκαμψη του Μεσοπολέμου στην περιπετειώδη δεκαετία του ’40 που την εξώθησε στην παρακμή: Ήταν η ολέθρια Βουλγαρική Κατοχή του 1941- 1944, κατά την οποία πλήθος Δραμινών, κυρίως αστών, εγκατέλειψε οριστικά την περιοχή, και ο Εμφύλιος που σώρευσε ερείπια και  πλήθος ανταρτόπληκτων οι οποίοι κατέκλυσαν την πόλη. Τέλος, συνεχίστηκε και κορυφώθηκε  η κρίση των καπνών, τα οποία στην εποχή του Μεσοπολέμου είχαν εκτινάξει οικονομικά τη Δράμα. Τα αρωματικά καπνά της περιοχής – περίφημα σ’ όλον τον κόσμο – είχαν πια περιορισμένη ζήτηση, δεδομένου ότι το παγκόσμιο καπνεμπόριο έστρεψε τις προτιμήσεις των καπνιστών στα αμερικανικά καπνά, με επακόλουθο τα καπνοπαραγωγικά χωριά να αδειάσουν και οι αγρότες να μεταναστεύσουν στις πόλεις και το εξωτερικό. Οι προτεραιότητες ήταν η επιβίωση και η βελτίωση του δραματικά υποβαθμισμένου μεταπολεμικά  βιοτικού  επιπέδου. Έκτοτε οι επιλογές σε πανελλήνιο αλλά και σε τοπικό επίπεδο καθηλώθηκαν στην αντιμετώπιση  των άμεσων πρακτικών αναγκών, με τη δημοσιονομική στενότητα να πιέζει πάντα ασφυκτικά τους κρατικούς προϋπολογισμούς και φυσικά και τους προϋπολογισμούς του Δήμου μας. Σ’ αυτό το πλαίσιο παραμελήθηκε εύλογα η παιδεία: η εκπαίδευση παρέμεινε πάντα υποχρηματοδοτημένη και με στρεβλώσεις εμμονικής αρχαιοπληξίας και η εκπαίδευση των νέων στην Ιστορία εξαντλούνταν στην αποστήθιση κακογραμμένων σχολικών βιβλίων ιστορίας. Συνακόλουθα, η ευαισθησία των νεότερων γενεών για τους προγόνους και το πρόσφατο παρελθόν, αδρανοποιείται από την παχυλή άγνοια, κάτι που αφορά και την τοπική ιστορία. Επομένως, η διατήρηση και  αξιοποίηση των αρχιτεκτονικών και ιστορικών μνημείων καθώς και ο πολιτισμός λίγους Δραμινούς ενδιαφέρουν, καθώς θεωρούνται δεύτερης και τρίτης κατηγορίας προτεραιότητες. Έτσι νομίζω εξηγείται το γεγονός ότι εμβληματικά κτίρια εγκαταλείπονται και  καταστρέφονται. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της παλιάς Δημαρχίας: Ένα πανέμορφο ιστορικό κτίριο, κατεδαφίστηκε χωρίς μάλιστα να υπάρξουν αξιοσημείωτες αντιδράσεις…

Ευτυχώς  σήμερα  έχουμε  Δραμινούς ευεργέτες που  έσωσαν μερικά παλιά κτίσματα. Πριν είκοσι τρία χρόνια έγινε μια προσπάθεια από τον Δήμο να καλύψει το κενό αυτό δημιουργώντας την ΔΕΚΠΟΤΑ, η οποία δούλεψε πολύ δημιουργικά τα πρώτα 3-4 χρόνια. Έκτοτε έγινε βορά των ενδοπαραταξιακών συμφερόντων με αποκορύφωμα την ανάθεση σ’ αυτήν της διοργάνωσης της Ονειρούπολης  και με αποτέλεσμα τον σημερινό ευτελισμό τόσο της ΔΕΚΠΟΤΑ, όσο και της  Ονειρούπολης. Ο  πολιτισμός κατά τη  γνώμη μου  πρέπει να ανατεθεί σ’ έναν προσεκτικά επιλεγμένο άνθρωπο, που έχει γνώση και εμπειρία με το θέμα αυτό (ελάχιστοι εδώ στη Δράμα διαθέτουν αυτή την επάρκεια),  που θα ασχολείται  αποκλειστικά με το αντικείμενο από τη θεσμική θέση του Αντιδήμαρχου πολιτισμού, ώστε να γίνει επιτέλους ένας αναπροσανατολισμός από τις φιέστες ψυχαγωγίας και  ψηφοθηρίας, όπως η Ονειρούπολη.

Τις προηγούμενες μέρες παρουσιάστηκε στον τοπικό και αθηναϊκό τύπο (Εφημ. «Καθημερινή») καθώς και στον διαδίκτυο και το φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης, το ντοκιμαντέρ «Στα φτερά του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου», που αναφέρεται σε ιστορικά σημεία της πόλης μας: Στο αεροδρόμιο που κατασκευάστηκε τότε στον Αρκαδικό, στον Σιδηροδρομικό Σταθμό  και στη  Λέσχη των Γερμανών  αεροπόρων. Είχα  την  χαρά να προσφέρω και εγώ μερικές φωτογραφίες της Δράμας και Καβάλας  που παρουσιάστηκαν  στο ντοκιμαντέρ.

Η  Λέσχη σώζεται μέχρι σήμερα και είναι το ετοιμόρροπο σπίτι στη γωνιά Περδίκα και Αγίας Βαρβάρας, πλάι στη διατηρητέα Καπναποθήκη Πορτοκάλογλου (ΣΕΚΕ). Σε συνέντευξη του ο παραγωγός  Γεώργιος  Κασδάγλης  αναφέρει:

«Εάν κάποιος αξιοποιούσε τη ρημαγμένη από τον χρόνο λέσχη των Γερμανών Αξιωματικών της  Αεροπορίας και  τη μετέτρεπε σε μουσείο, θα είχε αναδείξει πρωτιές. Δυστυχώς αυτά δεν τα βλέπει κανείς ως μοχλό ανάπτυξης και τουρισμού. Επειδή συνεργαζόμαστε  με το Kavala air sea show βλέπουμε ότι έρχονται κάθε χρόνο άνθρωποι από το εξωτερικό (Γερμανία, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία κτλ). Πρόκειται για μακρινούς συγγενείς των πολεμιστών που επισκέπτονται την Καβάλα, για να δουν από κοντά τα μέρη που πολέμησαν οι  πρόγονοι τους. Δυστυχώς εμείς δεν αξιοποιούμε αυτό το ενδιαφέρον».

Διαβάζοντας το ρεπορτάζ  αυτό, ήλθε στο μυαλό μου το «Μουσείο της πόλης» των Σαράντα Εκκλησιών.

Οι Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης, το  σημερινό  kivklareli  της Τουρκίας, είναι η πατρίδα του πατέρα μου, των προγόνων μου. Με  ενδιαφέρει  και την  επισκέπτομαι. Το 2017  ο δήμαρχος  του  Kirklareli αποφάσισε να δημιουργήσει  «Μουσείο της πόλης». Για τον σκοπό αυτό επισκέφτηκε τους πρόξενους της Ελλάδας και της Βουλγαρίας στην Ανδριανούπολη και τους ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να αφιερώσει από μια αίθουσα στους παλιούς κατοίκους της πόλης, και τους  παρακάλεσε να  αναλάβουν αυτοί το στήσιμο. (Το 1922 οι κάτοικοι ήταν 25.000, εκ των οποίων  12.000 Έλληνες, 6.000 Τούρκοι, 6.000 Βούλγαροι και 1.000 Εβραίοι).

Το Μουσείο δημιουργήθηκε σ’ ένα διατηρητέο κτίριο, ελληνικό πριν  την ανταλλαγή, στην πλατεία της Μητροπόλεως τότε, προσφύγων σήμερα.

Το στήσιμο της Ελληνικής  αίθουσας  ανέλαβε  η Αγγέλα Γιαννακίδου, διευθύντρια του εθνολογικού Μουσείου Θράκης της  Αλεξανδρούπολης. Το στήσιμο του Μουσείου είναι  εξαιρετικά προσεγμένο και  η ελληνική αίθουσα υπέροχη, γιατί, ως επισκέπτης, σε λογικό χρονικό διάστημα μπορείς να ζήσεις  την ιστορία της πόλης, από  τα τέλη του 19ου αιώνα έως τα μέσα του 20ου. Εγώ προσωπικά, που παραβρέθηκα στα εγκαίνια, ένιωσα να συνομιλώ με τον παππού μου.

Ένας Δήμος με όραμα για τον πολιτισμό  και την  ιστορική προβολή της πόλης θα είχε στόχο και μακροχρόνιο προγραμματισμό στην μοναδική περιοχή της  Αγίας  Βαρβάρας, να οργανώσει τον περίπατο: Επίσκεψη στο Μουσείο φωτογραφικών μηχανών στο πέτρινο μέγαρο Αναστασιάδη που ανακαινίζει ο Άρης Θεοδωρίδης, περιήγηση στις πηγές, επίσκεψη στους υδρόμυλους Παντούλη, Δημηρόπουλου, Ζώνκε, τους οποίους θα αναπαλαίωνε  και θα  έθετε σε λειτουργία, και θα κατέληγε στο Μουσείο της  πόλης, το κτίριο της Περδίκκα. Αυτό μπορεί να στηθεί με ψηφιοποιημένο οπτικοακουστικό υλικό (ευρύτατα διαδεδομένη πρακτική πλέον στα Μουσεία)  και αντικείμενα που έχει  η ΔΕΚΠΟΤΑ και θα  προσφέρουν και οι  δημότες, καθώς και με τη βοήθεια της Γερμανίας (Υπουργείο Πολιτισμού και Εθνικής Άμυνας)  Τουρκίας και  Βουλγαρίας, που ήταν  σύμμαχοι στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και παλαιοί κάτοικοι της περιοχής.

Αυτά βέβαια θέλουν εκτός από  προγραμματισμό,  πολλή δουλειά και  τη θετική ανταπόκριση όλων των παρατάξεων του Δήμου. Θα μπορούσαν να γίνουν αυτά, αν υπήρχε πολιτιστική ευαισθησία και όραμα για την πόλη. Αλλά δυστυχώς, εμείς δεν ευτυχήσαμε να έχουμε δήμαρχο έναν Αμοιρίδη, – εκείνον τον χαρισματικό άνθρωπο, μακαρίτης τώρα, που αναμόρφωσε εκ βάθρων το ιστορικό κέντρο της Ξάνθης, καθιστώντας την πόλη και πόλο τουριστικής έλξης.