ΠΑΛΙΑ ΔΡΑΜΑ
Η Δράμα υπο το πέλμα των αιμοδιψών λύκων της Βαλκανικής
Τραγικαι και δραματικαι ημεραι των Βουλγαρικών σφαγών
Στιγμαι φρίκης τα οποίας αδυνατεί να συλλάβει νους άνθρωπου
Έρευνα –επιμέλεια Ιωάννης Στ. Σταυρίδης
1941:Οι αιμοβόροι του Κρούμου, για τρίτη φορά στη Δράμα.
Και αυτή τη φορά ως κατακτητές. Όχι βέβαια, γιατί πολέμησαν και κέρδισαν τα εδάφη της Αν. Μακεδονίας. Αποτελούν το μεγάλο δώρο των Γερμανών για την συνεργασία τους, με έναν άλλον τύραννο. Τον Χίτλερ.
Οι βούλγαροι για τρίτη φορά στη Δράμα και για τρίτη φορά σκοτώνουν, βιάζουν κάθε ιερό του Έλληνα, λεηλατούν, καίνε, καταστρέφουν.
Στόχος τους να εξαφανίσουν κάθε τι το Ελληνικό.
Αλλά και πάλι έρχεται η στιγμή, που αυτό το τσούρμο του Κρούμου με τα αιμοβόρα αισθήματα, θα το βάλει στα πόδια με την ουρά στα πόδια.
1941 Σεπτέμβριος: Αυτοί, οι απόγονοι του Κρούμου βγαίνουν στους δρόμους της Δράμας, στο Δοξάτο και σ΄ όλα τα χωριά του Νομού και σφάζουν άνδρες γυναίκες, παιδιά, παππούδες και γιαγιάδες. Καμία διάκριση.
Το αίμα τρέχει στους δρόμους.
Η εφημερίδα «ΘΑΡΡΟΣ» τον Σεπτέμβριο του 1949, σε δημοσίευμά της, μας περιγράφει τις φρικτές και απάνθρωπες πράξεις των βουλγάρων, εκείνων των ημερών. Ούτε κτήνη να ήταν.
(Από εφημερίδα «ΘΑΡΡΟΣ» στις 28.9.1949).
« Η πολυπαθής Δράμα επλήρωσε την τρίτην Βουλγαρικήν επιδρομήν εις την Αν. Μακεδονίαν και Θράκην με άφθονον αίμα των αθώων τέκνων της.
Κατά την πρώτην επιδρομήν το Δοξάτον υπήρξεν ο στόχος των κανιβαλικών ορέξεων των απογόνων του Κρούμου.
Το πυρ, ο σίδηρος και η μάχαιρα κατέστρεψαν την ηρωϊκήν κωμόπολιν κατά την 30ην Ιουνίου του 1913.
Κατά το 1916 ολόκληρος ο άρρεν πληθυσμός της Αν. Μακεδονίας εσύρθη εις τα στρατόπεδα εργασίας δια να πληρώση εκεί τον φόρον του αίματος της Λευκής σφαγής.
Κατά την τρίτην όμως επιδρομήν των βουλγάρων ο πληθυσμός της Δράμας και του νομού της υπέστη την πλέον απάνθρωπον και θηριώδη επίθεσιν των αιμοβόρων λύκων της Βαλκανικής.
Το αίμα επλημμύρισε τους δρόμους και τα πεζοδρόμια χιλιάδων αθώων κατοίκων εντός της Δράμας και εις τας κοινότητας, εσφάγησαν από τους δημίους βουλγάρους.
Η Δράμα την 29 Σεπτεμβρίου διήλθε τας πλέον δραματικάς και τραγικάς στιγμάς του βίου της. Σκηναί φρίκης και αλλοφροσύνης. Μόνον όσοι επέζησαν των δραματικών εκείνων γεγονότων των σφαγών, μόνον εκείνοι είναι δυνατόν να περιγράψουν την φρίκην και την δραματικότητα εκείνων των ημερών.
Από το βιβλίο του Σνώκ αποσπώμεν την κάτωθι αφήγησιν σχετικήν με τα εξελιχθέντα τραγικά γεγονότα της 29ης Σεπτεμβρίου του 1941.
Η μεγάλη εξέγερση.
Το βράδυ τα 28ης Σεπτεμβρίου 1941 η εξέγερση είχε εκδηλωθή στα πλησιέστερα χωριά της Δράμας, αλλ’ οι κάτοικοι της πόλης, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, τελείως ανύποπτοι απ΄ όσα συνέβαιναν γύρω είχαν, όπως πάντα πέσει στον ύπνο, αφού άλλωστε η κυκλοφορία των, απαγορεύονταν μετά την δύση του ηλίου. Ωστόσο, όσοι είχαν αργήσει ν’ αποκοιμηθούν, ή εκείνοι που κατά διαλείμματα είχαν ξυπνήσει, είχαν αντιληφθή κάποια κίνηση ασυνήθιστη τη νύχτα εκείνη.
Χωροφύλακες και πολίτες βούλγαροι, αλλά μαζύ και ελληνόφωνες πολίτες αμφιβόλου εθνικότητος, σκόρπιζαν στους δρόμους των συνοικιών, ή έχωναν κάτω από τις πόρτες των σπιτιών προκηρύξεις με περιεχόμενο επαναστατικό, με τις οποίες καλούνταν όλος ο λαός να λάβη μέρος στην εξέγερση που καθώς λέγανε είχε γενικευθή σ’ όλες τις κατεχόμενες χώρες κι’ είχε ήδη επικρατήση στις περισσότερες.
Με τέτοια χονδροειδέστατα ψεύδη προσπαθούσαν να παρασύρουν το λαό της πόλης σε εξέγερση, για να δικαιολογήσουν έπειτα κάπως όλες τις αγριότητες, όλα τα εγκλήματα που σχεδίαζαν να διαπράξουν εις βάρος του. Μα δεν το κατόρθωσαν. Κι’ έτσι όλο το βάρος της ευθύνης για τις φρικτές σφαγές πέφτει εξ΄ ολοκλήρου στους Βουλγάρους και μαζύ στους κομμουνιστάς.
Το πρωί της 29ης Σεπτεμβρίου η πόλις παρουσίαζε όψη αφαντάστως άγρια, αποκρουστική.
Στρατιώτες, χωροφύλακες, σιδηροδρομικοί και δημόσιοι υπάλληλοι, επιστήμονες κι όλοι οι βούλγαροι ιδιώτες, αλλά μαζύ μ’ αυτούς και η βουλγαρική μειονότης της περιφερείας, ωπλισμένοι ως τα δόντια και με χειροβομβίδες στα χέρια είχαν τοποθετηθή σε κάθε γωνία ή περιέτρεχαν τους δρόμους προσπαθώντας με τις άγριες φωνές τους και με πυροβολισμούς να τρομοκρατήσουν τους κατοίκους.
Η έξοδος είχε απαγορευθή στους έλληνας και όσον απ’ αυτούς ανύποπτοι είχαν βγη απ΄ τα σπίτια τους εληστεύονταν και συλλαμβάνονταν για να οδηγηθούν ξυλοκοπούμενοι στα κρατητήρια. Όλοι οι άλλοι τρομοκρατημένοι έμειναν κλεισμένοι στα σπίτια τους χωρίς κανείς να ξέρη ή να μπορή να μαντέψη τι ακριβώς συνέβαινε. Πυκνό σκοτάδι της απελπισίας είχε περιβάλει τα πάντα. Αραιοί πυροβολισμοί ακούονταν στην αρχή από κάθε διεύθυνση, που ολοένα γίνονταν πυκνότεροι. Δεν άργησαν να φανούν κι αεροπλάνα, που πολλοί τα είχαν εκλάβη για συμμαχικά και με αγωνιώδη ελπίδα τα παρακολουθούσαν πίσω από τα μισοκλεισμένα παράθυρα, ενώ μερικοί, οι θερμότεροι, άνοιγαν τα παράθυρα για να χαιρετίσουν τους αγγέλους εκείνους της λευτεριάς των. Κι όταν τα αεροπλάνα άρχισαν να βομβαρδίζουν καίοντας τα χωριά και να σπέρνουν το θάνατο πολλοί χαίρονταν με την ιδέα πως βομβαρδίζονταν βουλγαρικές στρατιωτικές συγκεντρώσεις.
Οι πυροβολισμοί γενικεύονταν, πύκνωναν ολοένα και μαζύ ακούονταν οι ξηροί παρατεταμένοι κρότοι πυροβόλων.
Στην κεντρική πλατεία της πόλης είχαν από νωρίς αρχίσει οι σφαγές. Επτά ανύποπτοι χωρικοί, που είχαν κατεβεί απ’ τα χωριά τους με όσα χρήματα είχαν για να ψωνίσουν επειδή ήταν Δευτέρα, μέρα καθιερωμένη για την εβδομαδιαία αγορά, συνελήφθησαν, εληστεύθησαν και εξετελέσθησαν στο μέρος της πλατείας με το αγριότερο τρόπο, παρουσία του δημάρχου Μπουτσουβάρωφ και των ιατρών Βασκώφ, διευθυντού του Δημοτικού Νοσοκομείου και Ραπόνσκι γνωστού μισέλληνος. Ο Γενικός Γραμματεύς της Μητροπόλεως και κατόπιν διάκονος και τέλος αρχιμανδρίτης Κωνσταντίνωφ, ο οποίος ήτο επίσης παρών, όχι μόνον έλαβε μέρος στην απάνθρωπη αυτή σφαγή, αλλά είχε αναλάβει να αποτελειώνη εκείνους που έπεφταν βαρειά πληγωμένοι απ’ τα βλήματα ή χτυπήματα των δολοφόνων πατριωτών του. Και το ρασοφορεμένο αυτό τέρας θάναι, βέβαια μια από τις πιο εξέχουσες φυσιογνωμίες της σημερινής Βουλγαρίας προς δόξαν του Χριστιανισμού.
Στο Δημοτικό Κήπο, εκατό και πλέον αθώοι πολίτες εξετελέσθησαν από συμμορίες Βουλγάρων στρατιωτών και κομιτατζήδων που δρούσαν υπό τας διαταγάς του δημάρχου Μπουτσουβάρωφ.
Εν τω μεταξύ είχε διαταχθή η εκκένωσις πολλών τμημάτων της πόλεως και οι κάτοικοι εν σώματι και με τα χέρια σηκωμένα ψηλά, δεχόμενοι διαρκώς τις δυνατές θωπείες των βουλγαρικών υποκοπάνων, οδηγούν στο προπύλιο της αστυνομίας, στην κεντρική πλατεία και σ΄ άλλα σημεία, όπου αφού καταληστεύονταν ύστερα από αυστηρή σωματική έρευνα, χωρίζονται οι άνδρες και οι νέοι απ’ τις γυναίκες.
Σε διάφορα άλλα σημεία της πόλεως είχαν γίνει μεμονωμένες εκτελέσεις και τα πτώματα είχαν σπαρεί παντού. Μόνο στη γωνία των οδώνΜεγ. Αλεξάνδρου και Κων. Παλαιολόγου εξετελέσθηκαν περί τους εκατόν πενήντα και στα πλάγια ρείθρα των οδών αυτών σχηματίσθησαν ρύακες από αίμα.
Αλλ’ έξω από την πόλη κι ιδιαίτερα στα «Πευκάκια Κορυλόβου», «Στρατώνες» «Καπνολογικόν Ινστιτούτο», στη χαράδρα πίσω από το Γυμνάσιο και σ’ άλλες τοποθεσίες οι εκτελέσεις γίνονταν κατά εκατοντάδες.
Από ένα μικρόν συνοικισμόν, τα «Στενημαχιώτικα» πολλές δεκάδες συνελήφθησαν κι΄ εξετελέσθησαν, μισοί από τους οποίους ήταν ανήλικα παιδιά.
Τρία κορίτσια η Ελένη Μπρέζα και οι αδελφές Σταματία και Μαίρη Ζαχαροπούλου, αρπάχτηκαν μες΄ από τα σπίτια τους από χωροφύλακες και εξετελέσθησαν κατόπιν διαταγής της Μιχαήλοβας γυναίκας του τότε Στρατιωτικού Διοικητού Δράμας Μιχαήλωφ γνωστού τέρατος.
Οι αδελφοί Αντώνιος Ζήσης και Κωνσταντίνος Παπαζήσης καθώς και οι Σάββας, Νικόλαος, Ευάγγελος και Παναγιώτης Κωνσταντινίδης εξετελέσθησαν παρά τις ικασίες των μητέρων των, από τα χέρια των οποίων είχαν αποσπασθή με τον πειό άγριο τρόπο.
Ήσαν παιδιά 12 ετών και άνω.
«Το ποιο χαρακτηριστικό απ΄ όλα είναι ότι μαζύ με τους στρατιώτες χωροφύλακες, δημόσιους υπαλλήλους και πολίτες όχι μόνον είχαν λάβει μέρος στις σφαγές και όλοι οι βούλγαροι που προσποιούνταν τον αριστερό και βρίσκονταν σε στενή συνεργασία με τους δικούς μας «Κομμουνιστές», αλλ΄ αυτοί ούτοι έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο κι ήταν οργανωτές των σφαγών.
Πλέον των 2.500 εξετελέσθησαν μέσα στην πόλη της Δράμας και άνω των 1500 εις την περιφέρειαν κατά τας τέσσαρας ημέρας των σφαγών και το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι όλοι ή σχεδόν όλοι, ήσαν εντελώς αθώοι που δεν είχαν καθόλου αναμιχθή στην «εξέγερση» την οποίαν είχαν σκηνοθετήσειοι βούλγαροι με ασυνείδητα όργανά τους, τους έλληνας κομμουνιστές.
Στη φωτογραφία μας διακρίνεται ο Βούλγαρος Διευθυντής της Ασφάλειας Δράμας, Στεπάν Μαγελεύσκυ, ο οποίος σχεδίασε τις σφαγές της Δράμας.
Αι σφαγαί του Δοξάτου
Το τελευταίο από τα συνταρακτικά γεγονότα, είναι ο ομαδικός φόνος τριακοσίων και πλέον κατοίκων του Δοξάτου.
Είναι γνωστή η πολυπαθής αυτή κωμόπολις από τη μεγάλη συμφορά της κατά τον πρώτον Ευρωπαϊκόν πόλεμο. Απέκτησε έκτοτε διασημότητα για τα πάθη της, και για τον ηρωϊσμό των κατοίκων της. Και στη σημερινή περίσταση το Δοξάτο μπορεί να θεωρηθή αφετηρία της έναρξης των σφαγών.
Και αφηγούνται οι Δοξατινοί τα γεγονότα της ημέρας εκείνης με τον τρόμον ζωγραφισμένον ακόμη στις φυσιογνωμίες των.
Διέταξαν όλους τους κατοίκους να εξέλθουν από την κωμόπολιν. Και όταν αυτό έγινε τους διήρεσαν εις δύο κατηγορίας. Εις τους έχοντας ηλικίαν από 17-45 ετών και εις τους άνω των 45. Τους πρώτους δηλ τα παραγωγικά χέρια, τους είχαν καταδικασμένους σε θάνατο. Τους άλλους, μαζύ με τα γυναικόπαιδα τους έκλεισαν εις το μεγάλο σχολειό.
Εις τας 2, ήλθεν από την Καβάλλαν απόσπασμα στρατού, με την πρόθεσιν να προβούν στην πυρπόληση του Δοξάτου.
Η επέμβασις ωρισμένων υπαλλήλων της συγκεντρώσεως σίτου, παρημπόδισε την απόφασιν. Αυτοί εδικαιολόγησαν την επέμβασίν των επί τω ότι με την πυρπόλησιν του χωρίου, θα εκαίοντο όλα τα καπνά που βρίσκονταν στα ξηραντήρια, και έτσι θα εχάνετο ένας πολύτιμος πλούτος για τη Βουλγαρία. Έτσι αποσοβήθηκε το μεγάλο κακό.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα στους πρηνηδόν τοποθετημένους άνδρες.
Ποίοι σκότωσαν τους 6 Βουλγάρους χωροφύλακες; Εννοείται ότι το γεγονός αυτό του φόνου, συμβάν την ιδίαν εκείνην νύκτα, ήταν άγνωστο εις τους περισσοτέρους.
Σιγή βαθεία εις το ερώτημα. Ακούεται και παλιν η φωνή του ερωτώντος. «Κάθε κεφάλι βουλγάρου θα πληρωθή με 100 ελληνικά». Σιγή νεκρική μεταξύ των ανδρών. Οι αξιωματικοί απομακρύνονται ολίγον και κάμνουν περίπατο συνομιλούντες. Ξαναγυρίζουν και πλησιάζουν προς τον γρούπο των καταδίκων. Ένα μέρος της συνομιλίας τους ακούεται από τον πλησιέστερον προς αυτούς κατάδικον Μιλτιάδην Κουρόγλου ονόματι, ο οποίος μόλις κατόρθωσε να τους μεταδώση αυτό που άκουσε και απέθανε από συγκοπή. Αυτό που άκουσε ήταν πως θα τους σκότωναν όλους αυτήν την ημέρα.
Τριακοσίους Δοξατινούς τους έκλεισαν σε ένα μεγάλο σπίτι και κει άρχισαν το έργο της εκτελέσεως.
Όλα τα παραπάνω λέγονται από κείνους που κατόρθωσαν, όπως πολλοί άλλοι να διαφύγουν το θάνατο.
Και οι Δοξατινοί όλοι, οι επιζήσαντες της φρικτής τραγωδίας συνεχίζουν την αφήγης,, συμπληρώνοντας ο ένας τον άλλον, για να αναφέρουν και κάτι που δεν θα ήτο δυνατόν να το συλλάβη φαντασία ανθρώπου, αλλά που συνέβη μολαταύτα επί βουλγαροκρατίας, κατά μήνα Οκτώβριο του 1941, ήτοι 10 ημέρας κατά την επίσημη σφαγή.
Ακούστε και φρίξατε.
Πήραν με την βία δέκα πολίτες και τους έφεραν στο αστυνομικό τμήμα για να το καθαρίσουν. Οι δυστυχισμένοι δεν ξαναφάνηκαν στη Δοξατινή κοινωνία. Χρησίμευσαν ως προσθήκη στον αριθμό 300, γιατί ποιος ξέρει ποιος δαιμονιακός υπολογισμός απαιτούσε τα θύματα να είναι 310.
Και το άλλο;
Εκλήθησαν εις το κοινοτικό κατάστημα όλοι οι κάτοικοι και τους ανακοινώθηκε ότι τους επιβάλλεται φόρος 300 χιλιάδων λέβα, για τις σφαίρες που εξώδευσαν κατά τον τουφεκισμόν των 300. Ο φόαυτός ωνομάσθηκε από τους Δοξατινούς «Φόρος αίματος».
Σφαγείς και εγκληματίαι.
Παραθέτομεν μερικά ονόματα βουλγάρων, επισήμων και μη, οι οποίοι ωργίασαν εις την επαρχίαν Δράμας πριν από τις συστηματικές σφαγές επάνω σ’ αυτές και μετά απ’ αυτές:
- Στεπάν Μαγελεύσκι δ/της ασφαλείας Δράμας. 2. Γεώργιος Πέϊτσεφ δ/της αστυνομίας. 3. Χρήστος Κοζάκωφ, υπάλληλος της ασφαλείας 4. Μιχαήλωφ στρατ. διοικητής Φρουράς Δράμας 5. Μιχαήλοβα, σύζυγός του. 6. Σίπτσεφ δ/της ασφαλείας 7. Μπεκιάρωφ υποδιοικητής 8. Γεργ. Παυλώφ όργανον ασφαλείας 9. Μανέεφ δ/ντής αστυνομίας 10. Τσερκέζωφ δήμαρχος Δράμας 11. Λιούμπιν Τσέκωφ έμπορος, από τους μεγαλύτερους εγκληματίας Βασιλ Στόϊτσεφ 13. Αθαν. Σλάβωφ δικηγόρος 14 Στογιάν Στογιάνωφ διέπραξε φόνους και βιασμούς 15. Στραχίνωφ λοχαγός 57ου συντάγματος, αρχιδολοφόνος 16. Συράκωφ διοικητής Δράμας κατά το 1941. 17. Θεόδωρος Μπατζιβίνωφ υπάλληλος νομαρχίας 18. Σάββας Μαλιάνωφ χωροφύλαξ φονεύσας 112 ΄Ελληνας. 19. Μαρίνος χροφύλαξ 20. Κοτσάρωφ ιατρός 21. Κυριλος Χρήστεφ ανθυπασπιστής εκ Καζανλίκ 22. Αράμ Τουτιάν εξ Αγγίστης (εδολοφόνησε 23 Έλληνας) 23. Βάσκα Μπαρτσάκοβα νοσοκόμος δημ. Νοσοκομείου. 24. Βαβίλ Λιουμπάνωφ ιατρός δ/ντης ανθελονοσιακού Ινστ.
Οι άνθρωποι αυτοί και μαζύ με αυτούς εκατόν άλλοι των οπίων τα ονόματα ευρίσκονται εις τον δήμον Δράμας έκαμαν φόνους, βιασμούς δηώσεις, λεηλασίες, κλοπές και επέβαλον μύρια βασανιστήρια εις τους Έλληνας».


