Home > Πρώτο Θέμα > Το στοίχημα της ανάπλασης πόλεων όπως η Δράμα μέσα από μια σύγχρονη ματιά Μια αρχιτέκτονας από τη Δράμα που βραβεύεται στην Ιταλία

Το στοίχημα της ανάπλασης πόλεων όπως η Δράμα μέσα από μια σύγχρονη ματιά Μια αρχιτέκτονας από τη Δράμα που βραβεύεται στην Ιταλία

Μια αρχιτέκτονας από τη Δράμα που βραβεύεται στην Ιταλία

Το στοίχημα της ανάπλασης

πόλεων όπως η Δράμα μέσα

από μια σύγχρονη ματιά

► Η Δραμινή Άρτεμις Παπακώστα μιλάει στον «Π.Τ.»

► Η σύγκριση μια ιταλική πόλης με τη Δράμα και η πιθανότητα επιστροφής της για εργασία στη Δράμα

 

Του Θανάση Πολυμένη

ΤΟ ΝΑ βλέπεις ανθρώπους από τον τόπο σου και δη νέους να προοδεύουν και να αφήνουν το αποτύπωμά τους στο εξωτερικό, αναμφισβήτητα σε γεμίζει υπερηφάνεια. Και ακόμα περισσότερο, όταν βραβεύονται για το έργο τους ακόμα περισσότερο.

Αναφερόμαστε στην κα. Άρτεμις Παπακώστα από τη Δράμα, της οποίας μια μελέτη ανάπλασης για τον ποταμό Βελίνο, κατέκτησε το τρίτο βραβείο στον Εθνικό Διαγωνισμό Αρχιτεκτονικής Μελέτης της Ιταλίας για το 2025.

Η Άρτεμις Παπακώστα είναι Ελληνίδα αρχιτέκτονας, επί του παρόντος συνιδρύτρια και επικεφαλής αρχιτέκτονας του γραφείου Spazio Trasversale, με έδρα μεταξύ Ριέτι και Δράμας, το οποίο δραστηριοποιείται στους τομείς της αρχιτεκτονικής, του τοπίου και του σχεδιασμού εκθέσεων.

Το έργο αστροπαρατήρησης που τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο.

Γεννημένη στη Δράμα, σπούδασε αρχιτεκτονική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και στην École Nationale Supérieure d’Architecture του Μπορντό, στη Γαλλία. Αποφοίτησε με μεταπτυχιακό στην αρχιτεκτονική και τη μηχανική, με έμφαση στην κοινωνική αρχιτεκτονική και την ικανότητά της να επηρεάζει την ψυχολογία των χρηστών. Τα τελευταία χρόνια, η Άρτεμις εργάστηκε ως αρχιτέκτονας στο φημισμένο διεθνές αρχιτεκτονικό γραφείο EMBA – Miralles Tagliabue στη Βαρκελώνη. Εκεί, ηγήθηκε σημαντικών έργων, όπως ο διαγωνισμός Piranesi Prix 2022 για την αναβάθμιση της περιοχής γύρω από την Ακρόπολη, κερδίζοντας το τέταρτο βραβείο. Το αρχιτεκτονικό της χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνει έργα υψηλού προφίλ, όπως το Roca Pavilion για το Fuorisalone 2023 στο Μιλάνο και τη συμμετοχή της στη Μπιενάλε της Βενετίας του 2022. Επί του παρόντος, διερευνά τις δυνατότητες των εγκαταλελειμμένων ιστορικών κτιρίων στην Ιταλία με στόχο την κατάρριψη των κοινωνικών φραγμών.

Το Spazio Trasversale Architects είναι ένα αρχιτεκτονικό γραφείο που δραστηριοποιείται μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας σε έργα αρχιτεκτονικής, αναστήλωσης, τοπίου, δημόσιου χώρου και πολιτιστικών εγκαταστάσεων. Το γραφείο διακρίθηκε πρόσφατα στον Εθνικό Διαγωνισμό Αρχιτεκτονικής Μελέτης της Ιταλίας για την ανάπλαση του ποταμού Βελίνο με το τρίτο βραβείο, καθώς και με το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό της περιφέρειας του Lazio για την ανάπτυξη των μικρών περιοχών, εκπροσωπώντας τον Δήμο του Rivodutri με ένα έργο για την επανάχρηση ενός καταφυγίου στα βουνά του και την δημιουργία ενός εφήμερου κέντρου αστροπαρατήρησης. Αυτή τη στιγμή, το γραφείο ασχολείται με την ανάπλαση μιας κοιλάδας με έξι νερόμυλους και μια εκκλησία του 1500, στην κεντρική Ιταλία και με την δημιουργία ενός Πολιτιστικού και Λαογραφικού Κέντρου στο Καλαμπάκι της Δράμας, για λογαριασμό του ΜΠΣΚ Καλαμπακίου.

Η κα. Παπακώστα, μοιράζει τη ζωή της μεταξύ Δράμας και Ιταλίας όπου μάλιστα εργάζεται και συμμετείχε σε αρχιτεκτονικό διαγωνισμό με θέμα project Rebirth of the Velino. Το project, αφορά στην ανάπλαση ενός παραμελημένου, επί χρόνια, τμήματος της όχθης του ποταμού Βελίνο, στο κέντρο της πόλης Rieti, σε ένα συνεχές τοπίο.

Η πρόταση οργανώνεται ως μια ενιαία παραποτάμια εμπειρία, όπου ένας πεζόδρομος – ποδηλατόδρομος αποκαθιστά τη φυσική και οπτική πρόσβαση στο νερό, συνδέει διαφορετικούς χαρακτήρες χώρων και δημιουργεί έναν νέο προορισμό τόσο για τους κατοίκους όσο και για τους επισκέπτες.

Η κα. Παπακώστα στον «Π.Τ.»

Ο «Π.Τ.» είχε τη δυνατότητα να μιλήσει με την κα. Παπακώστα, η οποία αναφέρθηκε σε ιδιαίτερα σημαντικά θέματα, όπως για παράδειγμα μια ομοιότητα του ποταμού Βελίνο σε σύγκριση με την περιοχή της Αγίας Βαρβάρας, αλλά ακόμα και της περίφημης ανάπλασης του δυτικού μέρους του ξεροχειμάρρου Καλλιφύτου.

Μιλήσαμε επίσης για την αρχιτεκτονική προοπτική της Δράμας, αλλά και για το ποια θα ήταν τα κίνητρα εκείνα, τα οποία θα την προέτρεπαν να γυρίσει και να δημιουργήσει στη γενέτειρά της Δράμα.

Σημαντικό είναι επίσης το στοιχείο που μας δίνει η ίδια, ότι, έχει αναλάβει την αναπαλαίωση μιας παλαιάς παραδοσιακής οικίας στο Καλαμπάκι, του οποίου αγορά και η μελέτη γίνονται με δωρεά του κ. Άρη Θεοδωρίδη, όπου θα στεγαστεί ο Μορφωτικός Πολιτιστικός Σύλλογος Καλαμπακίου.

Το σπίτι στο Καλαμπάκι

Η συζήτησή μας αρχικά ξεκινάει από το σπίτι στο Καλαμπάκι για το οποίο η ίδια έχει αναλάβει τη μελέτη. Πρόκειται για ένα παραδοσιακό σπίτι του 1938, του οποίου τη μελέτη και την ανακατασκευή και αναπαλαίωσή του θα χρηματοδοτήσει ο κ. Θεοδωρίδης μέσω της ΑΜΚΕ ΚΥΚΛΩΨ και όπου θα στεγαστεί ο Μορφωτικός Πολιτιστικός Σύλλογος Καλαμπακίου.

Όπως μας λέει, «το κτίριο σήμερα ανήκει στο Σύλλογο και είναι μια δωρεά του κ. Θεοδωρίδη, για ένα παραδοσιακό σπίτι του 1938. Πρόκειται για ένα κλασικό δείγμα και από τα παλαιότερα σπίτια στο Καλαμπάκι και θα αποτελέσει ένα σημαντικό έργο για το χωριό».

Από το έργο για την Ανάπλαση του ποταμού βελίνο που τιμήθηκε με το τρίτο βραβείο.

Το ποτάμι στην Ιταλία και η Δράμα

Ερωτώμενη σχετικά με την ανάπλαση τμήματος της όχθης του ποταμού Βελίνο σε σχέση με τη Δράμα και την περιοχή της Αγίας Βαρβάρας, αν θα μπορούσε να γίνει κάτι παραπλήσιο, η ίδια σημειώνει στην αρχή, «το  Rieti είναι μια πόλη με τον ίδιο πληθυσμό και παρόμοια μορφολογία με τη Δράμα, έχει δικό της ιστορικό κέντρο. Θεωρώ ότι οι δύο πόλεις η μία απ’ την άλλη θα είχαν πολλά να μάθουν μέσα από κάποια μελλοντική συνεργασία ίσως».

Σε σχέση με την Αγία Βαρβάρα, μας λέει: «Είναι σίγουρα ο πνεύμονας της Δράμας και είναι αρκετά παραμελημένος για τη σημασία που έχει για την πόλη. Νομίζω σε αυτό συμφωνούν όλοι οι συνάδελφοι. Θεωρώ ότι υπάρχουν πολλές πιθανότητες – πολλές μάλλον δυνατότητες ανάπλασης – ώστε να δοθεί πίσω αυτός ο χώρος στους κατοίκους πιο ενεργά. Να αποτελεί δηλαδή ένα καθημερινό σημείο επαφής με την πόλη της Δράμας και όχι απλά ένα πέρασμα, όπως είναι τώρα».

Όπως εξηγεί, «να μπορεί να φιλοξενήσει χώρους εκδηλώσεων, να μπορεί να φιλοξενήσει δραστηριότητες όλο το χρόνο, να έχει κάποια κομμάτια τα οποία να απευθύνονται περισσότερο σε οικογένειες, κάποια κομμάτια που να απευθύνονται στη σχέση της πόλης με το νερό, να έχει ένα πιο ενεργό αμφιθέατρο, να έχει θεματικούς κήπους, κήπους μνήμης που μπορούν να απευθυνθούν στην ιστορία της πόλης».

Παραδέχεται βέβαια η ίδια, ότι, «τα τελευταία χρονιά σαφώς η περιοχή έχει αλλάξει, όπως και πόλη της Δράμας. Έχουν γίνει ορισμένα έργα, όπως οι επεμβάσεις στο Μαρμάρινο Σπίτι, η ανάπλαση του Σαντιρβάν από τη Raycap και άλλα. Η Δράμα έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια, έχει μεγάλο ιστορικό πλούτο, έχει πολλά διατηρητέα σπίτια, χαρακτηριστικά οικοδομικής αρχιτεκτονικής και μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης μέσα από την αρχιτεκτονική οπτική».

Οι νερόμυλοι

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει η ίδια και στους νερόμυλους στην περιοχή της Αγίας Βαρβάρας, επισημαίνοντας: «Το έργο με το οποίο ασχοληθήκαμε κυρίως στην Κεντρική Ιταλία, είναι ένα σύνολο έξι νερόμυλων κατά μήκος μιας κοιλάδας, οι οποίοι πλέον αποκαλύπτονται και επαναχρησιμοποιούνται και αποκαθίστανται, ενώ γίνεται και ένας μεγάλος τουριστικός πόλος έλξης από εκεί όπου δεν υπήρχε καμία επισκεψιμότητα στον τόπο. Και η Δράμα έχει επίσης πολύ αξιόλογους νερόμυλους, οι οποίοι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σίγουρα».

Χρηματοδοτήσεις μελετών και ανάπτυξη

Ερωτώμενη σχετικά με το πόσο εύκολες είναι οι διαδικασίες χρηματοδότησης μελετών του είδους από δημόσιους φορείς, το κράτος, την Αυτοδιοίκηση κτλ., εξηγεί: «Εμείς εδώ (σ.σ. την εταιρεία στην οποία εργάζεται) ασχολούμαστε κυρίως με δημόσια έργα, που χρηματοδοτούνται, είτε από Δήμους, είτε από την Περιφέρεια, είτε από εθνικά κονδύλια, από αντίστοιχα με το Ταμείο Ανάκαμψης στην Ελλάδα. Πλέον, αυτή τη στιγμή χρηματοδοτούνται πάρα πολλά έργα».

Όπως λέει μάλιστα, «η αλήθεια είναι ότι οι μελέτες χρηματοδοτούνται γενικά εύκολα. Υπάρχει σαφώς και εδώ μια γραφειοκρατία, χρειάζονται οι απαραίτητοι χρόνοι, αλλά γενικά υπάρχει μια σχετικά εύκολη διαδικασία. Το θετικό είναι ότι δίνουν σημασία στην ανάπτυξη, ιδιαίτερα των μικρών περιοχών».

Αυτό που σημειώνει, είναι ότι: «Όπως και στην Ελλάδα, αλλά και στην Ελλάδα, παρατηρείται έντονα ότι οι νέοι άνθρωποι στρέφονται κατά κύριο λόγο προς τις μεγάλες πόλεις, οπότε αυτές οι περιοχές όπως μια αντίστοιχη Δράμα ή ένα αντίστοιχο Καλαμπάκι μένουν με όλο και λιγότερο κόσμο και όλο και λιγότερα πράγματα να προσφέρουν. Εδώ αυτό το θέμα απασχολεί πολύ έντονα και αντίστοιχα οι τοπικοί φορείς προσπαθούν όσο γίνεται, χρηματοδοτώντας νέα έργα, να πείσουν τον κόσμο να δημιουργήσει και νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες και να μείνει στον τόπο».

Η αρχική κατάσταση του πρώτου νερόμυλου και της μεσαιωνικής εκκλησίας

που αυτή τη στιγμή αναστυλώνουμε.

Ο χείμαρρος Καλλιφύτου

Θέτουμε στην κα. Παπακώστα, το ζήτημα της ανάπλασης του δυτικού μέρους του χειμάρρου Καλλιφύτου, η οποία – για άγνωστο λόγο προς το παρόν – μένει ακόμα στα χαρτιά, ενώ μέχρι σήμερα θα μπορούσε να έχει δημοπρατηθεί το έργο, λέγοντας η ίδια ότι, «πολλές μελέτες γίνονται και μένουν στα συρτάρια».

Η αρχιτεκτονική οπτική της Δράμας

Ζητάμε από την κα. Παπακώστα, την άποψή της για την αρχιτεκτονική εικόνα της Δράμας, τι θα μπορούσε να αλλάξει, τόσο σε σχέση με την ομορφιά της, αλλά και για τις νέες συνθήκες του μέλλοντος της πόλης.

Αυτό που απαντάει στο σημείο αυτό είναι: «Η δική μου η άποψη και πολλών νέων συναδέλφων μου – που είναι και μια κατεύθυνση της νέας αρχιτεκτονικής –  είναι ότι, αντί να χτίζουμε καινούργια σπίτια, θα ήταν καλό να συντηρούμε τα παλιά. Ειδικά σε πόλεις όπως η Δράμα, που έχουν τόσα τα οποία παραμένουν κλειστά και ερειπωμένα. Και μιλάμε για κοσμήματα, κτίρια που είναι πραγματικά ένας φόρος τιμής στην ιστορία της πόλης. Δεν ωφελεί να χτίζουμε νέα κτίρια ενώ μπορούμε να συντηρήσουμε αυτά».

Συμφωνεί παρ’ όλα αυτά, ότι «είναι βέβαια πολύ πιο δύσκολο και είναι μια μεγαλύτερη δοκιμασία να φτάσεις να συντηρήσεις ένα κτίριο το οποίο σχεδιάστηκε με άλλες αρχές, με πιο παλιά υλικά, αλλά κατά τη γνώμη μου αξίζει τον κόπο. Γιατί πρώτα από όλα διατηρείς την ιστορία ενός τόπου και δεύτερον μειώνεις και το αποτύπωμα της πόλης. Δηλαδή η συνεχής κατασκευή δεν οδηγεί κάπου γιατί χτίζουμε όλο και περισσότερο, οι πόλεις όλο και περισσότερο τσιμεντοποιούνται και δεν θεωρώ ότι είναι αυτή η στρατηγική».

Όπως σημειώνει, «για το θέμα αυτό που έχουμε δει είναι ότι όταν υπάρχει η θέληση από τους τοπικούς φορείς και υπάρχουν και αντίστοιχες προτάσεις βέβαια από μέρος των αρχιτεκτόνων και των μηχανικών γενικά. Οι τελευταίες τεχνολογίες μας δίνουν πάρα πολλές λύσεις και περιβαλλοντικά πιο φιλικές για τέτοια παλιά κτίρια.

Για παράδειγμα, με το κτίριο στο Καλαμπάκι έχουμε αντιμετωπίσει τέτοια ζητήματα, γιατί το 1938 δεν ήταν σχεδιασμένο για το 2026. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν πάρα πολλές στρατηγικές και κατασκευαστικές και σχεδιαστικές οι οποίες βοηθούν το κτίριο αυτό να προσαρμοστεί στη σύγχρονη εποχή. Και να έχουμε και μια πιο φιλική αντιμετώπιση προς το περιβάλλον, αλλά και να χρησιμοποιούμε και κάποια κτίρια τα οποία είναι κοσμήματα για την κάθε πόλη».

Κίνητρα επιστροφής στη γενέτειρα

Η τελευταία ερώτηση, αφορά στην πιθανότητα επιστροφής της ίδιας στην γενέτειρα Δράμα. Τι θα ήταν αυτό, το οποίο θα της έδινε το κίνητρο να επιστρέψει να εργαστεί στη Δράμα, ή τουλάχιστον στην Ελλάδα, μιας και είναι μία ακόμα νέα επιστήμονας, η οποία προκειμένου να εργαστεί στο αντικείμενο των σπουδών της έφυγε στην Ιταλία.

Αν και σημειώνει ότι είναι μια καλή ερώτηση με μια δύσκολη απάντηση τονίζει: «Εγώ προσωπικά και άλλοι άνθρωποι που έχουμε φύγει -πολλοί άνθρωποι πλέον έχουν φύγει από τους τόπους τους στην Ελλάδα- αν είχαμε τη δυνατότητα να μείνουμε, θα μέναμε. Δηλαδή δεν είναι από τις περιπτώσεις που θέλαμε να φύγουμε, αναγκαστήκαμε να φύγουμε κατά κάποιον τρόπο. Γιατί ακριβώς εγώ τη δουλειά μου δεν θα μπορούσα να την κάνω με αυτόν τον τρόπο αν ήμουν στη Δράμα, γιατί δεν υπάρχουν οι αντίστοιχες ευκαιρίες. Είναι λίγο ο τρόπος που λειτουργούν τα πράγματα, είναι λίγο οι ιδέες ακόμα που δεν είναι ξεκάθαρες για το πώς θα πάμε, πώς θα προχωρήσουμε και στη νέα αρχιτεκτονική και στη νέα εποχή εντάσσοντας και καινούργιες ιδέες».

Όπως εξηγεί, «είμαστε και λίγο πιο ανθεκτικοί και λίγο πιο δύσκολοι, στο να αποδεχτούμε τις νέες ιδέες που έρχονται. Είναι και τόσοι πολλοί συνάδελφοι πλέον που δεν υπάρχει δουλειά για όλους. Ένα στοιχείο που μπορεί να βοηθήσει είναι η ανάπτυξη τοπικών και περιφερειακών πρωτοβουλιών για έργα, με περισσότερους ανοιχτούς διαγωνισμούς ώστε να συμμετάσχουμε, αντί να γίνονται απευθείας αναθέσεις. Έτσι θα υπάρξουν περισσότερες ευκαιρίες για νέους συναδέλφους».

(Σημ. Το φωτογραφικό υλικό παραχωρήθηκε ευγενικά από την κα. Παπακώστα.]