Home > νέα > Τα «Πανηγύρια» του Γιάννη Δήμου είναι μια αναδρομή στην αυθεντική Ελλάδα! Ο σημαντικός Έλληνας φωτογράφος Γιάννης Δήμου μιλάει στον «Π.Τ.»

Τα «Πανηγύρια» του Γιάννη Δήμου είναι μια αναδρομή στην αυθεντική Ελλάδα! Ο σημαντικός Έλληνας φωτογράφος Γιάννης Δήμου μιλάει στον «Π.Τ.»

Ο σημαντικός Έλληνας φωτογράφος Γιάννης Δήμου μιλάει στον «Π.Τ.»

Τα «Πανηγύρια» του Γιάννη Δήμου είναι

μια αναδρομή στην αυθεντική Ελλάδα!

► Γ. Δήμου: Η ψυχή και το μάτι φωτογραφίζουν και όχι η μηχανή! – «Το μυστικό είναι να γίνεις ένα με τους ανθρώπους που φωτογραφίζεις»

► Ο Γιάννης Δήμου εκθέτει έργα του στο Μαρμάρινο Σπίτι

 

Του Θανάση Πολυμένη

ΜΕ ΕΝΑΝ από τους πλέον σημαντικούς Έλληνες φωτογράφους, συνεχίζονται οι εκθέσεις φωτογραφίας στον Πολυχώρο Πολιτισμού της ΑμΚΕ ΚΥΚΛΩΨ (Καπναποθήκη Αναστασιάδη) στο γνωστό μας Μαρμάρινο Σπίτι.

Από αύριο Σάββατο 14 Μαρτίου, ανοίγει η έκθεση φωτογραφίας με τίτλο Panigiria του Γιάννη Δήμου, ενώ κατά τη διάρκεια των εγκαινίων στις 19.00, θα παραβρίσκεται και ο ίδιος ο δημιουργός. Η έκθεση θα παραμείνει ανοιχτή για το κοινό μέχρι την Κυριακή 7 Ιουνίου. Οι μέρες και ώρες λειτουργίας της έκθεσης είναι από Τετάρτη έως Κυριακή και ώρες 10.00 – 14.00 και 17.00 – 21.00

Οι φωτογραφίες που παρουσιάζονται στην έκθεση είναι τραβηγμένες από το 1975 έως το 1995 και έχουν παρουσιαστεί σε διεθνή φεστιβάλ και σημαντικούς εκθεσιακούς χώρους, όπως τα Rencontres d’Arles στη Γαλλία και το The Photographer’s Gallery στο Λονδίνο.

Ο ήχος του κλαρίνου στα Ζαγοροχώρια

Ο κ. Δήμου ευγενώς δέχτηκε να μιλήσει στον «Π.Τ.», τόσο για το έργο του, αλλά και για τη φωτογραφία σήμερα με τα πλέον σύγχρονα και ψηφιακά μέσα. Η πρώτη ερώτηση αφορούσε, στο πώς επέλεξε το σχετικό θέμα με τα «Πανηγύρια» και τι ήταν αυτό που του έδωσε τα έναυσμα.

Ξεκινάει τη συζήτηση λέγοντας ότι είχε αγοράσει σπίτι στα Ζαγοροχώρια με τη σύζυγό του και τα καλοκαίρια τα περνούσαν εκεί, όπως και τα παιδιά τους επίσης μεγάλωσαν εκεί. Όπως σημειώνει, «και εκεί ανακαλύπτει κανείς, με τη φοβερή μουσική της Ηπείρου και με τα κλαρίνα ιδιαίτερα, ότι διάφορα χωριά από το Ζαγόρι γιορτάζουν ανάλογα με το ποιος είναι ο Άγιος του χωριού, κάνοντας ένα πανηγύρι.

Και το πανηγύρι, δεν είναι τόσο ότι έρχονται μεταπωλητές κτλ., αλλά στην ουσία είναι ότι μαζεύονται όλοι μαζί, έχοντας πληρώσει μουσικούς, οι οποίοι παίζουν τα παραδοσιακά τους τραγούδια, και όλοι μπαίνουν στο χορό. Και είναι κάτι το οποίο είναι γνωστό μεν, αλλά και πολύ εντυπωσιακό, διότι αυτός είναι ο χορός των Ζαγοριτών. Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό, όταν ακούς αυτή τη μουσική της Ηπείρου, εκεί μέσα στο τελείωμα της χαράδρας του Αώου και είναι κάτι επιβλητικό. Εκεί πέρα, ο ήχος τα βράδια σε συνεπαίρνει κυριολεκτικά».

Αυτή η ατμόσφαιρα, έγινε η αφορμή ώστε να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο θέμα, ενώ είχε προηγηθεί το πρώτο του βιβλίο με θέμα: «Η Ελλάδα που Χάνεται», καθώς είχε αρχίσει να φωτογραφίζει απλούς ανθρώπους της υπαίθρου και των βουνών.

Όπως μας λέει, «κατ’ αυτόν τον τρόπο, εστίασα την προσοχή μου σε αυτούς τους ανθρώπους οι οποίοι γλεντούσαν κατά τον παραδοσιακό τους τρόπο, με παραδοσιακούς χορούς βέβαια και τραγούδια, τα οποία τα ήξεραν όλοι και μεγάλωσαν με αυτά. Ήταν πολύ δεμένοι κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αυτό με εντυπωσίασε τόσο, που άρχισα να φωτογραφίζω ξανά και ξανά, και με έναν τρόπο ώστε να δείξω τη ζωντάνια μέσα στο βράδυ με το λίγο φως που είχε, και να χειριστώ έναν τρόπο τεχνικό, ας το πω έτσι, ο οποίος ήταν ότι δεν μεταχειριζόμουν φλας καθόλου».

Η αυθεντικότητα του χώρου και ο φωτισμός

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στα λεγόμενά του ο κ. Δήμου, στο θέμα της «αυθεντικότητας του χώρου και του φωτισμού», που όπως λέει, «ερχόταν από λάμπες κρεμασμένες και δεν ήταν έντονος. Και εκεί ανακάλυψα λίγο-πολύ ότι το πνεύμα, του ανθρώπου που χορεύει και δίνεται και ξεχνιέται, ήταν κάτι που με συνεπήρε. Και κατ’ αυτόν τον τρόπο άρχισα να εστιάζω τον φακό μου στις στιγμές της έντασης της μουσικής και έλεγα σε άλλους ότι πολλές φορές ακούγοντας τη μουσική και περιμένοντας τη στιγμή που θα ήταν το ανέβασμα και το κατέβασμα, έκανα το “κλικ”. Και έχω καταγράψει κατ’ αυτόν τον τρόπο για αρκετά χρόνια την πρώτη δουλειά που έκανα».

Το πνεύμα…

Συνεχίζοντας, τονίζει ότι οι φωτογραφίες του είναι περισσότερο αφαιρετικές με τον κύκλο των χορευτών. «Εκεί ανακάλυψα ότι, χειριζόμενος το κλείστρο σε πιο χαμηλή ταχύτητα, έγραφε πάνω στο φιλμ μια κίνηση η οποία ήταν ωραία, η κίνηση του χορού φαινόταν πολύ πιο έντονη και πιο αφαιρετικά. Και κατά έναν τρόπο αυτή ήταν το… “the spirit”, το πνεύμα του χορού, που ο άνθρωπος και η ανθρώπινη μορφή κατά κάποιον τρόπο χάνονται όταν δίνεται στον εαυτό του να χορέψει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ή όταν ο άλλος με το ταμπούρλο χτυπάει και δείχνει την περηφάνια του και την έκστασή του».

Μέσα στη φωτογραφία

Στη διαπίστωση ότι στις φωτογραφίες του δίνεται η εντύπωση ότι ο ίδιος ο φωτογράφος βρίσκεται μέσα σ’ αυτές, συμφωνεί: «Χαίρομαι που το λέτε αυτό, διότι ακριβώς αυτό είναι που με συνεπήρε: ότι ζούσα αυτό που φωτογράφιζα μαζί με αυτούς τους ανθρώπους. Ναι, ζούσα με αυτή την εικόνα και με αυτούς τους ανθρώπους. Και για μένα είναι, κατά έναν τρόπο, και ντοκουμέντο».

Συνεχίζοντας, μας λέει ότι «πλέον και δεν χορεύουμε κατ’ αυτούς τους τρόπους, και δεν διασκεδάζουμε κατά αυτούς τους τρόπους, και δεν έχουμε την αίσθηση της γιορτής του πανηγυριού, δηλαδή για τον Άγιο τάδε ή για την εκκλησία τάδε, το οποίο έδινε μια μεγαλοπρέπεια σε αυτό το γεγονός: ότι μαζεύονταν όλοι οι συγχωριανοί και έβαζαν τις κόρες τους να χορέψουν μπροστά, άλλος έδειχνε πόσο καλός χορευτής είναι, άλλος ήθελε να ρίξει τα χρήματά του στους μουσικούς για να δείξει ότι στέκει χρηματικά».

Επισημαίνει μάλιστα χαρακτηριστικά, ότι «έχουμε χάσει την έννοια του πανηγυρίζειν».

Η Αμερική και η «Ελλάδα που χάνεται»

Αναφερόμενος στη διαδρομή του ως φωτογράφος, μιλάει για την Αμερική όπου βρέθηκε: «Όλο αυτό, κατά έναν τρόπο δένει με την αίσθηση που είχα όταν σπούδαζα στην Αμερική. Έφυγα μικρός με τους γονείς μου, μετανάστες, το ’54 στην Αμερική. Σπούδασα εκεί πέρα, έκανα το πρώτο μου πτυχίο, το Master’s πτυχίο στην Ιστορία της Τέχνης και στη Ζωγραφική και τα λοιπά, και στη Φωτογραφία. Και όταν γύρισα, ήθελα να ανακαλύψω τι μου έλειψε όλο τον καιρό που ήμουν εκεί πέρα.

Και κατά αυτόν τον τρόπο προσπάθησα να εστιαστώ —έτσι είναι το πρώτο βιβλίο “Η Ελλάδα που χάνεται”— σε πράγματα τα οποία τα χάνουμε εν καιρώ. Αυτό γίνεται και φυσιολογικά, μετατρέπεται, αλλάζει ο κόσμος, αλλάζει στις εκφάνσεις που έχει και το τι δίνει μεγαλύτερη σημασία ή λιγότερη σημασία. Οπότε αυτό είναι μια ροή στη δουλειά μου, η οποία στέκει με αυτό το σκεπτικό κατά κάποιον τρόπο».

Η «Σκιές Σιωπής» το φως!

Αναφερόμενος στο βιβλίο του «Σκιές Σιωπής», επισημαίνοντας ότι, «εκεί εμβαθύνω στους ανθρώπους, οι οποίοι με την πίστη τους προχωράνε σε διάφορες τελετουργικές καταστάσεις της Ορθόδοξης εκκλησίας. Και σε εκείνο το βιβλίο εστίασα την τέχνη μου σε κάτι που έχει βάθος, και το οποίο κατά έναν τρόπο αισθάνεσαι πόσο οι άνθρωποι αισθάνονται την ανάγκη να πιστέψουν σε κάτι πολύ υψηλότερο από τον εαυτό τους».

Για τις «Σκιές Σιωπής», σημειώνει: «Σ’ εκείνο το βιβλίο εστίασα την τέχνη μου σε κάτι που έχει βάθος, και το οποίο κατά έναν τρόπο αισθάνεσαι πόσο οι άνθρωποι αισθάνονται την ανάγκη να πιστέψουν σε κάτι πολύ υψηλότερο από τον εαυτό μας. Εκεί έπαιξα με το φως και το σκοτάδι, διότι μέσα στις εκκλησίες το φως είναι λιγοστό. Και κατά έναν τρόπο, αυτή η ατμόσφαιρα με βοήθησε να βγάλω αυτή την αίσθηση του μυστηρίου. Αυτό είναι το ένα σκέλος της δουλειάς μου. Το άλλο σκέλος βέβαια είναι ότι, επειδή είχα σπουδάσει και Ιστορία της Τέχνης και Ζωγραφική, με ενδιέφερε πάρα πολύ η σύνθεση και η μορφή. Δηλαδή, πώς τοποθετείς τον άνθρωπο μέσα στο κάδρο σου, πώς οι σκιές και το φως δημιουργούν μια ισορροπία, και πώς αυτό μεταδίδει ένα συναίσθημα στον θεατή».

Στη διαπίστωση ότι αυτό είναι κάτι που ο θεατής διακρίνει έντονα στις φωτογραφίες του και ότι υπάρχει μια ιδιαίτερη γεωμετρία παρ’ όλο που οι κινήσεις είναι έντονες, απαντάει ότι «αυτό είναι το ζητούμενο. Να μπορείς να “παγώσεις” τη στιγμή, αλλά η στιγμή αυτή να μην είναι νεκρή. Να έχει μέσα της όλη την ενέργεια που προηγήθηκε και όλη την ενέργεια που θα ακολουθήσει. Γι’ αυτό και επέλεξα αυτές τις χαμηλές ταχύτητες στο κλείστρο. Για να μη σταματήσω τον χρόνο, αλλά να τον αφήσω να κυλήσει πάνω στο φιλμ».

Η αποδοχή

Η επόμενη ερώτηση έρχεται αβίαστα και έχει να κάνει με την αποδοχή σ’ αυτές τις κλειστές κοινωνίες. Με την έννοια ότι, τα πανηγύρια στα χωριά εκείνα τα χρόνια, ήταν κάτι πολύ ιδιαίτερο και ο άνθρωπος με μια φωτογραφική μηχανή, έμοιαζε σαν ένα ξένο σώμα.

«Το μυστικό είναι να γίνεις ένα με αυτούς», απαντάει ο κ. Δήμου. «Δεν πήγαινα εκεί ως ο “φωτογράφος από την Αθήνα” ή την Αμερική. Πήγαινα ως ο συγχωριανός —αφού είχαμε πια το σπίτι εκεί— που συμμετείχε στο γλέντι. Άφηνα τη μηχανή κάτω, χόρευα, έπινα ένα κρασί μαζί τους και μετά, όταν η ατμόσφαιρα “ζέσταινε” και κανείς δεν πρόσεχε πια την παρουσία της μηχανής, τότε άρχιζα να φωτογραφίζω.

Έτσι, οι άνθρωποι στις φωτογραφίες είναι απόλυτα φυσικοί. Δεν ποζάρουν. Είναι ο εαυτός τους στην πιο αγνή, στην πιο έκστατική τους στιγμή. Και αυτό νομίζω είναι που κάνει αυτές τις φωτογραφίες να αντέχουν στον χρόνο. Γιατί δεν είναι απλώς εικόνες, είναι βιώματα».

Η ψηφιακή φωτογραφία

Η επόμενη ερώτησή μας αφορά στο πού πηγαίνει σήμερα η φωτογραφία και αν χάνεται η τέχνη αυτή, καθώς όλα πλέον έχουν γίνει ψηφιακά και είναι ευκολότερο από ποτέ να τραβήξουμε μια σειρά από φωτογραφίες.

Αυτό που εξηγεί ο κ. Δήμου, είναι ότι, «μπορείς ακόμη και με ψηφιακή τεχνική να δουλέψεις. Η ψηφιακή μηχανή σήμερα, σου επιτρέπει πολύ εύκολα να βγάζεις φωτογραφίες οι οποίες μπορεί να μην έχουν ούτε βάθος, ούτε κάποια θεματική ενότητα. Το ευτελές σήμερα είναι παντού. Και αυτό το ευτελές είναι πολύ γρήγορο και πολύ εύκολο. Και μαθαίνουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο να είμαστε ευχαριστημένοι με το… σχεδόν με το τίποτα θα έλεγα, να μην πω με το χρήμα· είναι άλλη υπόθεση εκεί. Αλλά αυτό το πράγμα δεν μας αποκλείει βέβαια, ακόμη και με μια μηχανή η οποία είναι ψηφιακή να κάνουμε τέχνη. Δεν είναι η μηχανή που βγάζει. Είναι το μάτι. Και πίσω από το μάτι πρέπει να είναι το μυαλό και η ψυχή. Ο άνθρωπος».

Το συναίσθημα

Το θέμα είναι λοιπόν το συναίσθημα; ρωτάμε: «Είναι το συναίσθημα, ακριβώς αυτό. Σου δίνει τη δυνατότητα η φωτογραφία να εμβαθύνεις και στον άνθρωπο και στη φύση κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορείς να μιλήσεις σαν creator, σαν δημιουργός, και να αφήσεις το δικό σου αποτύπωμα, το οποίο είναι διαφορετικό από κάποιον άλλον, ακόμη και από κάποιον άλλον φωτογράφο. Ώστε ο άνθρωπος να μπορεί να ξεχωρίσει “ναι, αυτή είναι η δουλειά του Δήμου”. Και αυτό είναι το δύσκολο.

Το επιβλητικό Μαρμάρινο Σπίτι

Τέλος, ο κ. Δήμου εκφράζει τον ενθουσιασμό του που εκθέτει για πρώτη φορά στη Δράμα και στο συγκεκριμένο Πολιτιστικό Πολυχώρο της ΑμΚΕ ΚΥΚΛΩΨ: «πρέπει να ομολογήσω ότι έχω ενθουσιαστεί που η έκθεση είναι εδώ, σε αυτόν τον υπέροχο, θαυμάσιο χώρο, επιβλητικό και αξιόλογο χώρο, ο οποίος μπορεί να αναδείξει όχι μόνο τη δική μου δουλειά αλλά και άλλων σημαντικών φωτογράφων. Και διότι είναι δουλειά που μόλις τελείωσε ένα μικρό κομμάτι στη Θεσσαλονίκη (και έγινε πολύ καλή παρουσίαση εκεί πέρα σε μια μικρή γκαλερί), αλλά έρχεται εδώ και αυτό με ενθουσιάζει πολύ».