Στο πλαίσιο του 14ου Θερινού Προγράμματος της ελληνικής γλώσσας
Παρουσίαση της μετάφρασης
ποιητικής ανθολογίας του Δραμινού
ποιητή Κ. Συφιλτζόγλου
Μιλάνε στον «Π.Τ.» ο ίδιος ο Κ. Συφιλτζόγλου και ο Μ. Μορφακίδης
Του Θανάση Πολυμένη
ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ πολύ όμορφη βραδιά στην ιδιαίτερα φιλόξενη αίθουσα της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Δράμας, πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Τετάρτης 22 Ιουλίου, η προτελευταία εκδήλωση από το 14ο Θερινό Πρόγραμμα ελληνικής γλώσσας και μετάφρασης στη Δράμα.
Πρόκειται για τα μαθήματα ελληνικής γλώσσας, ιστορίας και πολιτισμού που διεξάγονται στη Δράμα από το Κέντρο Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών από το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας Ισπανίας με διευθυντή τον Δραμινό καθηγητή Μόσχο Μορφακίδη – Φυλακτό.
Στην εκδήλωση της Τετάρτης, παρουσιάστηκε η μετάφραση μιας ποιητικής ανθολογίας του Δραμινού ποιητή και φωτογράφου Κυριάκου Συφιλτζόγλου με τον κεντρικό τίτλο, «Με Ύφος Ινδιάνου». Πρόκειται για ένα σύνολο τεσσάρων ποιητικών συλλογών του Συφιλτζόγλου: «Έκαστος εφ ω ετάφη», «Μισές αλήθειες», «Με ύφος ινδιάνου» και «Στο σπίτι του κρεμασμένου».
Για την μετάφραση της παραπάνω ανθολογίας στην ισπανική γλώσσα, μίλησε στον «Π.Τ.» ο ίδιος ο ποιητής και αναφερόμενος σχετικά με τις παλαιότερες συλλογές του σημειώνει: «Από το πρώτο βιβλίο έχουν περάσει πάνω από 20 χρόνια. Σήμερα μπορώ να δω κάποιες διαφορές ή ένα αόρατο νήμα που τα ενώνει. Όπως για παράδειγμα ότι το πρώτο βιβλίο είναι περισσότερο προσωπικό, με κουβεντιαστό λόγο, που έχει να κάνει με το δικό μου εγώ. Τότε που στα 23 μου έπρεπε να πάρω κάποιες αποφάσεις, έκανα διάφορες προσωπικές αναζητήσεις, με τον όποιο αυτοσαρκασμό. Ήταν ένα αρκετά εξομολογητικό βιβλίο».
Αναφερόμενος στο δεύτερο βιβλίο, «Μισές αλήθειες», επισημαίνει ότι «εκεί ο λόγος γίνεται πιο ειρωνικός, το εγώ υποχωρεί και βλέπουμε περισσότερο το κοινωνικό στοιχείο, το εμείς. Αυτές είναι παρατηρήσεις που τις είδα και τις κατάλαβα αργότερα. Δεν σκόπευα τότε το πώς θα το γράψω!»
Για το τρίτο βιβλίο, «Με ύφος ινδιάνου» εξηγεί ότι «έχει σχέση με τους νεκρούς στον Έβρο. Εκεί όντως υπάρχει μια θεματική. Έτυχε και ήμουν επίστρατος και εκεί είδα μια ολόκληρη κατάσταση. Και έγινε πολύ κρυπτικά, ένα βιβλίο ποίησης με την έννοια των συνόρων, την έννοια του περάσματος, την έννοια του νεκρού, αυτού που προσπαθεί να περάσει ένα όριο για μια καλύτερη ζωή, αλλά καταλήγει να είναι το τερματικό στο σταθμό».
Αναφερόμενος στο τέταρτο βιβλίο «Στο σπίτι του κρεμασμένου» που περιλαμβάνεται στην ανθολογία, κάνει λόγο για «διάφορες περιπτώσεις συγγραφέων, μια δική μου παρακαταθήκη συγγραφέων, φιλοσόφων, ζωγράφων, είτε Ελλήνων είτε ξένων, που έζησα σε διαφορετικές περιόδους, και τους βάζω να συναντώνται, να συζητάνε, ή τους στέλνω γράμματα, ή ο ένας στέλνει γράμμα στον άλλον. Εκεί λειτουργεί μια επαναμυθολόγηση. Και αυτό που τους συνδέει όλους αυτούς, είναι ότι τους άλεσε η ιστορία, το κράτος, η τρέλα. Όλοι έφτασαν σε οριακές καταστάσεις, πολλοί από αυτούς σκοτώθηκαν, πέθαναν».
Όπως μάλιστα σημειώνει χαρακτηριστικά, «δεν υπάρχει μια θεματική στα βιβλία. Υπάρχει μια γραμμή που ξεκινάει από το εγώ, περνάει στο εμείς, πάει στον ξένο και αργότερα στον εντελώς ξένο προηγούμενων εποχών».
Ποίηση ή διήγημα;
Ο Κ. Συφιλτζόγλου, εκτός από ποίηση, έχει γράψει και πεζό και διήγημα. Στην ερώτηση για το ποιο είναι περισσότερο σημαντικό, αυτό που έρχεται εκ βαθέων, αναφέρει ξεκάθαρα την ποίηση. «Εκ βαθέων έρχεται η ποίηση. Η ποίηση έρχεται, και μάλιστα δε σε ρωτάει».
Και τονίζει: «Στο διήγημα αποφασίζεις “θα γράψω αυτό”, και εκεί μπορεί να υπάρχει ένα αρχικό ερέθισμα ή ένα πλάνο, αλλά… η ποίηση σου χτυπάει την πόρτα, καμιά φορά σου τη σπάει κιόλας την πόρτα… και απαιτεί να ντυθεί με λέξεις. Το πεζό είναι εντελώς άλλο πράγμα. Αποφασίζεις ότι “θα γράψω”, κάθεσαι σε μια καρέκλα κάποιες ώρες, και πιέζεις τον εαυτό σου με όμορφο τρόπο να δημιουργήσει κάτι πραγματικά όμορφο. Η ποίηση όμως είναι κάτι διαφορετικό».
Το καταφύγιο της ποίησης
Ερωτώμενος αν η ποίηση αποτελεί γι’ αυτόν καταφύγιο, ο Κ.Σ. απαντάει θετικά: «Ναι, είναι ένα μικρό καταφύγιο, πολύ συμπυκνωμένο. Είναι σαν κάτι μικρά λιμανάκια, πολύ κρυμμένα… Όχι όμως απαραίτητα ψυχανάλυση. Και αυτό μπορεί να συμβεί. Εγώ θα το πάω παρακάτω: χτίζεις εντελώς άλλους κόσμους έξω από τον δικό σου, που εκεί πέρα, ναι, λειτουργεί σαν ένα καταφύγιο ή ένα… πολύ απλά να το πω, ένα παράθυρο σε έναν άλλον κόσμο. Οπότε φεύγεις εντελώς από το ψυχαναλυτικό και από το «εγώ», και πας σε εντελώς καινούργια… σε καινούργιους κόσμους».
Συμπληρώνει τέλος ο ίδιος, ότι, «το πιο σημαντικό είναι ότι, τα βιβλία φεύγουν από εμάς και συνεχίζουν χωρίς εμάς μια ολόκληρη πορεία».
Από αρ. ο ποιητής Κυρ. Συφιλτόγου, ο Μ. Μορφακίδης και ο Φρανθίσκο Μορθίλιο.
Μορφακίδης: Ένας αναγνωρισμένος ποιητής
Για τη μετάφραση της ποιητικής ανθολογίας του Κ. Συφιλτζόγλου, μιλάει στον «Π.Τ.» ο διευθυντής του Κέντρου Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Γρανάδας κ. Μορφακίδης. Αυτό που σημειώνει αρχικά είναι ότι η μετάφραση έγινε κατά την περίοδο του 13ου Θερινού Προγράμματος (2025) και παρουσιάζεται φέτος. Μεταφραστές ήταν οι φιλόλογοι Φρανθίσκο Μορθίλιο, Τομάς Μαρτίνεθ και Σοράγια Οτσοβιέτ (η οποία μάλιστα διδάσκει ελληνικά στο Ίδρυμα Τσάκος στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης).
Όπως αναφέρει, «μεταφράσαμε το έργο του Συφιλτζόγλου, γιατί είναι ένας από τους γνωστούς Δραμινούς ποιητές. Και πρέπει να πω ότι είναι καταπληκτικός, είναι πραγματικός ποιητής. Νομίζω ότι ο Κυριάκος θα αναγνωριστεί στο μέλλον — ήδη είναι αναγνωρισμένος — αλλά θα είναι ένας από τους πολύ γνωστούς ποιητές όχι μόνο στην Δράμα ή στην περιοχή της, αλλά σε όλη την Ελλάδα».
Ερωτώμενος για τις δυσκολίες της μετάφρασης, ο Μ. Μορφακίδης, σημειώνει: «Η μετάφραση δυσκολεύει πάντα όταν ο συγγραφέας – και πολύ περισσότερο ο ποιητής – χρησιμοποιεί μια γλώσσα η οποία δεν είναι εύκολη. Η ποίηση είναι πάντα πολύ πιο δύσκολη από την πεζογραφία, επειδή έχει έννοιες συμπυκνωμένες. Ο ποιητής ποτέ δεν πλατιάζει. Και σε αυτό ο Κυριάκος έχει πολλές δυσκολίες, γιατί είναι μια ποίηση που από τη μια βλέπει κανείς ότι είναι μια ποίηση σουρεαλιστική. Είναι ένας σουρεαλισμός που συνδυάζεται με έναν ρεαλισμό. Επίσης, στην ποίηση του Κυριάκου ενυπάρχει και το παράλογο. Το παράλογο του ποιητή, που μέσα από αυτό μας κάνει να σκεφτούμε πολλά. Δηλαδή η ποίησή του είναι αυτή: το να μην πει κάτι συγκεκριμένο, να χαθείς μέσα στην ποίησή του, και να αρχίσεις να ψάχνεις, πρώτον, τι θέλει ο ποιητής, και δεύτερον, να το ερμηνεύσεις εσύ με τον τρόπο σου. Αυτό είναι το πραγματικό επίτευγμα του Κυριάκου».
Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο ίδιος, «η θεματική του περιστρέφεται γύρω από έναν άξονα που είναι η εγκατάλειψη. Είναι πολύ ευαισθητοποιημένος στο θέμα της εγκατάλειψης του τόπου, των οικισμών. Και αυτό το εκφράζει και με την ποίηση, και με τον λόγο, αλλά ορισμένες φορές το συνδυάζει και με τη φωτογραφία. Ένα αποτέλεσμα που είναι ιδιαίτερα ωραίο».


