Home > νέα > Ζωγραφική με άρωμα τρένου στην αίθουσα αναμονής του Σιδηροδρομικού Σταθμού Δράμας Ο ζωγράφος Βασίλης Χρυσανθακόπουλος μιλάει στον «Π.Τ.»

Ζωγραφική με άρωμα τρένου στην αίθουσα αναμονής του Σιδηροδρομικού Σταθμού Δράμας Ο ζωγράφος Βασίλης Χρυσανθακόπουλος μιλάει στον «Π.Τ.»

Μια έκθεση ζωγραφικής μέχρι και 31 Μαΐου

Ζωγραφική με άρωμα τρένου

στην αίθουσα αναμονής

του Σιδηροδρομικού Σταθμού Δράμας

Ο ζωγράφος Βασίλης Χρυσανθακόπουλος μιλάει στον «Π.Τ.»

Του Θανάση Πολυμένη

ΠΛΕΟΝ, όπως είχε πει και παλαιότερα ο πρόεδρος του ΜΕΑΣ ΗΦΑΙΣΤΟΣ Σιδηροδρομικών και Φίλων Σιδηροδρόμου Δράμας κ. Μακρόπουλος, η αίθουσα αναμονής του Σιδηροδρομικού Σταθμού Δράμας, μπορεί να χρησιμοποιείται και ως εκθεσιακός χώρος.

Μιας και αυτή παραμένει κλειστεί επειδή δεν λειτουργούν πλέον τα εκδοτήρια εισιτηρίων, η αίθουσα είναι κατάλληλη για εκθέσεις φωτογραφίας και ζωγραφικής. Με τον τρόπο αυτόν, χρησιμοποιείται ένας ωραίος εκθεσιακός χώρος και δεν πηγαίνει χαμένος.

Η πρώτη έκθεση φωτογραφίας στον χώρο είχε γίνει τον περασμένο Δεκέμβριο, όπου παρουσιάστηκε φωτογραφικό υλικό από έναν παλαιότερο διαγωνισμό φωτογραφίας της ΑΜΚΕ ΚΥΚΛΩΨ με θέμα το τρένο στη Δράμα.

Αυτή τη φορά, πρόκειται για μια έκθεση ζωγραφικής του ζωγράφου Βασίλη Χρυσανθακόπουλου με κεντρικό τίτλο: «Επιβίβαση στο Παρελθόν». Η έκθεση εγκαινιάστηκε το βράδυ της Τετάρτης 6 Μαΐου, θα παραμείνει ανοικτή μέχρι και 31 τρέχοντος, ενώ οι ώρες επισκεψιμότητας διαμορφώνονται ως εξής: Μέχρι και 14 Μαΐου από 10.00 έως 21.00 και από 15 έως 31 Μαΐου από 17.00 έως 22.00.

Ο Βασίλης Χρυσανθακόπουλος γεννημένος στην Πάτρα, είναι πρώην στρατιωτικός και πλέον ασχολείται επαγγελματικά με τη ζωγραφική, ενώ έχει υπάρξει επίσης και ιδιοκτήτης γκαλερί κατά περιόδους στην Σκόπελο και στην Καβάλα. Ο ίδιος έχει εκθέσει για άλλη μια φορά στη Δράμα, το 2009 στην αίθουσα «Ελευθερία» ενώ πλέον κατοικεί μόνιμα στην Καβάλα.

Στην θεματική της συγκεκριμένης έκθεσης που βρίσκεται σε εξέλιξη, παρουσιάζεται μια ενότητα με τρένα, τόσο από την περιοχή της Δράμας, το Παρανέστι και άλλα σημεία από την Περιφέρεια ΑΜΘ, ενώ μπορεί κανείς να δει έργα του και από άλλες ενότητες όπως κυρίως τοπία ή πίνακες που περιλαμβάνουν ενότητες όπως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την προσφυγιά.

Όσον αφορά στους πίνακες με τα τρένα, δίπλα από κάθε πίνακα αναφέρονται τα ακριβή στοιχεία του τοπίου ή του σταθμού, το μοντέλο της αμαξοστοιχίας και άλλα και αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Από αρ. ο πρόεδρος του ΜΕΑΣ ΗΦΑΙΣΤΟΣ Δράμας κ. Παναγιώτης Μακρόπουλος, με τον ζωγράφο κ. Βασίλης Χρυσανθακόπουλο.


Το εμπορικό κομμάτι

Ο «Π.Τ.» μίλησε με τον κ. Χρυσανθακόπουλο, αρχίζοντας από το εμπορικό κομμάτι της ζωγραφικής, επισημαίνοντας αρχικά ότι, «στα πάντα το μέτρο είναι το κέρδος. Ανάλογα με το πόσο κοστολογείς τον εαυτό σου και στο χρόνο που το παρουσιάζεις».

Όπως λέει, ξεκίνησε να ζωγραφίζει πριν από την κρίση το 2005, «και πουλούσαμε πίνακες 800 – 1.000 ευρώ. Στη συνέχεια, ήρθε η γκαλερί στη Σκόπελο και εκεί ήταν πολύ καλά τα πράγματα. Κάποια στιγμή ήρθε η κρίση. Εγώ κατέβασα τις απαιτήσεις μου, οι χώροι γύρω-γύρω στα υπόλοιπα νησιά κλείσανε, εγώ έμεινα ανοιχτός. Άρα λοιπόν, ανάλογα το πώς θες να μείνεις στο χώρο, πρέπει να δεις και πόσα θα πάρεις από το χώρο. Αν θες να πλουτίσεις, είναι λίγο δύσκολο. Εγώ βέβαια είχα μια άλλη βάση, ήμουνα στρατιωτικός, οπότε δεν ξεκινούσα από το μηδέν, αλλά στην πορεία των πραγμάτων διαπίστωσα ότι και το μισθό μου να μην είχα, θα μπορούσα να επιβιώσω με τη δουλειά μου. Γιατί είναι λογικό, ήταν λογικό αυτό που ζητούσα, δεν ήταν υπερβατικό».

Σημειώνει μάλιστα για το θέμα αυτό, ότι «ανάλογα και βλέποντας την αγορά, την κίνηση και τον πελάτη, κινείσαι αναλόγως. Δηλαδή αν έρθει κάποιος που κάθεται μπροστά από ένα έργο μου μισή ώρα, πάει να πει ότι θέλει να το πάρει, να το αποκτήσει, αλλά κάπου “στριμώχνεται”. Εκεί επεμβαίνω και μπορώ να το δώσω και δωρεάν πλέον ας πούμε. Αρκεί αυτό το έργο να ταξιδέψει και να κρεμαστεί κάπου και να με βλέπουνε κάποιοι κάποτε. Αυτή ήταν και η λογική η δική μου».

Οι θεματικές

Ερωτώμενος για τις θεματικές της έκθεσης, σημειώνει ότι πριν από τρεις μήνες περίπου επισκέφθηκε το Μουσείο Τρένων στη Δράμα. «Με τα τρένα έχω μία αγάπη, γιατί όλοι οι Έλληνες έχουν μια ανάμνηση και πόσο μάλλον αυτοί που ζούσαν στην επαρχία. Και το επισκέφτηκα, γνώρισα τον Παναγιώτη τον Μακρόπουλο, γνώρισα τον κόσμο, γνώρισα τον χώρο και σκέφτηκα τότε να φτιάξω μια έκθεση. Δεν είχα έργα. Είχα μόνο τα έργα του χωριού μου».

Από εκεί και πέρα δημιούργησε τους πίνακες με τρένα που όλοι παρουσιάζονται στην έκθεση.

Ερωτώμενος για το ποιες είναι οι θεματικές τις οποίες του ζητάνε να δημιουργήσει, μας λέει ότι είναι κυρίως τοπία και κάποιες λίγες προσωπογραφίες. Τα τοπία είναι κυρίως τοπικά. «Για παράδειγμα, όταν ήμουν Σκόπελο έκανα τοπία από την Σκόπελο, στη Λήμνο από το νησί εκεί, τα Τζουμέρκα και άλλα. Δεν θα φτιάξω κάτι το οποίο δεν έχει σχέση με τον τόπο, γιατί ο επισκέπτης του τόπου θα έρθει να πάρει κάτι για τον τόπο του. Θέλει να έχει κάτι από τον τόπο του. Τα δικά μου τα έργα είναι όλα τοπία».

Αναφερόμενος στην τεχνοτροπία, σημειώνει: «Η τεχνοτροπία μου είναι ρεαλισμός, φωτογραφικός ρεαλισμός. Σήμερα κυκλοφορεί ευρέως ως “σουπερ-ρεαλισμός”, στον οποίο υποκλίνομαι γιατί το μάτι του ανθρώπου και το χέρι αντιγράφουν την ίδια τη φύση. Αυτό το οποίο βλέπει. Και αυτό είναι το αναγεννησιακό, όπου η Αναγέννηση έμεινε από τον ρεαλισμό της και ακόμα έχει δύναμη λόγω του ρεαλισμού. Είναι οι φωτογράφοι της εποχής εκείνης».

Ζητώντας του ένα μήνυμα για τα νέα παιδιά που έχουν στο μυαλό τους να γίνουν ζωγράφοι, εικαστικοί, μας λέει: «Η φιλοδοξία του καθενός είναι διαφορετική. Τι έχει στο μυαλό του για το μέλλον και τι ανάγκες έχει, είτε ψυχικές, είτε οικονομικές, είτε δοξαστικές, υστεροφημίας. Εγώ οικονομικό θέμα δεν είχα, άρα μπορούσα να κάνω ό,τι ήθελα. Μπορούσα να ζωγραφίσω, μπορούσα να μη ζωγραφίσω. Ψυχολογικά δεν έχω για να βγάλω την ψυχή μου στα έργα και να βγάζω κάποια ψυχολογική διάθεση. Έβγαζα την αγάπη μου στα έργα και έπαιρνα πίσω την ψυχή μου. Άλλοι βγάζουν την ψυχή τους στα έργα και αυτό φαίνεται. Γι’ αυτό και δεν έχω συγκεκριμένη θεματολογία».

Όπως εξηγεί, «αυτό που συμβουλεύω τους γονείς που έρχονται και με ρωτάνε τι να κάνουν με τα παιδιά τους, αν θα τα πάνε σε δασκάλους κλπ., τους λέω το εξής: Εάν το παιδί μπορεί να τραβήξει μια γραμμή ή άμα μπορεί να ξεχωρίσει τα χρώματα, δεν χρειάζεται να το πας πουθενά. Θα του διαθέσεις ένα κατοστάρικο παραπάνω, θα του αγοράσεις υλικά, δεν θα φοβάται να τα χαλάσει, να κάνει ζημιά, και πάνω στην προσπάθεια την καθημερινή θα γίνει καλύτερος. Γιατί αν το πας το παιδί σε έναν δάσκαλο, θα περάσει στο παιδί μια νοοτροπία, μια λογική. Και αυτό είναι κακό».