ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΣΤ’
ΠΡΟΣ ΕΥΑΓΡΙΟΝ ΙV
«… ατάρ Οδυσσεύς, ιέμενος και καπνόν αποθρώσκοντα νοήσαι ης γαίης, θανέειν ιμείρεται» = Όμως ο Οδυσσέας, ποθώντας να βγαίνει καπνός από την πατρίδα του, επιθυμεί να πεθάνει πολύ (σ’ αυτήν) (Ομήρου, Οδυσσείας α, στίχ. 57-59).
——————————————————-
Του Κ. Γ. Κ. Χατζόπουλου, Τ. Λυκειάρχη
Δεν είναι η πρώτη φορά που αναφέρομαι σε σένα, λαμπρέ μου φίλε Ευάγριε, αιώνιε Οδυσσέα, που ζεις κάτω από ξένο ήλιο, που, όσο κι αν ακτινοβολεί, ελάχιστα θερμαίνει την ψυχή σου.
Πήρες των ομματιών σου, ύστερα από λαμπρή φοίτηση στο ιερό τέμενος της ελληνικής παιδείας, και πλατάγιασες στον ψυχρό βορρά, γιατί κινδύνευες να σου ψαλιδίσουν τις ολόγερες φτερούγες σου οι ιερουργοί του νεποτισμού και του ρουσφετιού.
Πάλαιψες, όσο μπόρεσες. Χτύπησες τη γροθιά σου στα αόρατα κρυερά εγχειρίδια των ανόμων συμφερόντων, όμως οι άνομοι Ελλανοδίκες δεν επιτρέψανε να κόψεις το νήμα της πρωτιάς. Σου στρώσανε τον στίβο της διάκρισης με τριβόλια και παγίδες κι ανοίξανε διάπλατα τη στράτα για τους ξυλοσχίστες ευνοούμενούς τους, προκειμένου να εξοφλήσουν τα χρωστούμενα για την ανάδειξή τους γραμμάτια.
Κι εσύ, καλέ μου φίλε Ευάγριε, όταν απόκαμες διαπιστώνοντας συνειδητά τον μάταιο αγώνα σου, έκανες πέτρα την καρδιά σου και κλείνοντας στο αργυρό βαλιτσάκι σου την «Ιθάκη» σου με μπροστάρη την αναμφίλεκτη αξιοσύνη σου, χτύπησες τις θύρες των ιερών ιδρυμάτων της Ξένης Παιδείας. Και δεν τις κουρτάλησες από χρεία, αλλά από αξίωση θεμιτή.
Κι εκείνες, λαμπρέ μου φίλε Ευάγριε, άνοιξαν διάπλατα πειθαρχώντας στον θεσπισμένο νόμο της αξιοσύνης και σε δέχτηκαν περιχαρείς.
Πέρα από τις επίλεκτες γνώσεις σου, τις οποίες απέκτησες πορευόμενος την οδό της αρετής, είχες στα θυλάκιά σου και την ταυτότητα της καταγωγής σου.
Ήσουν πανάξιος κληρονόμος των ρηξικέλευθων φωτεινών ιερουργών της φιλοσοφίας, της ιατρικής και των άλλων επιστημών.
Και ασφαλώς η φιλόφρονη υποδοχή, που σου κάνανε, δεν εδραζόταν μόνο στην καταγωγή σου, υπέκρυβε και στο πίσω μέρος του μυαλού τους το θεμιτό τους συμφέρον.
Η ιεροτελεστία σου στα ιερά τεμένη της παιδείας τους θα τα ενέδυε με αίγλη, διάκριση και καύχηση. Γι’ αυτό και δε φείσθηκαν να σε αργυροπληρώσουν αντάμα με την απόδοση τιμών και επίζηλων διακρίσεων.
Και έγινες, λαμπρέ μου φίλε Ευάγριε, ο δακτυλοδεικτούμενος αλλοδαπός, τον οποίο θεωρήσανε τιμή τους να σε πολιτογραφήσουν.
Ανοίξανε διάπλατα τον στίβο της διάκρισης με αυστηρή εντολή στους κριτές να διατυπώσουν με τη δέουσα αυστηρότητα και δικαιοσύνη την κρίση τους.
Δεν πήραν τα μυαλά σου αέρα από όλη αυτή την τιμητική αποδοχή, ώστε να ρίξεις πέτρα πίσω σου, να αρνηθείς τα άγια χώματα, όπου πάλαιψες μέσα στη μιζέρια, την ανέχεια, την αδικία και τον παραγκωνισμό, όμως έχοντας βαθιά μέσα σου την πίστη στις άξιες δυνάμεις σου έκοψες με ολόγιομη ικανοποίηση την ψυχή σου το νήμα του τερματισμού χωρίς να φοβηθείς τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες.
Με τις εμπειρίες σου αυτές και τις αξεθώριαστες αρχές δεν προσβλήθηκες από τον ιό της οίησης Δεν άφησες να σε θαμπώσουν τα εκτυφλωτικά φώτα. Έμεινες ένας ταπεινός υπηρέτης του συνανθρώπου σου και συγχρόνως ένας ανίατος λάτρης της χώρας όπου πρωτοείδες το φως του ήλιου. Το αργυρό βαλιτσάκι, όπου την έχεις κατάκλειστη με περίσσια φροντίδα και το κουβαλάς πάντοτε μαζί σου, επιβεβαιώνει αναντίρρητα πως είσαι ένας πανάξιος απόγονος του πολυμήχανου ομηρικού ήρωα, τον οποίο δε σαγηνεύει καμιά ωραιόκορμη και ωραιοπλούμιστη και πολύφερνη «Καλυψώ». Τυχερός που η «Ιθάκη» σου σού έδωσε το ωραίο ταξίδι. Χωρίς αυτήν δε θάβγαινες στον δρόμο για να ανεβείς ψηλά. Σωστά λοιπόν κάνεις, που δεν τη βγάζεις ποτέ από το μυαλό σου.
Δε σου το κρύβω, λαμπρέ μου φίλε Ευάγριε, κάθε φορά που σε συναντώ, ότι νιώθω βαθιά στην ψυχή μου την ανέκφραστη ικανοποίηση, που είσαι ένας εξαίρετος πρεσβευτής της χώρας, που σε γέννησε.
Με πολλή αγάπη πάντοτε
Ο Δάσκαλός σου

