ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΣΤ’
ΠΡΟΣ ΕΥΑΓΡΙΟΝ ΙΙΙ
«Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει
πάρ’ το λέγοντας και συ.
Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά»
(Δ. Σολωμού, Ύμνος εις την Ελευθερίαν)
Του Κ. Γ. Κ. Χατζόπουλου, Τ. Λυκειάρχη
Σου παρέθεσα, λαμπρέ μου φίλε Ευάγριε, ως προμετωπίδα της σημερινής μας επικοινωνίας δυο στροφές από τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού, που η διαχρονικότητά τους στιγματίζει την ελληνική φυλή.
Ανατρέχοντας κάποιος στην ιστορική Δέλτο της Ελλάδος, διαπιστώνει σύμφυτο με την ψυχοσύνθεση των Ελλήνων το ολέθριο σαράκι της διχόνοιας.
Από τον 5ο π.Χ. αιώνα ο μεγάλος ιστορικός της κλασικής αρχαιότητας Θουκυδίδης ο Αλιμούσιος επισημαίνει ότι η διχόνοια ήταν ένα από τα πιο σοβαρά αίτια, τα οποία κατέτρωγαν τα σωθικά των Ελλήνων και τους ανάγκαζε να εγκαταλείψουν την ελληνίδα γη ύστερα από την εμφύλια σύγκρουσή τους και να αναζητούν ξένη γη χτίζοντας τις αποικίες «οι πολέμω ή στάσει εκπίπτοντες … αποικίας εξέπεμψαν».
Αιώνες αργότερα η φαγωμάρα των Ελλήνων, αφού είχαν θεμελιώσει το κορυφαίο των πολιτευμάτων, τη Δημοκρατία, και είχαν γίνει το αείφωτο λίκνο των Γραμμάτων, έγιναν βορά των Ρωμαίων.
Το σαράκι του διχασμού ξαναφάνηκε και στο χριστιανικό Βυζάντιο.
Για έναν ολάκερο αιώνα το θεολογικό λατρευτικό ζήτημα, η λατρεία των εικόνων, η Εικονομαχία, δίχασε τον χριστιανικό κόσμο επιφέροντας τριγμό στα θεμέλια της αυτοκρατορίας και ανοίγοντας το δρόμο για τη μόνιμη εγκατάσταση Ασιατών, διαχρονικό πονοκέφαλο.
Αλλά και όταν ύστερα από την αιμοσταγή δουλεία τεσσάρων αιώνων πήραν την απόφαση για την απόκτηση της θεόδοτης ελευθερίας, δεν ύψωσαν κρυερά εγχειρίδια εναντίον ομαίμων και ομοθρήσκων με κίνδυνο να ξαναπέσουν ποιος ξέρει για πόσους ακόμη αιώνες στο βαθύ έρεβος της δουλείας;
Και μήπως αυτό το σαράκι του διχασμού δεν οδήγησε στον ξεριζωμό χιλιάδων Ελλήνων της Ανατολής από τις τρισχιλιόχρονες εστίες τους διανοίγοντας καίρια τραύματα στην ψυχή του Ελληνισμού;
Και ενώ ο 20ός αιώνας έπαιρνε την κατηφόρα του για το δεύτερο μισό του, οι πρόμαχοι της Ελευθερίας, που είχαν κερδίσει τον παγκόσμιο θαυμασμό για τις εκούσιες θυσίες τους, δε βρέθηκε μπροστά τους η διχόνοια η δολερή; Στάχτες, ερείπια, πόνος, πείνα, δυστυχία, απλώθηκαν σ’ όλο τον ελλαδικό χώρο.
Ως πότε επιτέλους θα συνετισθεί ο λαός, που δίδαξε τις υψηλότερες αρετές του πολιτισμού, διαλύοντας το βαθύ σκοτάδι, στο οποίο ήταν βυθισμένη η ανθρωπότητα, να αναβιώνει το ολέθριο σαράκι;
Δεν αντιλαμβάνεται ότι εμπλεκόμενος σε επικίνδυνες έριδες αναγκάζεται να χτυπάει ξένες πόρτες; Το σμίλεψε ξεκάθαρα ο εθνικός ποιητής Σολωμός «Δεν είναι εύκολες οι θύρες, εάν η χρεία τες κουρταλεί» και συνέχισε «πάντα η νίκη, αν ενωθείτε πάντα εσάς θα ακολουθεί».
Πόσο δύσκολο στ’ αλήθεια είναι να ενστερνισθούμε τη σοφή συμβουλή του εθνικού μας ποιητή και να την κάνουμε οίακα ευσταθή στο φουρτουνιασμένο πέλαγος της ζωής;
Γιατί να είμαστε ουραγοί, ενώ διαθέτουμε ευστροφία πνεύματος, αξιοζήλευτη νοικοκυροσύνη, σμίλευση υψηλών αρετών και παιδείας επίζηλης, που θεμελίωσε τον παγκόσμιο πολιτισμό;
Αυτό το πασιφανές ερώτημα, καλέ μου φίλε Ευάγριε, βασανίζει εδώ και χρόνια το νου μου. Θα παύσουμε κάποτε να ρίχνουμε στα βράχια το αείφωτο καράβι της προόδου χτισμένο στον ταρσανά της ελληνίδας γης και ομόψυχοι και σύψυχοι θα κερδίζουμε τον δίκαιο έπαινο από τα χείλη αντικειμενικών κριτών;
ΜΕ ΠΟΛΛΗ ΑΓΑΠΗ ΠΑΝΤΟΤΕ
Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΣΟΥ

