Home > Αρθρα > Οι εκλογές στους Δικηγορικούς Συλλόγους τελείωσαν. Η επόμενη ημέρα αφορά μόνο τους δικηγόρους;   Γράφει ο Αναστάσιος Πούλιος Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Δράμας

Οι εκλογές στους Δικηγορικούς Συλλόγους τελείωσαν. Η επόμενη ημέρα αφορά μόνο τους δικηγόρους;   Γράφει ο Αναστάσιος Πούλιος Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Δράμας

Οι εκλογές στους Δικηγορικούς

Συλλόγους τελείωσαν.

Η επόμενη ημέρα αφορά μόνο τους δικηγόρους;

 

Γράφει ο Αναστάσιος Πούλιος

Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Δράμας

Μια ακόμη εκλογική διαδικασία ολοκληρώθηκε στους 63 Δικηγορικούς Συλλόγους, της χώρας μας. Πρόεδροι και μέλη Διοικητικών Συμβουλίων αναλαμβάνουν καθήκοντα από την 1-1-2026 και για την επόμενη τετραετία. Οφείλουν να ασχοληθούν επισταμένως με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος πανελλαδικά, κυρίως δε, με τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό δικηγόρων που φυτοζωούν ή αποχωρούν από το επάγγελμα λόγω οικονομικής αδυναμίας, αλλά και με τα προβλήματα στη λειτουργία της δικαιοσύνης. Όλο το δικηγορικό σώμα αναμένει από τους επικεφαλείς που μόλις εξέλεξε, να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων με ενότητα, αγωνιστικότητα και κυρίως διεκδικητικό πνεύμα.

Το μέλλον της δικηγορίας όμως, οι συνθήκες και ο τρόπος άσκησής της τα επόμενα χρόνια, μέσα σε ένα πλαίσιο λειτουργίας της δικαιοσύνης που αλλάζει και διαμορφώνεται ραγδαία, δεν αφορά μόνο τους δικηγόρους, αφορά ολόκληρη την ελληνική κοινωνία και δυστυχώς, το μέλλον δεν είναι ευοίωνο.

Ένα παράδειγμα από την πρόσφατη επικαιρότητα είναι εξόχως διαφωτιστικό. Την 23-9-2025 διοργανώθηκε συνέδριο με τίτλο «Δικαιοσύνη: Θεμέλιο Ανάπτυξης & Ευημερίας» στο Ωδείο Αθηνών. Διοργανωτές ήταν το Συμβούλιο της Επικρατείας, ο Άρειος Πάγος, το Ελεγκτικό Συνέδριο, δηλαδή οι δικαστές των τριών ανώτατων δικαστηρίων της χώρας,  ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), ο Σύνδεσμος Δικηγορικών Εταιρειών Ελλάδας (ΣΔΕΕ) και το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και εισηγητές μέλη των διοργανωτών φορέων. Θέμα του συνεδρίου ήταν, σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, οι προτάσεις για μια Δικαιοσύνη που υπηρετεί τον πολίτη, στηρίζει την οικονομία και ενισχύει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, με σαφή προσανατολισμό στη μορφή της Δικαιοσύνης του αύριο στη χώρα μας, ενώ η είσοδος επιτρεπόταν μόνο με προσωπική πρόσκληση.

Μια απλή ανάγνωση των φορέων που διοργάνωσαν και συμμετείχαν στο συνέδριο αυτό, αναδεικνύει μια κατ` αρχάς προφανή και ίσως απρόσμενη, σε μη υποψιασμένους, απουσία. Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας, ή έστω ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, θεσμικοί εκπρόσωποι χιλιάδων δικηγόρων της χώρας μας, δεν κλήθηκαν και δεν συμμετείχαν στο διάλογο για τη Δικαιοσύνη του αύριο. Αντί αυτών, ανάμεσα στους διοργανωτές, περιλαμβάνεται ένα σωματείο που εκπροσωπεί τις δικηγορικές εταιρείες, ο Σύνδεσμος Δικηγορικών Εταιρειών Ελλάδας, δηλαδή ένας φορέας που εξυπηρετεί τα συμφέροντα μιας ολιγάριθμης ομάδας (κάποιοι θα τη χαρακτήριζαν ελίτ) με σημαντική όμως οικονομική επιφάνεια και δυνατότητες, τα μέλη της οποίας εδρεύουν κυρίως στην Αθήνα. Δεν είναι απλά και μόνο συμβολική η παραπάνω εσκεμμένη παράλειψη, η οποία αναπόφευκτα οδήγησε στην απουσία έκφρασης των απόψεων και θέσεων των δικηγόρων, είναι ξεκάθαρη και σαφής η επιλογή για τη μορφή της δικαιοσύνης που ετοιμάζεται από την ηγεσία των ανώτατων δικαστηρίων, τους οικονομικούς ηγέτες της χώρας και σημαντικού τμήματος της ακαδημαϊκής κοινότητας. Ο δικηγόρος ως φυσικό πρόσωπο, ως υπερασπιστής δικαιωμάτων, ως ελεύθερος επαγγελματίας της καθημερινότητας, είναι ανεπιθύμητος. Η δικαιοσύνη αντιμετωπίζεται πλέον ως εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης και μόνον, ενώ ο θεσμικά κατοχυρωμένος ρόλος της, ως πυλώνας δημοκρατίας και εγγύησης των δικαιωμάτων των πολιτών, τίθεται ξεκάθαρα σε δεύτερο πλάνο, αν δεν παραμερίζεται πλήρως.

Το παραπάνω παράδειγμα είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό αλλά δεν είναι, δυστυχώς, το μόνο. Συνεχείς νομοθετικές ρυθμίσεις και αναγκαστική επιβολή στοχευμένων πρακτικών τα τελευταία χρόνια, οδηγούν τον ελεύθερα εργαζόμενο δικηγόρο, σε ρόλο διεκπεραιωτή – τεχνοκράτη ή υπαλλήλου με εξευτελιστικό μισθό, αν επιθυμεί την επιβίωση στο χώρο και όχι ανεξάρτητο συλλειτουργό της Δικαιοσύνης, όπως τον ορίζει ο Κώδικας Δικηγόρων, το βασικό νομοθέτημα για τη θέση του δικηγόρου στο δικαιϊκό σύστημα της Ελλάδας. Τα μηνύματα που εκπέμπονται λοιπόν, όταν δεν εκφράζονται ρητά, είναι ξεκάθαρα. Χαρακτηριστική η απάντηση του Υφυπουργού Εργασίας, όταν σε συνέντευξή του, δημοσιογράφος του τηλεοπτικού καναλιού Action 24 του ανέφερε πως: «έχω φίλο δικηγόρο που δουλεύει σε δικηγορικό γραφείο και παίρνει 900 ευρώ και έχω φίλο ντελιβερά που παίρνει 1.400 ευρώ», ο Παναγιώτης Τσακλόγλου του απάντησε: «Γιατί δεν πάει ο φίλος σας, ο δικηγόρος να δουλέψει ντελιβεράς;». Στη δικαιοσύνη που σχεδιάζεται λοιπόν για τα επόμενα χρόνια, προγραμματίζονται περιορισμένες θέσεις χαμηλόμισθου συνεργάτη – υπαλλήλου, χωρίς  καμία αυτονομία και βούληση, οι υπόλοιποι περισσεύουν. Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών, δεν θα ανήκει σε ανεξάρτητους, αυτοαπασχολούμενους, αυτοδύναμους δικηγόρους αλλά σε νέες μορφές δικηγορικής εκπροσώπησης, απρόσωπης, εξαρτώμενης και με αυξημένο κόστος, με ότι αυτό, ευνόητα, συνεπάγεται. Η γεωμετρικά αυξανόμενη αιμορραγία των νέων σε ηλικία και πλούσιων σε προσόντα δικηγόρων, από την περιφέρεια της χώρας μας, οι οποίοι αναγκάζονται να αποχωρούν από το επάγγελμα, ή να μεταναστεύουν στα μεγάλα αστικά κέντρα προκειμένου να «υπαλληλοποιηθούν» για να επιβιώσουν, αδυνατώντας να αντέξουν την φορολογική και εισφοροδοτική λαίλαπα των τελευταίων ετών, αλλά και τη μείωση της δικηγορικής ύλης η οποία διοχετεύεται, κυρίως, στις δικηγορικές εταιρείες της Αθήνας, στερεί από το δικηγορικό σώμα, αλλά και τον τοπικό κοινωνικό ιστό, ένα εξαιρετικά δυναμικό τμήμα του πληθυσμού, ενισχύοντας την συνεχή οικονομική και κοινωνική υποβάθμιση.

Η δικηγορία του αύριο λοιπόν, δεν αφορά μόνο τους δικηγόρους, και οι επιλογές των νέων Προέδρων και των Διοικητικών Συμβουλίων των Δικηγορικών Συλλόγων δεν μπορούν να περιοριστούν μόνο σε κινήσεις αυτοσυντήρησης του κλάδου. Νικητές και ηττημένοι, συμμετέχοντες και απέχοντες, ακόμη και οι ψηφίζοντες λευκό και άκυρο, την επόμενη των εκλογών πρέπει να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα. Έχουμε όλοι ευθύνη, όχι μόνο απέναντι στους συναδέλφους μας, απέναντι κυρίως στους συμπολίτες μας.