Home > Αρθρα > Το ποδοσφαιρικό φαινόμενο στη μεταπολεμική Δράμα, μέσα από τη ματιά των γυναικών Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης

Το ποδοσφαιρικό φαινόμενο στη μεταπολεμική Δράμα, μέσα από τη ματιά των γυναικών Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης

Το ποδοσφαιρικό φαινόμενο

στη μεταπολεμική Δράμα,

μέσα από τη ματιά των γυναικών

 

Δημήτρης Ι. Σφακιανάκης

 

Τι ήταν η Δράμα τη δεκαετία 1950; Μια «ακριτική, μαρτυρική πόλις, έδρα της μεγάλης Δόξης». Στον δημόσιο λόγο της εποχής που διατυπωνόταν στον Τύπο ή εκφερόταν από πολιτικούς ή εκπροσώπους φορέων σε δημόσιες εκδηλώσεις η  Δράμα χαρακτηριζόταν στερεότυπα «ακριτική, μαρτυρική πόλις». Πρόσθεταν ενίοτε και το επίθετο «ηρωική», τιμής ένεκεν. Το μαρτυρικό παρελθόν της πόλης ήταν βέβαια άγνωστο στον μέσο Έλληνα νοτίως της Μακεδονίας. Ούτε άλλωστε το διδασκόμασταν στη σχολική ιστορία. Για μας τους Νοτιοελλαδίτες η Δράμα τότε ήταν γενικώς μια περιοχή κοντά στην Βουλγαρία, και εκεί ήταν η Δόξα. Οι πιτσιρικάδες δεν ξέραμε τίποτε για τη Δράμα. Ξέραμε απλώς ότι ήταν πολύ μακριά από την Κρήτη, «ψηλά στην άλλη άκρη της Ελλάδος». Ξέραμε όμως πολλά για τη «Δόξα Δράμας». Ήταν η «ομαδάρα» του Λουκανίδη. Σε μερικούς από μας ο θαυμασμός μας για τον καλύτερο -και πληρέστερο- Έλληνα παίκτη είχε χαρακτηριστικά βιωματικής ταύτισης.   

Ήδη λοιπόν τη δεκαετία 1950 και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας 1960 η Δόξα ήταν στη συνείδηση του φίλαθλου κόσμου της Ελλάδας  η κορυφαία επαρχιακή ομάδα, που έπαιζε «το πιο καλό ποδόσφαιρο» και όρθωνε σφριγηλό ανάστημα απέναντι στους γολιάθ του ΠΟΚ. Ήταν η αγαπημένη ομάδα που ενέπνεε σεβασμό, ένα αίσθημα που παραμένει μέχρι σήμερα ζωντανό. Και δικαιολογημένα. Ήταν ό,τι καλύτερο επέδειξε μεταπολεμικά η δραμινή κοινωνία. Ένα σημείο αναφοράς και ισχυρό ταυτοτικό στοιχείο της.

Μεταπολεμικά η «ακριτική και μαρτυρική Δράμα», διατηρούσε  τα ίχνη της καταστρεπτικής δεκαετίας του 1940. Ήταν μια κοινωνία που ασφυκτιούσε. Η κρίση της καπνοκαλλιέργειας  τη δεκαετία του ‘50 περιόριζε α-κόμη περισσότερο  την ισχνή παραγωγική της βάση, και η ακραία φτώχεια ταλάνιζε μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Ως αντίρροπη δύναμη σ’ αυτή την κοινωνικοοικονομική κρίση αναδύθηκε το φαινόμενο Δόξα. Δεν θεράπευσε βέβαια την κρίση, έγινε ωστόσο η θετική, προωθητική δύναμη που σφυρηλάτησε συνοχή σε μία κοινωνία τραυματισμένη  από τις πολιτικοϊδεολογικές διακρίσεις και τις διώξεις των αντιφρονούντων. 

Η Δράμα λοιπόν της δεκαετίας του 1950 ήταν μπολιασμένη με τα αντισώματα του ποδοσφαίρου. Αντισώματα κυρίως ψυχολογικά στην παρακμή της περιοχής.  Η Δράμα χαρακτηριζόταν από τον τύπο «ποδοσφαιρούπολις», καθώς το ποδόσφαιρο κυριαρχούσε ως δρώμενο όχι μόνο στη δημόσια σφαίρα. αλλά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και στη ζωή κάθε οικογένειας. Τα παιδιά έπαιζαν στις αλάνες κι ονειρεύονταν να γίνουν παιχταράδες. Και οι άνδρες εκτόνωναν την αγωνία του βιοπορισμού με την προσήλωση −ενίοτε εμμονική− στην ομάδα. Και οι γυναίκες;

Σε εκδηλώσεις όπου το ποδόσφαιρο συνδυαζόταν και με άλλα δρώμενα οι γυναίκες έκαναν πάντα αισθητή την παρουσία τους. Η φωτογραφία είναι από τα εγκαίνια του Σταδίου της Δόξας το 1927. Διακρίνονται αρκετές, γυναίκες, καλοντυμένες, όλες με καπέλο, χαρακτηριστική ένδειξη οικονομικής και κοινωνικής επιφάνειας των αστών γυναικών της εποχής.


Υπόθεση μόνο των ανδρών;

Το ποδόσφαιρο ήταν και παραμένει προπάντων ανδρική υπόθεση. Με αυτή την παραδοχή πραγματεύονται το ποδοσφαιρικό φαινόμενο όχι μόνο οι πρωταγωνιστές του αλλά και όσοι κινούνται στις παρυφές του. Οι φίλαθλοι, οι αθλητικογράφοι, ακόμη και οι επιστήμονες ερευνητές. Στη χώρα μας, που έχει μικρή ποδοσφαιρική παράδοση −συγκριτικά με άλλες χώρες όπως η Βρετανία−, η  εξοικείωση των γυναικών με τα ποδοσφαιρικά πράγματα ήταν η εξαίρεση. Μάλιστα, η παρουσία μιας ασυνόδευτης, γυναίκας στο γήπεδο ήταν παραφωνία αν όχι πρόκληση. Ωστόσο στη Δράμα, τον καιρό της χρυσής δεκαετίας της Δόξας (1952-1962) η σχέση των γυναικών με το ποδόσφαιρο θα πρέπει να ήταν περίπτωση διαφορετική. Ο λόγος: Η διάχυση του ποδοσφαιρικού φαινομένου στη Δράμα την περίοδο εκείνη ήταν τόσο κυριαρχική, ώστε «έμπαινε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στα σπίτια μας» όπως αφηγείται η Ζ.Γ.  

Το θέμα επιδέχεται έρευνα και αυτοτελή ιστορική μελέτη, δεδομένου ότι εγγίζει ενδιαφέρουσες πτυχές της κοινωνικής ιστορίας, που σχετίζονται όχι μόνο με το ποδόσφαιρο αλλά και με τους έμφυλους ρόλους, τις σχέσεις της οικογένειας, την ψυχαγωγία, την κοινωνιολογία του ελεύθερου χρόνου. Η δική μου προσέγγιση εκ των πραγμάτων εξαντλείται στις μαρτυρίες γυναικών της εποχής και στο διαθέσιμο −περιορισμένο− φωτογραφικό υλικό. Δεν υπάρχει καμιά άλλη πρόσφορη πηγή, δεδομένου ότι το θέμα αγνοείται από τον τοπικό Τύπο και είναι ανύπαρκτο στις αρχειακές πηγές. Σε κάθε περίπτωση,  οι συνεντεύξεις με γυναίκες της εποχής −αναφέρω επιλεκτικά μερικές− αποκαλύπτουν πληροφοριακό υλικό που σκιαγραφεί, έστω ακροθιγώς, πτυχές μιας πραγματικότητας σχεδόν άγνωστες.

Δυο φωτογραφίες, δυο εποχές κι ας πέρασαν μόνο 23 χρόνια.Η πρώτη το 1957 όπου η παρουσία γυναικών είναι μηδενική. Η δεύτερη το 1980, επίσης στο Στάδιο της Δόξας, όταν πλέον οι Μαυραετοί επανακάμπτουν στην Α’ Εθνική. Η παρουσία γυναικών είναι εμφανέστερη πλέον, δεδομένου ότι μετά τη Μεταπολίτευση οι γυναίκες κατακτούν περισσότερο χώρο στη δημόσια σφαίρα.


«Το σπίτι μου είναι κτισμένο το 1931 και μένω εδώ μέχρι σήμερα. Είναι κολλητά στο γήπεδο της Δόξας και κτίσθηκε σε οικόπεδο που αγόρασε ο πατέρας μου Μιχαήλ Δέκος από τους αδελφούς Δουμπέσσα, Είμαστε συγγενείς εξ αγχιστείας. Μάλιστα, ο μαντρότοιχος του γηπέδου «χαμήλωνε» ακριβώς στο σπίτι. Έτσι, ακόμη και μέσα από τα δωμάτια να μπορούμε να βλέπουμε τα παιχνίδια.

Έζησα όλους τους θριάμβους τις Δόξας. Θυμάμαι πολύ καλά τους παίκτες, τον Αντώνη Καστρινό, τον «Μουσάτο» όπως  τον αποκαλούσαμε, τον κόσμο που πλημύριζε το στάδιο μέσα και έξω. Στο μυαλό μου έχει μείνει η Δόξα εκείνης της εποχής. Όλοι οι Δραμινοί. και οι άνδρες, και γυναίκες και παιδιά, ήμασταν περήφανοι για την ομάδα μας». (Μ. Δ-Ξ)

«Με χίλιους τρόπους ήταν οι Κυριακές γεμάτες από ποδόσφαιρο. Περπατούσες στο δρόμο και όλο και άκουγες κάποιο ραδιόφωνο στη διαπασών να μεταδίδει ποδόσφαιρο. Βλέπαμε κάποιες φορές την πόλη γεμάτη από ξένους που ερχόταν να υποστηρίξουν την ομάδα τους. Βλέπαμε τις χιλιάδες που κατέβαιναν στην Πλατεία ύστερα από το τέλος του παιχνιδιού. Βλέπαμε τις χιλιάδες που πήγαιναν στον Σιδηροδρομικό Σταθμό και ανέβαιναν ως την Πλατεία με τους παίκτες στους ώμους. Ακούγαμε για τις κόντρες της Δόξας με την Ελπίδα. Γράφανε και οι εφημερίδες για τις επιτυχίες της Δόξας. Το ποδόσφαιρο είχε μπει στη ζωή μας». (Χ.Ι.)

«Ο πατέρας μου ήταν Ελπίδα. Πρίν από τον πόλεμο μάλιστα ήταν παίκτης της Ελπίδας. Αλλά σαν Δραμινός καμάρωνε όταν η Δόξα ήταν στα πάνω της και έπαιζε με τις μεγάλες ομάδες. Στο σπίτι γινόταν πανηγύρι όταν νικούσε η Δόξα». (Χ.Ι).

«Η παρέα του άνδρα μου ήταν μορφωμένοι άνθρωποι, επιστήμονες και επιτυχημένοι στη δουλειά τους. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς ήταν ιδρυτικά μέλη της Κινηματογραφικής Λέσχης. Και θυμάμαι πως είχαν καλή σχέση με το βιβλίο «τις τέχνες και τα γράμματα» όπως συνήθως το λέμε. Έ λοιπόν, όλοι αυτοί ήταν τρελοί Δοξαίοι. Άφηναν τα γραφεία τους, τα ιατρεία τους, όταν η Δόξα έδινε αγώνα μεσοβδόμαδα. Όσο κι αν σου φανεί παράξενο εμάς τις γυναίκες τους δεν μας ενοχλούσε καθόλου αυτό. 

Θυμάμαι γυναίκες από αυτές τις παρέες που είχαν αρπάξει το μικρόβιο της Δόξας και δεν έχαναν ματς. Δεν ήταν πολλές αλλά ήταν φανατικές. Εγώ σπάνια πήγαινα σε αγώνες εκτός Δράμας. Θυμάμαι μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση που γυρνούσαμε από τη Θεσσαλονίκη μετά από αγώνα που έδωσε η Δόξα με τον ΠΑΟΚ. Είχαμε κερδίσει και επιστρέφοντας δεν θα ξεχάσω το ξεφάντωμα που κάναμε μέσα στο λεωφορείο. Σε μία άλλη περίπτωση που γυρνούσαμε ηττημένοι, νομίζω από την Καλαμαριά η ατμόσφαιρα στο λεωφορείο ήταν βαριά. Εκείνη τη φορά οι στροφές της Αλιστράτης μας είχαν κάνει άνω κάτω. Ήταν ένας καρόδρομος, εφιάλτης ό-σων ταξίδευαν για Θεσσαλονίκη». (Ζ. Γ) 

«Τους θυμάμαι τους ποδοσφαιριστές και της Δόξας και της Ελπίδας. Λόγω των αδελφών μου [αδελφή του Τάκη και Θανάση Λουκανίδη] τους ήξερα όλους.. Ήταν φτωχόπαιδα αλλά ήταν παιδιά με αρχές και όπως έλεγε η μητέρα μου ήταν παιδιά με αθωότητα. Σε πολλές συμμαθήτριες άρεσαν ποδοσφαιριστές, αλλά τα ερωτικά τότε δεν ήταν όπως είναι σήμερα. Υπήρχε μεγάλη αυτοσυγκράτηση. Στο Γυμνάσιο μιλούσα-με πολύ για τις ομάδες μας και τις επιτυχίες τους και θυμάμαι μερικές συμμαθήτριές μου που πήγαιναν στο γήπεδο με τους γονείς τους»  (Σ.Λ-Γ.) 

Ήταν πια αρχές της δεκαετίας του 1960, στη Δράμα το κύρος των ποδοσφαιριστών, προπάντων της Δόξας, έχει ανέβει αισθητά. Δεν τους βλέπουν πια σαν «παρακατιανούς». Πολλοί είχαν αποκατασταθεί επαγγελματικά, και, επιπλέον, είχαν αρχίσει να εισπράττουν από τον σύλλογο τις πρώτες αμοιβές. «Όταν είχαμε κερδίσει 1-0  εδώ στην έδρα μας τον Ολυμπιακό το ’61, πήρε ο καθένας μας 1.500 δραχμές, όσο περίπου ένας μισθός. Τώρα πια μας έβλεπαν αλλιώς», εξομολογούνταν ο Νίκος Γρηγορίου − ο στυλοβάτης σέντερ μπακ της Ελπίδας και στη συνέχεια της Δόξας.  

«Τότε θαυμάζαμε τους παίκτες, προπάντων της Δόξας. Κάναμε βόλτα και λέγαμε «κορίτσια δείτε απέναντι, ο Σαμλίδης». Ήμασταν θαυμάστριές τους. Ήταν όλοι τους λεβέντες και ωραία παιδιά. Και ήταν λαϊκά παιδιά σαν κι εμάς. Ξέραμε τις οικογένειές τους, Το βλέπαμε και στη συμπεριφορά τους Δεν ήταν αλήτες». (Χ.Ι.)

Ο πρόεδρος της Δόξας Αντώνης Καστρινός στον χαιρετιστήριο λόγο του στα εγκαίνια (1953) του εκ θεμελίων ανακατασκευασμένου Σταδίου της Δόξας. Η εκδήλωση των εγκαινίων περιλάμβανε φιλική ποδοσφαιρική συνάντηση Δοξα-Παναθηναϊκός. Διακρίνουμε εκτός από τους τοπικούς βουλευτές και αρκετές γυναίκες.


«Ήταν μια γλυκιά καραμέλα…»

Τι ήταν τελικά εκείνη την εποχή το ποδοσφαιρικό φαινόμενο για τις γυναίκες της Δράμας; Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στο θέμα αυτό οι γυναίκες στις μαρτυρίες τους ετεροπροσδιορίζονται μέσα από τους άνδρες. Έτσι, το ποδόσφαιρο βιώνεται «εξ αντανακλάσεως», δεδομένου ότι παρέμενε σταθερά ανδρική υπόθεση. Οι γυναίκες και στην περίπτωση αυτή έδειξαν ευελιξία και προσαρμόστηκαν στο πάθος των ανδρών. Δεν ήταν όμως όπως φαίνεται μία πειθαναγκαστική προσαρμογή. Η δυναμική του ποδοσφαιρικού φαινο-μένου ήταν τόσο μεγάλη, ώστε  να μπει και στη ζωή των γυναικών, έμμεσα έστω. Έμαθαν να συμβιώνουν με το πάθος των ανδρών τους, μάλλον χωρίς τριγμούς. Η μαρτυρία του Θεόδωρου Π. είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική. «Θυμάμαι που ο πατέρας μου τις Κυριακές, όταν είχε η Δόξα ματς, πήγαινε με την παρέα του σχεδόν από το πρωί στο γήπεδο. Έπαιρνε φαγητό στο σιμίτι [το «τάπερ» της εποχής], έπαιρνε το τάβλι και  πήγαινε με την παρέα του στο γήπεδο. Ήταν καθιερωμένο αυτό και δεν μας ενοχλούσε». Τέτοιες μαρτυρίες  ευθυγραμμίζονται με το γεγονός ότι πολλά ματς, συνήθως φιλικά, οργανώνονταν και διεξάγονταν ανήμερα Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς ή Πάσχα, κάτι που σήμερα θα ήταν αδιανόητο. Κι όμως οι χιλιάδες άνδρες που παρακολουθούσαν αυτά τα ματς, θεωρούσαν αυτονόητο ότι μπορούσαν να εγκαταλείψουν την οικογενειακή εστία «χρονιάρες μέρες». Το γεγονός της καθιερωμένης διεξαγωγής τέτοιων «εορταστικών φιλικών αγώνων» δεν  αποτυπώνει μόνο την απόλυτη κατίσχυση του ποδοσφαιρικού φαινομένου στον ανδρικό πληθυσμό. Επιπλέον, αποτελεί μια ένδειξη ότι η αποχώρηση των ανδρών από το γιορτινό τραπέζι για να πάνε στο γήπεδο αποτελούσε μια ρουτίνα αποδεκτή, με την οποία ήταν συμφιλιωμένες οι γυναίκες. Εν τέλει, η ποδοσφαιρική οσμή των Κυριακών ήταν τόσο διάχυτη και κυριαρχική ώστε να παραμένει ζωντανή μνή-μη, ανεξίτηλη μέχρι σήμερα.

Πανηγυρική υποδοχή των παικτών της Δόξας, που επιστρέφουν θριαμβευτές από τον Βόλο (Μάιος 1955). Η σιδηρογέφυρα του Σιδηροδρομικού Σταθμού ασφυκτιά από το συσσωρευμένο πλήθος. Σε πρώτο πλάνο ένθερμοι Δοξαίοι περιμένουν να στεφανώσουν τους νικητές. Ανάμεσά τους και γυναίκες (διακρίνεται η Χριστίνα Λουκανίδη. Ο νεαρός Τάκης Λουκανίδης εικονίζεται στο μέσον, δίπλα στον αρχηγό των Δοξαίων φιλάθλων Παναγιώτη Τσακίρη, γνωστό ως «Μαρόπουλο»).


Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν βέβαια ότι οι γυναίκες – και στην περίπτωσή μας οι γυναίκες της Δράμας – αντιδρούσαν ως φίλαθλοι ή οπαδοί, όπως οι άνδρες. Δεν είχαν την εποπτεία των ανδρών για τους κανόνες, τους συσχετισμούς και τις δυναμικές ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Πολύ λίγο είχαν εξοικειωθεί με το ποδοσφαιρικό θέαμα, ώστε να παρακολουθούν αγώνες, γι’ αυτό και η παρουσία των γυναικών στο στάδιο ήταν περιορισμένη. Απλώς προσλάμβαναν αβίαστα όλη εκείνη την τελετουργία του ποδοσφαίρου, αυτή που διαδραματιζόταν ως επιφαινόμενα μέσα από ποικίλες αντιδράσεις και εκδηλώσεις εκτός γηπέδου. Οι οικογένειες των παικτών ήταν βέβαια πάντα παρούσες. Και πράγμα μάλλον απροσδόκητο υπήρχαν γυναίκες από το αστικό  και μεσοαστικό στρώμα της πόλης που «είχαν αρπάξει το μικρόβιο του ποδοσφαίρου“. Κάποιες τις βλέπουμε στις φωτογραφίες της εποχής.

Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι οι μαρτυρίες των γυναικών για το ποδόσφαιρο της εποχής εκείνης εστιάζουν πάντα στη Δόξα. Η παρουσία της Ελπίδας δεν αγνοείται, περνά ωστόσο στη σκιά της Δόξας, γιατί 

«Αυτό που γινόταν με τη Δόξα ήταν για μας κάτι πολύ σπουδαίο. Βλέπαμε ότι όλη η Ελλάδα υποκλινόταν στη Δόξα. Γλύκαινε τη ζωή μας αυτό. Ήταν μία γλυκιά καραμέλα που θέλαμε να κρατάμε στο στόμα μας και να μη λιώνει» (Ζ.Γ).

———

  • Αποσπάσματα αυτού του άρθρου περιέχονται στο υπό έκδοση ιστορικό-φωτογραφικό Λεύκωμα για τη Δόξα Δράμας.
  • Ήταν συγκινητική η ανταπόκριση των Δραμινών γυναικών να δώσουν πληροφορίες για το ποδόσφαιρο της εποχής τους. Τους οφείλω θερμές ευχαριστίες. Πρόκειται για τις κυρίες Ζωή Γιάκα, Σοφία Λουκανίδη-Γρηγορίου, Μαριάνθη Δέκου-Ξανθοπούλου, Χρυσούλα Ιορδανίδου, Άννα Κλεϊδου.
  • Οι φωτογραφίες προέρχονται από τη συλλογή του Αθανασίου Κάζη, του Λευτέρη Παπαδόπουλου, και από το φωτογραφικό Λεύκωμα Δόξα Δράμας, 1918-1965, ΔΕΚΠΟΤΑ Δράμας,1996, επιμ. Β. Τσιαμπούση.