Πως φτάσαμε στην
Πρωταπριλιά του 1955 στην Κύπρο
Η πρώτη εμφάνιση της Ε.Ο.Κ.Α
Tου Ζαχαρία Κύζα*
Άλλη μια πρωταπριλιά . Θα ξαναθυμηθούμε το έπος της ΕΟΚΑ και το Διγενή , τον Γρηγόρη Αυξεντίου στο Μαχαιρά αλλά και τους τέσσερεις που έπεσαν στον αχυρώνα στο Λιοπέτρι, τους εννιά που οδηγήθηκαν σ την αγχόνη , το δεκαοκτάχρονο Ευαγόρα Παλληκαρίδη και τα Φυλακισμένα μνήματα , το Μάτση στο Δίκωμο , τα κέρφιου,(οι κατ΄ οίκον περιορισμοί ) και τα κρατητήρια , την εξορία του Μακαρίου στις Σεϋχέλες , τις διαδηλώσεις των μαθητών και τα δακρυγόνα , τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου και τόσα άλλα μέχρι την ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος.
Πως όμως φτάσαμε στην ανακήρυξη και στην εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας;
Μέσα στο κλίμα που δημιουργήθηκε με το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου αλλά και το τέλος του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, φαινόταν ότι η αποικιοκρατία άρχισε να αποδυναμώνεται , και στην Κύπρο οι Έλληνες κάτοικοι του νησιού εξέφραζαν όλο και πιο δυναμικά το αίτημά τους για αυτοδιάθεση, με αποκορύφωμα το Ενωτικό Δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου του 1950, όπου το 95,7 % του κυπριακού λαού ζητούσε ΕΝΩΣΗ με την Ελλάδα.
Και ενώ η Αγγλία δεν δεχόταν καν , να δεχτεί και να συζητήσει τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος, στην Αθήνα μετά από μια μακρά προεργασία σχηματίστηκε μια δωδεκαμελής Επιτροπής Αγώνος Κύπρου από Ελλαδίτες και Έλληνοκύπριους με στόχο της διεξαγωγή αγώνα για την απελευθέρωση της Κύπρου από τον αγγλικό ζυγό και την ΕΝΩΣΗ της με την Ελλάδα.
Αρχές Μάρτιου του 1953 και ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος ο Γ’ μεταβαίνει στην Αθήνα, για μία μυστική συνάντηση που θα έμενε στην ιστορία.
Το Σάββατο, 7η Μαρτίου 1953, το βράδυ στο σπίτι του καθηγητή θεολογίας Γεράσιμου Κονιδάρη, στην οδό Ασκληπιού 36β, η δωδεκαμελής Επιτροπή Αγώνος Κύπρου συνεδριάζει μυστικά γύρω από ένα τραπέζι. Παρόντες ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ, ο εν αποστρατεία συνταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού Γεώργιος Γρίβας, ο Σωκράτης και ο αδελφός του Σάββας Λοϊζίδης, ο Δημήτριος Βεζανής, ο Νικόλαος Παπαδόπουλος, ο Ηλίας Τσατσόμοιρος, ο Δημήτρης Σταυρόπουλος, ο Αντώνιος Αυγίκος, ο Γεώργιος Στράτος, ο Ηλίας Αλεξόπουλος και φυσικά ο οικοδεσπότης, Γεράσιμος Κονιδάρης.
Αυτοί οι δώδεκα Έλληνες έδωσαν έναν κοινό όρκο που σκοπό είχε την ΕΝΩΣΗ της Κύπρου με την Ελλάδα. Με ένα όρκο μόλις σαράντα οκτώ (48 ) λέξεων , ο οποίος δόθηκε επάνω σ΄ ένα μικρό Ιερό Ευαγγέλιο και υπογράφηκε και από τους δώδεκα και έλεγε:
– ” Ορκίζομαι εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος να φυλάξω θυσιάζων και την ιδίαν μου ζωήν, υποφέρων και τα πλέον σκληρά βάσανα, μυστικόν παν ό,τι γνωρίζω και θέλω ακούση διά την υπόθεσιν της Ενώσεως της Κύπρου, θα υπακούω δε τυφλώς εις τας εκάστοτε διδομένας μοι σχετικάς επιταγάς ” .
Η δωδεκαμελής Επιτροπή Αγώνος Κύπρου είδε και αποφάσισε ότι η πορεία προς τον ένοπλο αγώνα, όπως φάνηκε πλέον, ήταν η μόνη δυνατή και σωστή επιλογή και ξεκινούσε μια πορεία μη αναστρέψιμη, γιατί αψηφώντας τους κίνδυνους που μπορούσαν να παρουσιαστούν προχώρησε στην οργάνωση του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου για Ελευθερία , για αποτίναξη του αγγλικού αποικιακού ζυγού, για ενσωμάτωση της Κύπρου στην μητέρα Ελλάδα.
Έτσι στις 5 Μαρτίου 1954 με το ιστιοφόρο ” Σειρήν ” έγινε η πρώτη μεταφορά οπλισμού στην Κύπρο από την Ελλάδα με κυβερνήτη του πλοιαρίου τον Ευάγγελο Κουταλιανό .
Ο οπλισμός παρελήφθη στην ακτή ” Βρέξη” στη Χλώρακα της Πάφου , με κάθε μυστικότητα και φυλάχτηκε σε ασφαλές μέρος. Αυτός ο οπλισμός ήταν 8 οπλοπολυβόλα, 21 αυτόματα, 47 τυφέκια, 7 περίστροφα, 290 χειροβομβίδες, 20 κιλά εκρηκτικές ύλες και πολλές σφαίρες. Ουσιαστικά με αυτό το πολεμικό υλικό ξεκίνησε και ο Αγώνας της ΕΟΚΑ την 1η Απριλίου 1955.
Παρά τις συνεχείς προσπάθειες για να δοθεί μια πολιτική λύση στο θέμα, μέσω της αυτοδιάθεσης και με ένα δημοψήφισμα που θα γινόταν , οι Βρετανοί την Τετάρτη, 28η Ιουλίου του 1954 μέσα στη Βουλή των Κοινοτήτων με το Βρετανό υφυπουργό των Αποικιών Χένρυ Χόπκινσον, ξέκοψαν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι :
“Η Κύπρος είναι στρατηγική περιοχή. Ουδέποτε θα μπορούσε να βρει εφαρμογή στην περίπτωσή της η αρχή της αυτοδιάθεσης“ κλείνοντας και το τελευταίο παράθυρο ελπίδας για ειρηνική επίλυση των κυπριακού ενωτικού ζητήματος.
Η ελληνική απάντηση στο βρετανικό ” ουδέποτε ” όμως δόθηκε στον Ιερό Ναό της Φανερωμένης Λευκωσίας από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο , την Κυριακή, 22 Αυγούστου του 1954, μπροστά σε είκοσι χιλιάδες ( 20.000) Ελληνοκύπριους (σύμφωνα με τον κυπριακό τύπο της εποχής είχε αδειάσει η Λευκωσία και τα γύρω χωριά).
Από το δεσποτικό θρόνο του Ιερού Ναού της Φανερωμένης ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος εκφώνησε τον ιστορικό ” Όρκο της Φανερωμένης “.
– ” Κύπριοι αδελφοί. Στώμεν καλώς. Ουδείς ας ορρωδήση. Ουδείς ας μη προδώση τας αρχάς και τας πεποιθήσεις του. Είμεθα Έλληνες και μετά των Ελλήνων επιθυμούμεν να ζήσωμεν. Υπό τους ιερούς αυτούς θόλους ας δώσωμεν σήμερον τον άγιον όρκον:
– ” Θα παραμείνωμεν πιστοί έως θανάτου εις το εθνικόν μας αίτημα. Άνευ υποχωρήσεων. Άνευ συναλλαγών. Θα περιφρονήσωμεν την βίαν και την τυραννίαν. Με θάρρος θα υψώσωμεν το ηθικόν παράστημά μας υπεράνω των μικρών και εφημέρων κωλυμάτων, εν και μόνον επιδιώκοντες, εις εν και μόνον αποβλέποντες τέρμα, την ΕΝΩΣΙΝ και μόνον την ΈΝΩΣΙΝ ” .
Ξεκάθαρα και με σαφήνεια ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος προσδιόρισε στην ομιλία του αυτή την παραπέρα πορεία του κυπριακού ενωτικού κινήματος.
Το πώς οδηγηθήκαμε στην απόφαση για τον ένοπλο αγώνα του 1955-59, συνοψίζεται, με εξαιρετικό τρόπο μέσα από ένα ποίημα του Γιάννη Παπαδόπουλου με τίτλο ” Το γράμμα και η οδός” :
” Όταν πια είδαμε κι αποείδαμε
με τα τηλεγραφήματα και τες πρεσβείες,
κλείσαμε τη μικρή ζωή μας
σ’ ένα φάκελο μικρό
που να χωράει στη φούχτα μιας μαθητριούλας,
στον προβολέα ενός ποδηλάτου,
στη ράχη ενός βιβλίου
και γράψαμε με κόκκινο μελάνι τη διεύθυνση:
Αξιότιμον
Ελληνικόν Κυπριακόν Λαόν,
Οδός Ελευθερίας η Θανάτου
Πόλεις και Χωριά
ΚΥΠΡΟΣ.
Την Πρωταπριλιά του ΄55 λοιπόν ο κυπριακός λαός με πολιτικό ηγέτη τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και στο στρατιωτικό τομέα τον συνταγματάρχη Γεώργιο Γρίβα- Διγενή, με λίγους αλλά αποφασισμένους νέους , με ελάχιστο οπλισμό και με πρότυπα τους αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης του 1821, άρχισαν τον νυν υπέρ πάντων αγώνα για την Ένωση και την ελευθερία της Κύπρου, και για την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού με σύνθημα εκείνο, το οποίο κατέλειπαν οι πρόγονοι ως ιεράν παρακαταθήκη ” Ή ταν ή επί τας ” .
Κάπως έτσι την Πρωταπριλιά του ΄55 άρχιζε ο αγώνας της ΕΟΚΑ, η οποία ονομάστηκε έτσι, δηλαδή Ε.Ο.Κ.Α. ( Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών ) στις αρχές του Ιανουαρίου του 1955. Σύμφωνα με αφήγηση του Γρηγόρη Γρηγορά, ο οποίος ασκούσε τότε καθήκοντα υπασπιστή του Αρχηγού της ΕΟΚΑ , όταν βρισκόταν μαζί με τον Γεώργιο Γρίβα στην Κακοπετριά, ο αρχηγός γύρισε ξαφνικά και τον ρώτησε πως σου φαίνεται το όνομα ΕΟΚΑ. Κάπως έτσι γεννήθηκε και το όνομα της οργάνωσης που σε λίγους μήνες θα αγκάλιαζε το σύνολο του Κυπριακού Ελληνισμού και η δράση της θα έκανε γνωστή την Κύπρο σε όλο τον κόσμο.
Η ΕΟΚΑ την Παρασκευή, 1η Απριλίου 1955, έκανε και την πρώτη της εμφάνιση , όταν κατά τη διάρκεια της νύχτας, ακούστηκαν εκρήξεις βομβών, επιθέσεις που είχαν ως στόχους κυβερνητικά κτίρια, αστυνομικούς σταθμούς, τον ραδιοσταθμό και το βρετανικό στρατόπεδο της Αμμοχώστου. Και αφού ακούστηκαν οι πρώτες εκρήξεις και ξημέρωνε η πρώτη του Απρίλη στην περιοχή της Αμμοχώστου ανάμεσα στο Λιοπέτρι και το Αυγόρου είχαμε και τον πρώτο νεκρό , το Μόδεστο Παντελή από ηλεκτροπληξία στην προσπάθεια του να βραχυκυκλώσει το σύστημα παροχής ρεύματος για την περιοχή Αμμοχώστου.
Η «Καθημερινή» της 2ας Απριλίου 1955 έγραφε στο πρωτοσέλιδο της: ” Η δούλη Κύπρος ευρίσκεται εις φάσιν εξεγέρσεως», «Ταραχαί εξερράγησαν απ’ άκρου εις άκρον της νήσου”.
Κάπως έτσι άρχιζε το έπος της ΕΟΚΑ στην Κύπρο …….
Και όπως διαβάζουμε στις εφημερίδες της εποχής πραγματοποιήθηκε μια σειρά από επιθέσεις με χειροβομβίδες εναντίον διαφόρων στρατιωτικών κτιρίων και σε αστυνομικούς σταθμούς στη Λεμεσό αλλά και σε άλλες πόλεις, ενώ όπως επιβεβαίωσε και ο εκπρόσωπος του αγγλικού στρατού τις πρώτες πρωινές ώρες σημειώθηκε επίθεση και εναντίον βρετανικού στρατοπέδου με δυναμίτιδα. Οι Άγγλοι αιφνιδιάστηκαν και πήραν διάφορα στρατιωτικά μέτρα, σπασμωδικά, για να προφυλαχθούν από τις βόμβες και τις μολότωφ . Εδόθη εντολή για φρούρηση του διοικητηρίου, δημοσίων κτηρίων, αστυνομικών σταθμών.
Ο τότε κυβερνήτης της Κύπρου, Ρόμπερτ Πέρσιβαλ Άρμιτατζ, σε σχετικές δηλώσεις τόνιζε ότι θα ” ληφθούν όλα τα μέτρα διά την ανακάλυψιν και σύλληψιν των κακοποιών και ότι είναι βέβαιος ότι ο πληθυσμός της Κύπρου, ο οποίος σκέπτεται σοβαρά, όπως και οι νομοταγείς πολίτες συμμερίζονται την κατάπληξη και τη λύπη των αρχών για αυτές τις τρομοκρατικές επιθέσεις, όπως τις χαρακτήριζε , και ότι ουδέποτε θα τις ενθαρρύνουν ή θα τις συγχωρήσουν” .
Το Υπουργείο Αποικιών εξέδωσε άμεσα διαταγές ώστε οι Άγγλοι να είναι σε θέση στην Κύπρο να αποφασίζουν τις επόμενες κινήσεις τους σε μια προσπάθεια αποφυγής και επανάληψης παρόμοιων γεγονότων. Ωστόσο η Αστυνομία στη Λευκωσία την 1η τ΄ Απρίλη του ΄55 προχώρησε στην εξέταση δακτυλογραφημένων προκηρύξεων στην ελληνική γλώσσα, που όπως λέγεται τις πέταξε αυτοκίνητο λίγο μετά τις εκρήξεις που σημειώθηκαν τις πρώτες πρωινές ώρες στη Λευκωσία.
Και οι Άγγλοι σύμφωνα με εφημερίδες της εποχής στις 3 Απριλίου 1955, έγραφαν ότι ” δύο από τα μέλη της ΕΟΚΑ, που σίγουρα βρισκόταν πίσω από αυτές τις ενέργειες συνελήφθησαν ενώ έγραφαν στους τοίχους αντιβρεττανικά συνθήματα με την ως άνω υπογραφή “.
Ακόμα στο ίδιο ανακοινωθέν, διαβάζουμε ότι εις την Λεωφόρο Ευαγόρου στη Λευκωσία συνελήφθησαν δυο μαθητές που κρατούσαν εκατό πενήντα δύο ( 152 ) προκηρύξεις, που ανέφεραν ότι ” καιρός είναι να δείξωμεν εις τον κόσμον ότι είμεθα έτοιμοι να αποκτήσωμεν την ελευθερίαν μας με τας χείρας μας και το αίμα μας” .
Οι συλληφθέντες, εννοείται ότι υποβλήθηκαν σε εξαντλητική ανάκριση για να ομολογήσουν.
Μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια, η ΕΟΚΑ θα συνεχίσει να μάχεται , θέλοντας να πετύχει τον σκοπό της που δεν ήταν κανένας άλλος παρά η ΕΝΩΣΗ της Κύπρου με την Ελλάδα. Και όλα αυτά μέχρι το Φεβρουάριο του 1959 οπότε και υπογράφηκαν οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, που οδήγησαν στην ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, τον Αύγουστο του 1960.
Κλείνοντας αυτή την πρώτη μέρα της 1ης του Απρίλη του1955, την αρχή του αγώνα της ΕΟΚΑ επειδή πολλοί, ακόμα και σήμερα , διερωτώνται αν οι νέοι του 1955 μετάνιωσαν για τη συμμετοχή τους στον αγώνα .
Ένας υπέργηρος γέροντας σήμερα , αγωνιστής της ΕΟΚΑ αλλά και πολιτικός κατάδικος στις φυλακές του ΠΕΡΘ Σκωτίας – Αγγλίας , δέκα εννιάχρονος τότε λέει για τη συμμετοχή στον αγώνα:
” Η συμμετοχή μου στον αγώνα της ΕΟΚΑ, ήταν για μένα ένα γεγονός που σφράγισε όλη τη μετέπειτα ζωή μου. Με συνόδευε και με συνοδεύει ακόμα σήμερα και δεν με αφήνει ήσυχο, όπως φαντάζομαι και όλους τους αγωνιστές, ενόσω βλέπουμε τα κακά που έχουν έρθει στον τόπο μας και το ότι το όραμα μας έχει μείνει κολοβωμένο και η πατρίδα μας μισή.
” Για τις ταλαιπωρίες όλες αυτές που υπέστηκα δεν το μετάνιωσα. Νιώθω περήφανος!!!! Νιώθω περήφανος, γιατί πολέμησα για την ελευθερία της Κύπρου μας! Πολέμησα για την Ελλάδα! Πολέμησα γι’ αυτήν τη γη μας! Πολέμησα γι’ αυτήν την οικογένειά μας! Πολέμησα για το χωριό μου !
Δράμα ,1 Απριλίου 2026
Ζαχαρίας Κύζας
από το Παραλίμνι
Αμμοχώστου
Κύπρος

