Home > Πρώτο Θέμα > Το μέλλον των νεοελληνικών σπουδών στο εξωτερικό και το θερινό πρόγραμμα στη Δράμα Ο κ. Μορφακίδης μιλάει στον «Π.Τ.»

Το μέλλον των νεοελληνικών σπουδών στο εξωτερικό και το θερινό πρόγραμμα στη Δράμα Ο κ. Μορφακίδης μιλάει στον «Π.Τ.»

Στα πλαίσιο του Θερινού προγράμματος ελληνικής γλώσσας στη Δράμα

Το μέλλον των νεοελληνικών σπουδών

στο εξωτερικό και το θερινό

πρόγραμμα στη Δράμα

 

Ο Διευθυντής του Κέντρου Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Γρανάδας κ. Μορφακίδης μιλάει στον «Π.Τ.»

 

 

Του Θανάση Πολυμένη

ΑΠΟ ΤΗΝ περασμένη Παρασκευή 10 Ιουλίου, ξεκίνησε και βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, το 14ο Θερινό Πρόγραμμα ελληνικής γλώσσας, μετάφρασης και πολιτισμού το οποίο θα ολοκληρωθεί στις 23 τρέχοντος.

Το πρόγραμμα υλοποιείται από το Κέντρο Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Γρανάδας Ισπανίας, με διευθυντή το Δραμινό Καθηγητή Ελληνικής Φιλολογίας κ. Μόσχο Μορφακίδη-Φυλακτό και την κα. Παναγιώτα Παπαδοπούλου Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ελληνικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Γρανάδας, συντονίστρια του προγράμματος.

Για το Θερινό Πρόγραμμα έχουμε ήδη δημοσιεύσει ορισμένα στοιχεία σχετικά στο φύλλο του Σαββάτου 11 Ιουλίου. Σήμερα, στο κείμενό μας, αναφερόμαστε στα όσα συζητήσαμε με τον κ. Μορφακίδη για την ελληνική γλώσσα και πώς αυτή αντιμετωπίζεται στο εξωτερικό.

Όπως είναι γνωστό, στο πρόγραμμα μετέχουν 30 φοιτητές από διάφορες χώρες του κόσμου: Ισπανία, Ουρουγουάη, Μεξικό, Τουρκία, Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία, Τσεχία, Πολωνία, Σλοβακία, οι οποίοι ήδη γνωρίζουν ελληνικά σε διάφορα επίπεδα και ενδιαφέρονται να προχωρήσουν ακόμα περισσότερο. Αξίζει να αναφέρουμε ότι οι μισοί από τους παραπάνω φοιτητές είναι ισπανόφωνοι. Μαζί με τα μαθήματα της γλώσσας, οι συμμετέχοντες φοιτητές διδάσκονται επίσης για την ιστορία, τον πολιτισμό και τη λογοτεχνίας της Ελλάδας.

Η επιλογή της ελληνικής γλώσσας

Η πρώτη ερώτηση προς τον κ. Μορφακίδη, έχει να κάνει με τους λόγους για τους οποίους οι φοιτητές επιλέγουν κάθε χρόνο το πρόγραμμα για την ελληνική γλώσσα, την ιστορία και τον πολιτισμό.

Αυτό που σημειώνει αρχικά, είναι ότι αυτό εξαρτάται από τις σπουδές που θέλουν να κάνουν, «χωρίς να κοιτάνε όμως την αγορά εργασίας». Διευκρινίζει όμως ότι αυτό σήμερα «έχει αλλάξει ριζικά και γι’ αυτό υπήρξε μια μείωση των φοιτητών για τις μικρές γλώσσες», όπως τα ελληνικά. Όπως εξηγεί, «για να μπορέσει κανείς να μπει σωστά στην αγορά εργασίας και να είναι ανταγωνιστικός, δεν αρκεί να γνωρίζει μόνο αγγλικά. Απαιτούνται τρεις γλώσσες με πιο σημαντική πάντα την αγγλική. Οι άλλες μπορεί να είναι τα γαλλικά, τα γερμανικά, ή τα αραβικά για παράδειγμα στην Ισπανία».

Διευκρινίζει επίσης ότι, πολλοί από τους φοιτητές του Πανεπιστημίου της Γρανάδα, εργάζονται ήδη στις Βρυξέλλες και τα νέα ελληνικά γι’ αυτούς υπήρξαν μια καλή επιλογή.

Ζητώντας από τον κ. Μορφακίδη να μας εξηγήσει για ποιο λόγο παλαιότερα διάλεγαν να μάθουν την ελληνική γλώσσα που δεν είχε άμεση σχέση με την αγορά εργασίας, απαντάει ότι την επέλεγαν επειδή τους άρεσε. «Υπάρχουν φοιτητές που έρχονται στη σχολή, ενώ οι γονείς τους μπορεί είναι αντίθετοι μ’  αυτή την επιλογή. Παρ’ όλα αυτά, έρχονται επειδή θέλουν να μάθουν ελληνικά και να μάθουν για την Ελλάδα».

«Δυνατή ύφεση» στην επιλογή της ελληνικής

Όπως σημειώνει μάλιστα «σε άλλα Πανεπιστήμια του κόσμου υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με τις γλώσσες και ιδίως για τα νέα ελληνικά. Βρίσκονται σε πολύ δυνατή ύφεση, και καθώς η τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει στο παιχνίδι αλλάζουν τα πράγματα».

Ερωτώμενος για ποιο λόγο παρουσιάζεται η ύφεση για την εκμάθηση γλωσσών και ειδικά της ελληνικής, ο ίδιος σημειώνει ότι οι λόγοι είναι πολλοί. Όπως λέει ακόμα και τα γαλλικά παρουσιάζουν σημαντική ύφεση «ενώ τα αγγλικά έχουν γίνει lingua franca (σ.σ. κοινή γλώσσα επικοινωνίας) σε όλο τον κόσμο. Σε όλο τον κόσμο μοναδική γλώσσα επικοινωνίας είναι η αγγλική, οπότε και άλλες ισχυρές γλώσσες έχουν πρόβλημα. Πολύ δε περισσότερο οι “αδύναμες”».

Η στήριξη της ελληνικής γλώσσας

Ερωτώμενος για το πώς μπορεί να αλλάξει αυτό, ο κ. Μορφακίδης σημειώνει: «Στο θέμα των νέων ελληνικών, υπάρχει ένα θέμα που θα πρέπει να προσεχθεί από την πολιτεία, αν θέλει να στηρίξει, από την στιγμή που έχει καταρρεύσει στα περισσότερα Πανεπιστήμια. Θα πρέπει να υπάρξει κάτι πολύ δυνατό. Πριν από 20 χρόνια, η ελληνική πολιτεία χρηματοδοτούσε και βοηθούσε, 200 Πανεπιστήμια στο εξωτερικό, κάτι που ούτε η Αμερική κάνει. Η ελληνική πολιτεία υπήρξε γενναιόδωρη σ’ αυτό. Πάντως 200 Πανεπιστήμια σ’ όλο τον κόσμο για την ελληνική γλώσσα είναι πολλά. Κι αυτό γιατί, το χρηματικό ποσό που υπήρχε, όταν μοιραζόταν σε όλα αυτά, τελικά ήταν πολύ μικρό».

Όπως μάλιστα τονίζει εδώ, «η ελληνική πολιτεία θα πρέπει να στρέψει την προσοχή της κυρίως στην Ευρώπη. Και αν κάποτε λέγαμε για 5 Πανεπιστήμια, σήμερα θα είναι σημαντικό αν κρατηθούν 3. Αυτό όμως σημαίνει ότι θα πρέπει να προσφέρουν ολοκληρωμένες σπουδές και όχι μόνο ένα μάθημα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει πλέον. Δεν αρκεί να μαθαίνουν το αλφάβητο και πέντε πράγματα, αλλά θα πρέπει να έχουμε πραγματικά νεοελληνικές σπουδές».

Τι σημαίνει «νεοελληνικές σπουδές»

Ερωτώμενος τι πραγματικά είναι οι νεοελληνικές σπουδές, σημειώνει: «Όταν μιλάμε για νεοελληνικές σπουδές, αναφερόμαστε σε ένα θέμα πολύ πιο ευρύ. Εκεί μπαίνει η λογοτεχνία, μπαίνει η ιστορία, ο πολιτισμός, η θρησκεία, τα πάντα. Οπότε εκεί χρειάζεται να το δούμε διαφορετικά. Δηλαδή, η γνώμη πολλών από εμάς –λέω σε όλο τον κόσμο– είναι ότι, αν θέλουμε να έχουμε νεοελληνικές σπουδές, θα πρέπει να επικεντρωθεί η προσοχή σε λίγα πανεπιστήμια που έχουν αποδείξει ότι μπορούν να σταθούν.

Και ένα άλλο θέμα που πρέπει να προσεχθεί είναι η αξιολόγηση των Πανεπιστημίων. Σήμερα είναι δύσκολο – όπως γινόταν πριν από χρόνια – τα Πανεπιστήμια να δηλώνουν αυτό που δεν έχουν. Σήμερα μπορεί να μπει εύκολα ο καθένας στον ιστότοπο του κάθε Πανεπιστημίου και να δει τι προσφέρεται. Παλιά δεν ήταν έτσι».

Η τεχνητή νοημοσύνη

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο ίδιος στην τεχνητή νοημοσύνη και την ευκολία που προσφέρει σήμερα στη μετάφραση και αυτός είναι και ένας λόγος που μειώνει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον να μάθει κάποιος μια γλώσσα.

«Για παράδειγμα γράφει κάποιος στα ολλανδικά και δεν χρειάζεται να ψάχνει να το μεταφράσει με λεξικό ή κάτι άλλο. Η τεχνητή νοημοσύνη κάνει τη δουλειά. Και το είδαμε αυτό και στη Σχολή Μετάφρασης και Διερμηνείας στο Πανεπιστήμιό μας στη Γρανάδα, που είναι στις τρεις πρώτες στην Ευρώπη, ότι στο ακαδημαϊκό έτος που μας πέρασε, η μείωση του ενδιαφέροντος ήταν εμφανής. Και όχι μόνο στην ελληνική, αλλά και στην αγγλική. Και δεν ξέρουμε τι θα γίνει στην επόμενη ακαδημαϊκή χρονιά».

Διευκρινίζει πάντως εδώ, ότι, «δεν αρκεί να ξέρεις μόνο τη γλώσσα. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει καταφέρει να αποδώσει την έννοια ενός κειμένου, ενός ποιήματος, δεν μπορεί να αποδώσει τον πολιτισμό και το σχήμα του κειμένου. Και αν στο μέλλον δεν χρειάζονται μεταφραστές, τότε ίσως δεν θα χρειάζονται και συγγραφείς. Γιατί αν μπει η τεχνητή νοημοσύνη σε αυτό το πεδίο, δεν νομίζω ότι θα έχει δυσκολίες να συγγράψει ένα βιβλίο. Εν πάση περιπτώσει πάντως, το να γνωρίζει κανείς τον πολιτισμό της γλώσσας όπου μιλιέται, θεωρούμε ότι είναι σημαντικό».

Διευκρινίζει στο σημείο αυτό ο κ. Μορφακίδης, ότι: «Γι’ αυτό έδωσα έμφαση στις νεοελληνικές σπουδές. Όχι τώρα, πάντοτε το λέμε. Γιατί συγχέονται αυτά πολλές φορές: “Στα πανεπιστήμια υπάρχουν νεοελληνικές σπουδές”. Όχι. Δεν υπάρχουν νεοελληνικές σπουδές. Διδάσκεται η ελληνική γλώσσα. Αλλά δεν διδάσκεται η λογοτεχνία, δεν διδάσκεται η ιστορία, δεν διδάσκονται πολλά. Και η ελληνική πολιτεία, αν θέλει όντως να βοηθήσει, πρέπει να το δει σ’ αυτή τη μορφή, με  τρία ή πέντε Πανεπιστήμια, ώστε ο φοιτητής που θα τα επιλέγει, να είναι προετοιμασμένος για όλα».

Η ομογένεια

Η επόμενη ερώτηση αφορά την ομογένεια και κατά πόσο επιλέγει τις νεοελληνικές σπουδές ή απλά μαθαίνει τη γλώσσα. Όπως επισημαίνει ο κ. Μορφακίδης, «είναι ένα θέμα που το βλέπω με μεγάλο ενδιαφέρον. Και γι’ αυτό στο μέλλον θα ήθελα να δω πώς θα μπορέσουμε σταδιακά – εφόσον το πρόγραμμα αυτό συνεχιστεί και εφόσον οι χορηγοί μας συνεχίσουν να ενδιαφέρονται – να εντάξουμε νέους φοιτητές από την ομογένεια. Κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό, γιατί οι ομογενείς είναι ένα μέρος του ελληνισμού».

Σχετικά με το ζήτημα αυτό πάντως δεν θέλησε να επεκταθεί περισσότερο, καθώς είναι ένα θέμα που βρίσκεται ακόμα σε συζήτηση: «Είναι πολλά τα ζητήματα. Γενικά, θέλουμε να έχουμε έναν βηματισμό αργό αλλά σταθερό».