Στα πλαίσια έκθεσης του Μουσείου Μπενάκη
Σάλος στα τουρκικά ΜΜΕ
για τον Μεγαλέξανδρο
στον πολιτιστικό χώρο Σαντιρβάν
Τουρκικά δημοσιεύματα κατά της Ελλάδας μιλάνε για δήθεν «ελληνική πρόκληση»
ΓΙΑ ΤΟ θέμα της έκθεσης του μεγάλου γλύπτη και εικαστικού Γιάννη Παππά στον πολιτιστικό χώρο Σαντιρβάν της Raycap που θα εγκαινιαστεί την ερχόμενη Τρίτη, ο «Π.Τ.» έχει αναφερθεί κατά κόρον το τελευταίο διάστημα.
Και όπως ήδη έχουμε δημοσιεύσει και πρόσφατα, ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε σε Δραμινούς συμπολίτες μας, η παρουσίαση ενός μεγάλου και επιβλητικού χάλκινου αγάλματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου στον κήπο του Σαντιρβάν.
Πέρα όμως από τους λίγους Δραμινούς που αντέδρασαν, έρχεται τώρα και μερίδα του τουρκικού Τύπου, η οποία μιλάει για «ελληνική πρόκληση» σε έναν οθωμανικό χώρο και μάλιστα μιλάει ακόμα και για «ελληνική ντροπή».
Συγκεκριμένα και όπως μεταδίδουν αρκετά ελληνικά μέσα ενημέρωσης, νέο επιθετικό αφήγημα κατά της Ελλάδας επιχειρούν να στήσουν τουρκικά ΜΜΕ, αυτή τη φορά με αφορμή τον χώρο του Σαντιρβάν στη Δράμα και την παρουσία αγάλματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο πλαίσιο πολιτιστικής δράσης.
Το θέμα μεταδίδει η Yeni Akit και σε τουρκόφωνα μέσα που αναπαράγουν το ίδιο αφήγημα. Το τουρκικό δημοσίευμα παρουσιάζει την υπόθεση ως δήθεν «ελληνική πρόκληση» και κάνει λόγο για προσπάθεια «εξάλειψης της οθωμανικής μνήμης» από τη Δράμα.
Η Yeni Akit, σε ιδιαίτερα φορτισμένο ύφος, γράφει ότι στην αυλή του Σαντιρβάν, το οποίο χαρακτηρίζει «οθωμανική κληρονομιά», τοποθετήθηκε άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου με αφορμή έκθεση του Μουσείου Μπενάκη. Το τουρκικό μέσο παρουσιάζει την πολιτιστική χρήση του μνημείου όχι ως καλλιτεχνική ή μουσειακή δράση, αλλά ως «ιδεολογική παρέμβαση» και «ελληνοποίηση» ενός χώρου με οθωμανικό παρελθόν.
Στο δημοσίευμα χρησιμοποιούνται βαρείς χαρακτηρισμοί, με τη Yeni Akit να μιλά για «ελληνική ντροπή» και να υποστηρίζει ότι η Ελλάδα επιχειρεί να αποκόψει το μνημείο από τις «ισλαμικές και τουρκικές ρίζες» του. Πρόκειται για μια γνώριμη ρητορική του τουρκικού Τύπου, όπου κάθε ελληνική πολιτιστική πρωτοβουλία που αφορά μνημεία με οθωμανικό παρελθόν παρουσιάζεται ως επίθεση στην τουρκική ταυτότητα.
Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι μετά την ανταλλαγή πληθυσμών το μνημείο έχασε σταδιακά τον αρχικό του ρόλο και την ταυτότητά του. Παράλληλα, αναφέρεται σε γεγονότα του 1963, κατά τη διάρκεια της κρίσης γύρω από το Κυπριακό, υποστηρίζοντας ότι το τέμενος υπέστη σοβαρές φθορές από ακραίες ομάδες και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην περίοδο μετά το 1981, όταν το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως τυπογραφείο εφημερίδας. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η εγκατάσταση βαρέων μηχανημάτων προκάλεσε σημαντικές φθορές στη δομή και την αρχιτεκτονική του μνημείου.
Στο δημοσίευμα διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι η τοποθέτηση του αγάλματος αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής «εξελληνισμού» των οθωμανικών μνημείων και χαρακτηρίζεται ως συμβολική προσπάθεια διαγραφής των τουρκικών και ισλαμικών στοιχείων από τον δημόσιο χώρο.
Το Σαντιρβάν
Τα ελληνικά ΜΜΕ μάλιστα δίνουν και ενδιαφέροντα στοιχεία, τα οποία συχνά ο «Π.Τ.» έχει ήδη δημοσιεύσει. Ένα σύντομο ιστορικό είναι το παρακάτω:
Το Σαντιρβάν βρίσκεται στο κέντρο της Δράμας και αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ιστορικά κτήρια της πόλης. Υπήρξε αρχικά οθωμανικό τζαμί, με τον μιναρέ του να χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται από το Μουσείο Μπενάκη, ανακαινίστηκε το 1806 από τον Μεχμέτ Χαλίλ Αγά, πατέρα του Μαχμούτ Πασά, γνωστού ως Δράμαλη, και λειτούργησε ως τζαμί έως το 1922.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το κτήριο χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση προσφυγικών οικογενειών. Από το 1927 έως το 1981 στέγασε το τυπογραφείο της ιστορικής τοπικής εφημερίδας «Θάρρος», ενώ το 1983 κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο. Αργότερα, μετά την εγκατάλειψη και τη φθορά του χρόνου, το μνημείο αποκαταστάθηκε και μετατράπηκε σε πολιτιστικό χώρο.
Η σημερινή χρήση του Σαντιρβάν ως χώρου πολιτισμού, εκθέσεων και εκδηλώσεων εντάσσεται σε μια προσπάθεια ανάδειξης της ιστορίας της Δράμας και των πολλαπλών ιστορικών στρωμάτων της πόλης. Το Μουσείο Μπενάκη έχει συνδεθεί με τον χώρο μέσα από σειρά εκθέσεων και πολιτιστικών δράσεων, με αντικείμενα από τις συλλογές του και με ελεύθερη πρόσβαση για το κοινό.


