Στην «πράσινη» ζώνη η Δράμα
στο νέο σεισμικό χάρτη του ΑΠΘ
Στον «Π.Τ.» μιλάει ο Κωνσταντίνος Παράσχου, αντιπρόεδρος Διοικούσας Επιτροπής του ΤΕΕ-ΑΜ
Του Θρασύβουλου Πεγγαρά
Αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις προκύπτουν στον αντισεισμικό σχεδιασμό και την ασφάλεια των κατασκευών στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον νέο προτεινόμενο σεισμικό χάρτη που εκπονήθηκε από την Ερευνητική Μονάδα Εδαφοδυναμικής και Γεωτεχνικής Σεισμικής Μηχανικής του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ. Η επικαιροποίηση του σεισμικού χάρτη καταρτίστηκε ακολουθώντας τις επιταγές του αναθεωρημένου ευρωπαϊκού κανονισμού, Ευρωκώδικα 8, για τον αντισεισμικό σχεδιασμό των κατασκευών, ο οποίος καθορίζει τους κανόνες για τη μελέτη, κατασκευή, αποτίμηση και ενίσχυση κτιρίων και τεχνικών έργων. Με βάση τον προτεινόμενο νέο σεισμικό χάρτη, η Ελλάδα χωρίζεται πλέον σε 5 σεισμικές ζώνες, έναντι τριών στον ισχύοντα κανονισμό, κάτι που επιτρέπει λεπτομερέστερη αποτύπωση της χωρικής μεταβλητότητας της σεισμικής επικινδυνότητας, λαμβάνοντας υπόψη και την πληθυσμιακή πυκνότητα.
Για τα νέα δεδομένα, και για τη Δράμα που ήταν και παραμένει στην «πράσινη» ζώνη, μιλάει στον «Π.Τ.» ο Κωνσταντίνος Παράσχου, αντιπρόεδρος Διοικούσας Επιτροπής του Τεχνικού Επιμελητηρίου, τμήματος Ανατολικής Μακεδονίας, κάνοντας παράλληλα αναφορά και στις οικονομικές επιπτώσεις που ο νέος σεισμικός χάρτης επιφέρει: «Ο νέος προτεινόμενος σεισμικός χάρτης είναι της ερευνητικής ομάδας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με επικεφαλής τον κύριο Πιτιλάκη. Οι βασικές διαφορές που βλέπουμε είναι ότι αλλάζει ο χάρτης των ζωνών, από τρεις που ήτανε με τον κανονισμό του 2003, σε πέντε ζώνες. Κάτι το οποίο οδηγεί σε μια μεγαλύτερη εξειδίκευση της σεισμικής επικινδυνότητας στον ελλαδικό χώρο. Αυτή είναι, σε πρώτη φάση, η βασική όψη του χάρτη που βλέπουμε. Εξειδικεύοντας τη σεισμική επικινδυνότητα σε διάφορες περιοχές, ορίζει και τις περιοχές στις οποίες θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα, ενδεχομένως και λεπτομερέστερος σχεδιασμός και μεγαλύτερες απαιτήσεις που θα απαιτηθούν από τον σχεδιασμό αυτό για την κατασκευή των οικοδομών μας, των κτιρίων και όλων των κατασκευών.
Προφανώς θα υπάρξουν και οικονομικές επιπτώσεις. Όσο πιο αυξημένο το μοντέλο σχεδιασμού απέναντι σε σεισμική επικινδυνότητα, τόσο μεγαλύτερες οι απαιτήσεις και το κόστος της κατασκευής. Βέβαια προέχει πάντα η ανθρώπινη ζωή. Και η δική μας περιοχή, αυτή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, έχει τη μεγαλύτερη σεισμική επικινδυνότητα από όλες τις περιοχές της Ευρώπης. Τα μοντέλα αυτά προσπαθούν να εξειδικεύσουν την επικινδυνότητα στον ελλαδικό χώρο, ειδικά για κάποιες περιοχές που είναι περισσότερο ευάλωτες στη σεισμική δραστηριότητα, για να είναι πιο ασφαλείς απέναντι στους κινδύνους που διατρέχουν».
Για τη Δράμα, που ήταν και παραμένει στην «πράσινη» Ζώνη 1, όπου η σεισμική δραστηριότητα είναι αρκετά περιορισμένη, και εξαντλείται σε κάποιες μικρές, έως συχνά και ανεπαίσθητες, σεισμικές δονήσεις, ελάχιστα δεδομένα έχουν αλλάξει από την νέα αυτή αναδιάταξη του χάρτη, όπως μας πληροφορεί ο κ. Παράσχου: «Η Δράμα παραμένει στη Ζώνη 1. Βέβαια, έχουν αλλάξει λίγο τα δεδομένα σχεδιασμού. Σχεδιάζαμε με τη μέγιστη φασματική επιτάχυνση. Αυτή τη στιγμή μπαίνουν δύο νέες φασματικές τιμές επιτάχυνσης, οι οποίες από ότι φαίνεται περιγράφουν καλύτερα τη σεισμική συμπεριφορά. Εμείς είμαστε στη χαμηλότερη ζώνη, πάντα ήμασταν. Είναι λίγο διαφορετικά τα δεδομένα σχεδιασμού, εισάγονται περισσότεροι συντελεστές για την καλύτερη μελέτη και σχεδιασμό μιας κατασκευής. Δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στο έδαφος που θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να κάνουμε τις μελέτες μας. Όλα αυτά βέβαια έχουν μια άμεση απόκριση στο κόστος της κατασκευής, αλλά δεν είμαστε σε θέση τώρα να πούμε ακριβώς πόσο. Πάντως, αυτό που προσπαθεί η ερευνητική ομάδα του πανεπιστημίου να κάνει, είναι να μπορέσει να εξειδικεύσει τη δραστηριότητα, ώστε σε κάποιες περιοχές που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη να γίνει πιο αυστηρός ο σχεδιασμός, σε κάποιες περιοχές ενδεχομένως που δεν είναι τόσο έντονη η σεισμική δραστηριότητα να μην είναι τόσο αυστηρός ο κανονισμός, και προφανώς να μην απαιτείται τόσο μεγάλο κόστος όσο σε κάποιες άλλες περιοχές».
Ερωτώμενος από τον «Π.Τ.», σχετικά με τις υφιστάμενες κατασκευές, δεδομένου ότι στη χωρά έχουμε θρηνήσει δυστυχώς ανθρώπους που τους έχουν καταπλακώσει ετοιμόρροπα μπαλκόνια, ο κ. Παράσχου αναφέρεται στην σημαντικότητα της συντήρησης κάθε κτιρίου: «Ναι, αυτό με τις καταρρεύσεις μπαλκονιών είναι ένα φαινόμενο που το βλέπουμε τα τελευταία χρόνια πολύ έντονα. Κοιτάξτε, κάθε κατασκευή δέχεται μια φθορά από τον χρόνο, από τα καιρικά φαινόμενα, έχει ένα χρόνο ζωής. Αυτό που εμείς προτείνουμε πάντα στους ιδιοκτήτες είναι ότι θα πρέπει να γίνει ένας περιοδικός έλεγχος των ακινήτων τους, ώστε να υπάρχει μια διαρκής συντήρηση. Ενδεχομένως σε περιπτώσεις όπου εντοπίζονται προβλήματα ή ενδεχομένως προσθήκες και αυθαίρετα τα οποία δεν έχουν μελετηθεί, θα πρέπει να απευθυνθεί ο κόσμος σε εξειδικευμένους μηχανικούς, στους μηχανικούς της περιοχής μας, που μπορούν να κάνουν αναλύσεις και μοντέλα προσομοίωσης των κατασκευών τους και να τους δώσουν προτάσεις είτε ενίσχυσης, είτε και πιο απλά ενδεχομένως, προτάσεις για τη συντήρησή τους. Μια κατασκευή όταν αφήνεται στο έλεος του χρόνου, προφανώς και θα έχει φθορές και θα έχουμε και επικίνδυνα αποτελέσματα όπως είναι η πτώση των μπαλκονιών».



