Την Κυριακή 10 Μαΐου η τελετή
εορτασμού της Μάχης της Γέφυρας Παπάδων
Την τελετή εορτασμού της 82ης επετείου της Μάχης των Παπάδων, που διεξήχθη τον Μάιο του 1944 μεταξύ των Ε.Α.Ο.-Ε.Σ.Ε.Α. και του Βουλγαρικού τακτικού στρατού, διοργανώνουν η Ε.Α.Ο.-Ε.Σ.Ε.Α., η Π.Ε. Δράμας, ο Δήμος Δράμας και το τοπικό διαμέρισμα Σιδηρονέρου.
Η τελετή θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 10 Μαΐου 2026 και ώρα 12:00 μ.μ. στον χώρο του μνημείου πεσόντων, στη γέφυρα των «Παπάδων» του Νέστου ποταμού.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα ώρα 12.00 στη θέση του μνημείου πεσόντων της Γέφυρας των Παπάδων (35ο χλμ Δράμας-Σιδηρονέρου): Έναρξη τελετής – Επιμνημόσυνη Δέηση – Πανηγυρικός της ημέρας – Κατάθεση στεφάνων – Προσκλητήριο νεκρών – Απότιση φόρου τιμής, ενός λεπτού σιγή – Εθνικός Ύμνος – Λήξη τελετής.
Η Μάχη της Γέφυρας των Παπάδων
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 1941, η Βουλγαρία του βασιλιά Βόρις Γ’, εισήλθε στον πόλεμο με το πλευρό των Δυνάμεων του Άξονα (Γερμανίας, Ιταλίας) υπογράφοντας σύμφωνο συνεργασίας. Το αντάλλαγμα που δόθηκε στους Βούλγαρους για την συμμετοχή τους, ήταν ελληνικά και σερβικά εδάφη, καθώς και η αιώνια προσδοκία των Βουλγάρων, να βγουν στο Αιγαίο.
Η συμφωνία έγινε την 1η Μαρτίου 1941 και στις 6 Απριλίου 1941 οι γερμανικές δυνάμεις εφόρμησαν από την Βουλγαρία εναντίον των οχυρών της «Γραμμής Μεταξά» προσβάλλοντας το ελληνικό έδαφος.
Παρά την ηρωική αντίσταση τους, οι ελληνικές δυνάμεις οι οποίες υπέφεραν από ελλείψεις σε πυρομαχικά και άνδρες, τελικά αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν. Έτσι η χώρα περνάει στην περίοδο της κατοχής με την Μακεδονία και το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης να περνούν υπό τον έλεγχο των πιο θηριωδών από τους τρεις κατακτητές του Ελληνισμού στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Από τις πρώτες ημέρες η κατοχική Βουλγαρική Διοίκηση προσπαθούσε να ξεκινήσει ένα σχέδιο εκβουλγαρισμού της περιοχής. Τοποθετήθηκαν άμεσα Βούλγαροι πρόεδροι, ιερείς και δάσκαλοι ενώ ταυτόχρονα έκλειναν ελληνικά σχολεία και εκκλησίες και τον ρόλο της διατήρησης της τάξης ανέλαβε άμεσα ο βουλγαρικός στρατός και οι ΟΧΡΑΝΑ (παραστρατιωτικές οργανώσεις βουλγαριζόντων σλαβοφώνων). Βασανιστήρια, ξυλοδαρμοί και φυλακίσεις ήταν καθημερινά φαινόμενα ενώ άρχισε και η εποίκηση Βούλγαρων πολιτών.
Όλα αυτά ανάγκασαν το πιεζόμενο ελληνικό στοιχείο να εγκαταλείψει την περιοχή προς τα νησιά και την Νότια Ελλάδα. Οι Έλληνες όμως της Ανατολικής Μακεδονίας δεν έπαψαν να ζητούν ελευθερία και άρχισαν να οργανώνονται καταφεύγοντας και στα βουνά της Δράμας μαζί με ομάδες Ελλήνων του Δυτικού Πόντου, πολλοί από τους οποίους ήταν εξασκημένοι στον ανταρτοπόλεμο, ήταν σκληροτράχηλοι, ολιγαρκείς και άριστοι σκοπευτές, από τον καιρό που βρίσκονταν στον Πόντο.
Μετά την εξέγερση του 1941 στη Δράμα, οι βουλγαρικές δυνάμεις (σχεδόν ολόκληρη η 2η βουλγαρική στρατιά) επέδραμαν εναντίον των ανοχύρωτων και άοπλων ελληνικών πόλεων και κωμοπόλεων. Ακολούθησε όργιο σφαγών, και λεηλασιών όπου Βούλγαροι στρατιώτες, χωροφύλακες και κομιτατζήδες πυρπολούσαν και εκτελούσαν αδιακρίτως. Τα Κύργια, η Χωριστή, το Δοξάτο, η Προσοτσάνη, ο Νικηφόρος, η Κορμίστα, οι Σίταργοι αλλά και η Δράμα, παραδόθηκαν στις φλόγες και την λεηλασία. Διάφορες πηγές αναφέρουν από 2500 – 15000 νεκρούς αμάχους (γέρους, γυναίκες, παιδιά).
Βέβαια σε αυτή την σφαγή, η κατοχική κυβέρνηση έμεινε άπραγη ενώ ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, διαμαρτυρήθηκε έντονα στις γερμανικές αρχές χωρίς αποτέλεσμα. Μετά και από αυτά τα γεγονότα, οι αντάρτικες ομάδες στα βουνά της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, άρχισαν να ενισχύονται σε άνδρες. Οι αντάρτικες ομάδες οι οποίες απαρτίζονταν κυρίως από Ποντίους, ενώθηκαν και έτσι προήλθε ο ΕΣΕΑ (Ένωση Συμπολεμιστών Εθνικού Αγώνα).
Από τις ομάδες αυτές αναδείχθηκαν μια σειρά από οπλαρχηγούς όπως οι Μπεχλιβανίδης, Τσακιρίδης, Τοπούζογλου, Καρανάσιος κ.α. των οποίων οι ομάδες ανταρτών ήταν μικρές και λιτά εξοπλισμένες. Ο ικανότερος οπλαρχηγός όλων ήταν ο Αντών-Τσαούς (Αντώνιος Φωστηρίδης), ο οποίος αναγνωρίστηκε ως κοινός αρχηγός των Εθνικών Ανταρτικών Ομάδων στις 18 Ιανουαρίου 1944. Η οργάνωση αυτή έλαβε επίσημη αναγνώριση από το Συμμαχικό Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής και δέχτηκε σημαντική ενίσχυση σε οπλισμό και πολεμοφόδια από Συμμαχικές ρίψεις που γίνονταν στην ανατολική πλευρά του ποταμού Νέστου.
Η αντιστασιακή οργάνωση αριθμούσε συνολικά γύρω στους επτακόσιους αντάρτες χωρισμένους σε ολιγομελείς ομάδες και σύντομα εξελίχθηκε σε υπολογίσιμο αντίπαλο των Βουλγάρων. Οι ομάδες αυτές είχαν την αμέριστη υλική και ηθική συμπαράσταση του πληθυσμού των ορεινών χωριών (από τα οποία άλλωστε προέρχονταν) και έδρασαν πάντοτε σε τοπικό επίπεδο. Η σημαντικότερη επιτυχία τους εις βάρος των Βουλγάρων ήταν αναμφίβολα η μάχη στην περιοχή του Νέστου κοντά στο χωριό Παπάδες (στην ομώνυμη Γέφυρα) τον Μάιο του 1944.

